Articles by "αμυντική πολιτική"
Η ψήφιση του προσυμφώνου των πρεσπών για να γίνει συμφωνία, δεν θα είναι απλά και μόνο ένα απλό πολιτικό έγκλημα, το οποίο θα περάσει και θα ξεχαστεί κάποτε, θα είναι ένα διαρκές εθνικό έγκλημα, ένα έγκλημα κατά της Μακεδονίας, ένα έγκλημα κατά όλης της Ελλάδας.

Κώστας Γρίβας

Ένα φονικό δίχτυ στο Αιγαίο μπορεί να μετατρέψει την Ελλάδα σε κυρίαρχη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και σημαντικό παράγοντα στο παιχνίδι της παγκόσμιας ισχύος. Σε προηγούμενα άρθρα στο SLpress εξετάσαμε τις διεθνείς τάσεις στις ισορροπίες ισχύος, οι οποίες οδηγούν στην ανάπτυξη ικανοτήτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/AD) τόσο από τις μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις όσο και από τις ΗΠΑ. Επίσης, αναφέραμε ότι η αρχιπελαγική δομή του Αιγαίου Πελάγους αποτελεί ιδανική βάση έδρασης παρόμοιων πολυπλεγμάτων («grids–of–grids») αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής.

Η ανάπτυξή τους θα μπορούσε να αποτελέσει στρατηγικό παράγοντα διαμόρφωσης των στρατηγικών ισορροπιών στις ελληνοτουρκικές ισορροπίες ισχύος υπέρ της Ελλάδας. Η σχετική προσπάθεια, συνδεδεμένη με «οικοσυστήματα καινοτομίας», σαν αυτά που περιγράφει ο καθηγητής Ιωσήφ Σηφάκης στο SLpress, που θα αξιοποιούν τις εξελίξεις στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ), θα μπορούσαν να επιτύχουν δραστική αναβάθμιση των εγχώριων μαχητικών και αποτρεπτικών ικανοτήτων με πολύ χαμηλό κόστος. Ακόμη θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αποφασιστικός παράγοντας ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας και περιορισμού του κύματος εξόδου νέων επιστημόνων προς το εξωτερικό.

Εκτός από εξελιγμένα συστήματα πυροβολικού, τα πολυπλέγματα αυτά μπορούν να διαθέτουν και άλλα οπλικά συστήματα, θαλάσσια και εναέρια. Για παράδειγμα, τα υπάρχοντα υποβρύχια του Πολεμικού Ναυτικού, ιδιαίτερα αυτά που διαθέτουν σύστημα αναερόβιας πρόωσης (ΑΙΡ), μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμο παράγοντα ελέγχου μεγάλων θαλάσσιων εκτάσεων.

Υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι οπλισμένα με τορπίλες νέας τεχνολογίας και μεγάλου βεληνεκούς. Πιθανώς, σε δεύτερο χρόνο, να είναι εφοδιασμένα με ισχυρούς αλγορίθμους «αντιληπτικής τεχνητής νοημοσύνης» (perceptual AI), που θα διευκολύνουν δραστικά τον διαχωρισμό εχθρικών πλοίων από φίλια ή ουδέτερα από το ακουστικό τους ίχνος.

Δομές σμήνωσης
Επίσης, μέρη του «μείγματος» προβολής ισχύος αυτών των πολυπλεγμάτων, μεταξύ των άλλων, μπορούν να αποτελέσουν υποβρύχια–νάνοι και μη επανδρωμένα υποβρύχια οχήματα (UUV), οπλισμένα με προηγμένες τορπίλες μεγάλου βεληνεκούς, μικρά ταχύπλοα σκάφη, επανδρωμένα και μη, σε δομές σμήνωσης (swarming), εφοδιασμένα με πυραυλικά συστήματα προσβολής στόχων εντός, εκτός και πέραν της γραμμής της θέας (LOS, NLOS και BLOS αντιστοίχως).


Το ίδιο και μη επανδρωμένα αεροχήματα, ελικόπτερα αλλά και τα υπάρχοντα μαχητικά αεροσκάφη, εφοδιασμένα με νέα όπλα προσβολής στόχων από μεγάλες αποστάσεις (stand off). Ο συνδυασμός αυτών των πλατφορμών σε μια ενοποιημένη δομή μάχης θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ελλάδα να καλύψει το Αιγαίο, αλλά και μεγάλο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου με ένα φονικό και αδιαπέραστο δίχτυ.

Βέβαια, η Τουρκία μπορεί να αναπτύξει και αυτή παρόμοια πλέγματα (για την ακρίβεια ήδη το κάνει, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Όμως, το γεγονός παραμένει ότι η αρχιπελαγική δομή του Αιγαίου προσφέρει στην Ελλάδα ένα τεράστιο δυνητικό πλεονέκτημα. Η Τουρκία αναμένεται, έτσι και αλλιώς, να δώσει έμφαση στην απόκτηση οπλικών συστημάτων υψηλού γοήτρου, όπως είναι τα «ημιαεροπλανοφόρα» που εκτιμάται ότι θα ενταχθούν στο οπλοστάσιό της τα επόμενα χρόνια. Τα συστήματα αυτά δεν εντάσσονται στη βληματοκεντρική λογική των πολυπλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής. Αντιθέτως, μπορεί να αποτελέσουν εξαιρετικά ελκυστικούς στόχους για αυτά.

Ελληνική αναβάθμιση
Εκτός όμως από τις ικανότητες αντιμετώπισης της τουρκικής πολεμικής μηχανής και συνακόλουθα και φρεναρίσματος του διογκούμενου τουρκικού αναθεωρητισμού στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, τυχόν ανάπτυξη παρόμοιων πολυπλεγμάτων θα επέφερε άμεση στρατηγική αναβάθμιση της Ελλάδας στο διεθνές σύστημα, μετατρέποντάς την σε παράγοντα διαμόρφωσης των ευρύτερων ισορροπιών.

Συγκεκριμένα, αυτό το αρχιπελαγικό φονικό δίχτυ θα μετέτρεπε την Ελλάδα σε κλειδοκράτορα του Αιγαίου, αλλά σε μεγάλο βαθμό και της Ανατολικής Μεσογείου. Συνακόλουθα, θα την αναγόρευε στον παράγοντα που θα ήλεγχε το εσωτερικό αίθριο της Παγκόσμιας Νήσου, δηλαδή του συμπλέγματος Ευρασίας–Αφρικής, κατά την ορολογία του Sir Halford Mackinder.

Ο ρόλος του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου στις διεθνείς ισορροπίες ήταν πολύ μεγάλος ήδη από τον 19ο αιώνα και σήμερα είναι ακόμη πιο σημαντικός. Η ανάλυση των λόγων που συμβαίνει κάτι τέτοιο ξεφεύγει από το περιορισμένο πλαίσιο αυτού του κειμένου. Εδώ αρκεί να πούμε ότι, ακόμη και με αυστηρά γεωγραφικούς όρους, αν ρίξουμε μια ματιά στο «ημιπαγκόσμιο» διεθνές σύστημα που προκύπτει μετά τη διαφαινόμενη τήξη των αρκτικών πάγων, βλέπουμε ότι το σύμπλεγμα Ευρασίας–Αφρικής έχει ένα γεωγραφικό κέντρο, τη Μεσόγειο. Και το κέντρο του κέντρου είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Η αξιοποίηση, λοιπόν,της υβριδικής «θαλασσοχερσαίας» δομής του Αιγαίου, έτσι ώστε να μετατραπεί σε χώρο αναντίρρητης ελληνικής στρατιωτικής κυριαρχίας, αναβαθμίζει δραστικά τον στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας. Και μάλιστα με έναν τρόπο που συνδυάζεται πλήρως με τον υπάρχοντα γεωπολιτικό της προσανατολισμό, εξαιτίας της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ, την ΕΕ και γενικότερα στη θέση της στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Συνακόλουθα (υπό φυσιολογικές συνθήκες), δεν θα πρέπει να προκαλέσει τη συνήθη υστερική αντίδραση του «δεν θα μας αφήσουν οι Αμερικανοί», η οποία προκύπτει όταν κάποιος τολμάει να μιλήσει για ενίσχυση του αυτόνομου γεωπολιτικού ρόλου της Ελλάδας.

Ακόμη περισσότερο, η Ελλάδα μπορεί να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ στο θεμελιώδες επίπεδο της στρατιωτικής επιστήμης, αξιοποιώντας τα δόγματα του στρατού της Πολυχωρικής Μάχης (Multi Domain Battle / MDB) και των «Διαχωρικών Πυρών» (Cross Domain Fires) του αμερικανικού Στρατού. Άρα, η ενίσχυση των στρατηγικών σχέσεων με τις ΗΠΑ, που αποτελεί το εμμονικό ιδεατό των ελληνικών ελίτ, μπορεί να προκύψει άμεσα.

Όχι μονοδιάστατα
Βέβαια, κατά την άποψη του γράφοντος, η ανάπτυξη παρόμοιων ικανοτήτων θα ήταν τραγικό λάθος να αναπτυχθεί μονοδιάστατα μέσα στο πλαίσιο μιας αυστηρά αμερικανοκεντρικής πολιτικής. Αντιθέτως, θα πρέπει να αποτελέσει ένα χαρτί στα χέρια της Αθήνας για να επαναδιαμορφώσει μια παραγωγική σχέση και με τη Μόσχα, η οποία επίσης θα χρειάζεται να έχει καλές σχέσεις με τον κλειδοκράτορα της αιγαιακής πύλης.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι θα πρέπει να αποτελέσει μια βάση έδρασης, ώστε να οικοδομηθεί μια αυτόφωτη, αυτόνομη και εθνοκεντρική μακρόπνοη υψηλή στρατηγική. Ωστόσο, παρόμοιες απόψεις είναι δεδομένο ότι προκαλούν αναφυλακτικό σοκ τόσο στις εγχώριες ελίτ, αλλά και σε απογοητευτικά μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης. που έχει μάθει με παβλοφικό τρόπο, να θεωρεί αξιωματικά αναντίρρητο το «ανήκομεν εις την Δύσιν».

Ακόμη, όμως, και στο πλαίσιο μιας μονολιθικής προσήλωσης στον ευρωατλαντισμό, έχει καταστεί πλέον ξεκάθαρο ότι είναι αντιπαραγωγική και επικίνδυνη η λειτουργία της Ελλάδας ως παθητικό εξάρτημα της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Είναι επικίνδυνο μία χώρα να περιμένει να ανταμειφθεί ακριβώς γιατί είναι πειθαρχική και άβουλη. Η απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συρία το έδειξε για μια ακόμη φορά.

Άρα, η Ελλάδα, ακόμη και για να λειτουργήσει με βάση μια αμερικανοκεντρική στρατηγική, χρειάζεται έναν αυτόνομο και αυτόφωτο ρόλο. Και η ανάπτυξη παρόμοιων ικανοτήτων θα της προσφέρει ένα αυξημένο ειδικό βάρος μέσα στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Θα της επιτρέψει να λειτουργήσει ως ανεξάρτητος παίκτης στο μεγάλο παιχνίδι της παγκόσμιας κυριαρχίας και όχι ως απόφυση των ΗΠΑ και της «Ενωμένης» Ευρώπης.

slpress

Γράφει ο Γιαννάκης Λ. Ομήρου * –
Συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από το 1998, όταν αποφασίστηκε στην Αθήνα η ματαίωση έλευσης του ρωσικού πυραυλικού αντιαεροπορικού συστήματος των S-300. Μια άτακτη υποχώρηση που είχε ως δραματική συνέπεια την εκ βάθρων ανατροπή της στρατηγικής Κυπριακού και Μητροπολιτικού Ελληνισμού για επιχειρησιακή σύζευξη των Ενόπλων Δυνάμεων Κύπρου – Ελλάδας με το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου. Αποτέλεσμα, στη συνέχεια, η πτώση του ηθικού και του φρονήματος, η ματαίωση των κοινών ασκήσεων Κύπρου – Ελλάδας και η απονεύρωση και υποβάθμιση του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου.

Ως Υπουργός Άμυνας κατά τον ουσιώδη και κρίσιμο χρόνο του 1998, έζησα λεπτό προς λεπτό την εξέλιξη της υπόθεσης των πυραύλων. Τις αποφάσεις, τις αναστολές, τους δισταγμούς, τις πιέσεις, τις φανερές και αθέατες συνωμοσίες, τις απροκάλυπτες ιστορίες κατασκοπείας, την ασύγγνωστη δημοσιότητα. Την κατακόρυφη άνοδο του ηθικού των Ενόπλων Δυνάμεων και του Κυπριακού Ελληνισμού από την προοπτική άφιξης στην Κύπρο ενός ισχυρότατου, αποτελεσματικού οπλικού συστήματος για την άμυνα της Κύπρου. Αλλά και τη βαθιά απογοήτευση που ακολούθησε την απόφαση για τη ματαίωση έλευσής του στην Κύπρο.

Τα όσα βίωσα στη δεκάμηνη περίπου παρουσία μου στο Υπουργείο Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε σχέση με τη διαχείριση της υπόθεσης του ρωσικού πυραυλικού συστήματος, με αποκορύφωμα την τραγική για τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου κατάληξη, συνθέτουν στην πραγματικότητα το φοβερό και διαχρονικό δράμα της Κύπρου. Η οποία ευρισκόμενη σε μια γεωγραφική θέση κρίσιμης στρατηγικής σημασίας είναι υποχρεωμένη να κινείται μεταξύ «σφύρας και άκμονος», μεταξύ συγκρουόμενων και αδίστακτων συμφερόντων, αντιμέτωπη με δολοπλοκίες ενός ατελείωτου πολέμου εξασφάλισης επιρροών και ελέγχου της περιοχής. Με μόνιμο ιστορικό θύμα την Κύπρο. Η οποία με την κατάληξη στο θέμα των ρωσικών πυραύλων εξασφάλισε πιστοποιητικό κράτους ήσσονος κυριαρχίας.

Αυτή η αμείλικτη πραγματικότητα πέραν από ψευδαισθήσεις, ευσεβοποθισμούς και ωραιοποιήσεις θα εξακολουθήσει να μας συνοδεύει και στο μέλλον. Τουλάχιστον όσο το Κυπριακό παραμένει άλυτο και εξακολουθούν να ισχύουν τα βάρη της κηδεμονίας και των λεγόμενων εγγυήσεων.

Η αφήγηση των όσων διαδραματίστηκαν στο Μέγαρο Μαξίμου στις 27 Νοεμβρίου 1998 αποτελεί ένα «ιστορικό επεισόδιο», που αποτελεί μέρος μόνο, των όσων επεσυνέβησαν εκείνη την περίοδο. Ωστόσο, αποτελεί την κορύφωση και την επιτομή όλων όσων προηγήθηκαν και που οδήγησαν στη ματαίωση ενός φιλόδοξου στόχου αμυντικής ενδυνάμωσης της Κύπρου, στηριζόμενου στο αξίωμα ότι η αμυντική ισχύς θα πρέπει να αποτελεί κορυφαία παράμετρο μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής.


Ακολουθούν τα γεγονότα πριν και κατά τη διάρκεια της σύσκεψης της 27ης Νοεμβρίου 1998 στο Μέγαρο Μαξίμου: Φτάσαμε στην Αθήνα την Πέμπτη 26 Νοεμβρίου. Μας διακατείχε όλους ανησυχία, νευρικότητα και αδημονία για τη σύσκεψη της επομένης. Ο Πρόεδρος Κληρίδης παρουσιαζόταν ψύχραιμος και παρά τις έμμεσες αλλά σαφείς παραινέσεις στενών του συνεργατών, εμφανιζόταν αμετακίνητος στη θέση για την έλευση των πυραύλων.

Το απόγευμα μου τηλεφώνησε ο αείμνηστος υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, Γιάννος Κρανιδιώτης, με τον οποίο διατηρούσα στενές φιλικές σχέσεις. Ήθελε να με δει οπωσδήποτε πριν από τη σύσκεψη και με πληροφόρησε ότι θα ερχόταν το βράδυ στο «Μεγάλη Βρετανία». Ο Γ. Κρανιδιώτης ήλθε στο ξενοδοχείο στη συνάντηση όπως είχαμε συμφωνήσει και ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός για το τι επρόκειτο να συμβεί την επομένη στη σύσκεψη. Μου ανέφερε ότι ο Πρωθυπουργός θα εισηγείτο τη μεταφορά και εγκατάσταση των πυραύλων στην Κρήτη και ότι πέραν των πολιτικών λόγων που θα προέβαλλε, θα επικαλείτο και δύο στρατιωτικής και τεχνικής φύσης επιχειρήματα.

Πρώτον, ότι τα αυτοκίνητα μεταφοράς του πυραυλικού συστήματος ήταν μήκους 100 μέτρων και ως εκ τούτου θα ήταν αδύνατο να ανέλθουν τους ελικοειδείς και δύσβατους ορεινούς δρόμους του Τροόδους, όπου θα εγκαθίστατο η μία πυροβολαρχία.

Δεύτερον, ότι η Εθνική Φρουρά εστερείτο των αναγκαίων αντιαεροπορικών συστημάτων κλιμακωτής δομής που να μπορούσαν να προστατεύσουν το πυραυλικό σύστημα από τουρκικές αεροπορικές επιθέσεις. Ήταν φανερό ότι ο Κρανιδιώτης, όντας ενήμερος για τις απόψεις και την επιχειρηματολογία του Πρωθυπουργού, ήθελε να με προειδοποιήσει, έτσι που να είμαι έτοιμος να δώσω απαντήσεις. Τον ευχαρίστησα και ενημέρωσα αμέσως τον Πρόεδρο Κληρίδη.

Στη συνέχεια κάλεσα τον διευθυντή του Στρατιωτικού μου Γραφείου πλοίαρχο Αντώνη Κρητιώτη, από τον οποίο ζήτησα να μου ετοιμάσει πλήρες και λεπτομερειακό σημείωμα για το αντιαεροπορικό δυναμικό της Εθνικής Φρουράς. Του έδωσα επίσης οδηγίες να πληροφορηθεί το ακριβές μήκος των οχημάτων που θα μετέφεραν τις πυροβολαρχίες του συστήματος, από τον υπεύθυνο αξιωματικό της Αεροπορίας Γαβριήλ Δημητρίου.

Την επομένη το πρωί ήμουν προσκεκλημένος να μιλήσω σε επιστημονική ημερίδα της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στη Βάρη Αττικής, με την ευκαιρία των εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση 170 χρόνων από την ίδρυση της Σχολής. Ομιλητής θα ήταν επίσης ο Έλληνας ομόλογος μου Άκης Τσοχατζόπουλος. Ανησυχούσα μήπως καθυστερήσω να φτάσω έγκαιρα στη σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου που είχε προγραμματισθεί για τη μία το μεσημέρι και το ανέφερα στον Άκη Τσοχατζόπουλο. Με καθησύχασε λέγοντάς μου ότι θα δώσει οδηγίες να έλθει ελικόπτερο να μας μεταφέρει στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και από εκεί θα μου παραχωρούσε αυτοκίνητο για να με μεταφέρει στο Μέγαρο Μαξίμου.

Σκέφτηκα ότι θα ήταν μια καλή ευκαιρία να ανταλλάξουμε απόψεις στη διάρκεια της πτήσης με το ελικόπτερο, για τη σύσκεψη του μεσημεριού αλλά και να πληροφορηθώ για τις απόψεις που είχαν διαμορφωθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση γύρω από το θέμα της έλευσης των πυραύλων.

Δυστυχώς, ο θόρυβος της μηχανής του στρατιωτικού ελικοπτέρου που μας μετέφερε στο Πεντάγωνο ήταν τόσο δυνατός, που καμιά συνομιλία δεν ήταν εφικτή. Το μόνο για το οποίο κατορθώσαμε να συνεννοηθούμε ήταν ότι, μόλις φτάναμε στο Υπουργείο θα ανεβαίναμε στο Γραφείο του Υπουργού, για να μιλήσουμε για τη σύσκεψη. Δυστυχώς, όταν το ελικόπτερο προσγειώθηκε στο ελικοδρόμιο του Πενταγώνου ήταν ήδη αργά.

Ο Τσοχατζόπουλος έδωσε οδηγίες στον υπασπιστή του να μου διαθέσει αυτοκίνητο για να με μεταφέρει στο Σύνταγμα. Έφτασα στο «Μεγάλη Βρετανία» λίγα λεπτά πριν από την αναχώρηση της κυπριακής αντιπροσωπείας και ενώθηκα μαζί με τους υπόλοιπους για τη μετάβαση στο Μέγαρο Μαξίμου. Η σύσκεψη ξεκίνησε στη μία.

Παρόντες από ελληνικής πλευράς ο Πρωθυπουργός Κ. Σημίτης, ο υπουργός Εξωτερικών Θ. Πάγκαλος, ο υπουργός αναπληρωτής Εξωτερικών Γ. Παπανδρέου, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Α. Τσοχατζόπουλος και ο υφυπουργός Εξωτερικών Γ. Κρανιδιώτης.

Την κυπριακή αντιπροσωπεία αποτελούσαν ο Πρόεδρος Κληρίδης, ο υπουργός Εξωτερικών Ι. Κασουλίδης, ο υπουργός Άμυνας, ο υφυπουργός παρά τω Προέδρω Π. Κούρος και ο κυβερνητικός Εκπρόσωπος Χρ. Στυλιανίδης.

Η σύσκεψη ξεκίνησε με μια μη αποκρυπτόμενη νευρικότητα να πλανάται στην αίθουσα. Μετά από το καλωσόρισμα ο Πρωθυπουργός Σημίτης ερώτησε τον Πρόεδρο Κληρίδη για την πρόσφατη συνάντησή του με τον Ντέιβιντ Χάνεϊ. Του απάντησε ότι ο Χάνεϊ επανέλαβε τις γνωστές βρετανικές απόψεις. Ο Ι. Κασουλίδης ενημέρωσε στη συνέχεια για διάφορες επαφές του, διεθνώς και εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακολούθησε συζήτηση για την απαίτηση των Αμερικανών να επιθεωρήσουν αμερικανικής προέλευσης οπλικά συστήματα που είχαν σταλεί από την Ελλάδα για ενίσχυση της άμυνας της Κύπρου.

Αποφασίστηκε ότι την ευθύνη να χειριστεί το θέμα θα αναλάμβανε η Ελληνική Κυβέρνηση και ότι η όποια επιθεώρηση θα διενεργείτο μέσω ΕΛΔΥΚ χωρίς καμιά ανάμιξη της Εθνικής Φρουράς. Στη συνέχεια, με βάση τις σημειώσεις που τήρησα, η συζήτηση εξελίχθηκε ως εξής:

Πρωθυπουργός Σημίτης: Φαίνεται να βρίσκεται σε εξέλιξη, απροσδιόριστη ως προς τον χρόνο και τον ακριβή χαρακτήρα πρωτοβουλία για το Κυπριακό. Όταν βρεθήκαμε τον Αύγουστο είχαμε συμφωνήσει κάποια πράγματα. Πρωτοβουλία μέχρι τώρα δεν έχει εκδηλωθεί. Ο κ. Πάγκαλος έστειλε μια επιστολή στην Όλμπραϊτ. Ωστόσο, υπήρξε μια σιωπή από τους Αμερικανούς για τα θέματα που μας ενδιαφέρουν όπως είναι ο αφοπλισμός. Υπάρχει το θέμα των πυραύλων. Τι χρονικά περιθώρια υπάρχουν; Αυτό είναι το ένα. Το δεύτερο είναι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Άρχισαν κανονικά αλλά πρέπει να προσέξουμε το κλίμα στην Ευρώπη. Ένα τρίτο θέμα είναι η θητεία της Ειρηνευτικής Δύναμης. Πληροφορήθηκα ότι υπάρχουν αντιδράσεις για την ανανέωσή της.

Πρόεδρος Κληρίδης: Προτού μπούμε σε συζήτηση αυτών των θεμάτων, θέλω να κάμω τις εξής παρατηρήσεις. Στην Αθήνα οι εφημερίδες γράφουν, ότι η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε οι πύραυλοι να μεταφερθούν στην Κρήτη και το εμπόδιο είναι ο Κληρίδης. Εκφράζω τον φόβο ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα παρουσιαστεί ως υποχωρήσασα και ότι το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Κύπρου – Ελλάδας θα υποστεί πλήγμα. Και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι υπάρχουν και εκείνοι που το αμφισβητούν. Το 1967 μια άλλη Ελληνική Κυβέρνηση, μη δημοκρατική, απέσυρε τη μεραρχία από την Κύπρο και την άφησε γυμνή. Το 1974 μια άλλη Κυβέρνηση, δημοκρατική, εγκατέλειψε την Κύπρο ανυπεράσπιστη, στον δεύτερο Αττίλα. Δεν θέλω να πιστέψω ότι θα συμβεί και τώρα το ίδιο. Θέλω να υπογραμμίσω ότι κινδυνεύει το γόητρο και η υπόσταση του μετώπου Κύπρου και Ελλάδας που κτίσαμε με κόπο και μόχθο. Προσωπικά δεν με ενοχλεί το πολιτικό κόστος διότι δεν θα είμαι ξανά υποψήφιος για την προεδρία. Όμως, με φοβίζει το κλίμα που θα δημιουργηθεί μέσα στον Κυπριακό Ελληνισμό…

Συνομιλία Κληρίδη-Σημίτη
Στο σημείο αυτό και ενώ στη σύσκεψη επικρατούσε παγωμάρα, ο Πρωθυπουργός Σημίτης διέκοψε φανερά εκνευρισμένος τον Πρόεδρο Κληρίδη. Η σύσκεψη φαινόταν να κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα.

Πρωθυπουργός Σημίτης: Κύριε Πρόεδρε, με εκπλήσσει ο τρόπος που μιλάτε. Είναι απαράδεκτος. Η Ελλάδα και αυτή η Ελληνική Κυβέρνηση ουδέποτε θα εγκαταλείψουν την Κύπρο. Ένα τέτοιο θέμα δεν θα έπρεπε να το εγείρετε…

Πρόεδρος Κληρίδης: Ήθελα να ξεκαθαρίσω το ζήτημα του πολιτικού κόστους. Τώρα έρχομαι στο βασικό θέμα. Οι S-300 παραγγέλθηκαν σε πλήρη γνώση της Ελληνικής Κυβέρνησης και του Ελληνικού Υπουργείου Άμυνας. Μάλιστα, ενώ εγώ διαπραγματευόμουν μικρότερου βεληνεκούς πυραύλους, μου υποδείχθηκε από το ΓΕΕΘΑ ότι θα έπρεπε να πάρουμε τους S-300. Οι Ρώσοι αρχικά αρνούνταν να μας προμηθεύσουν και αναγκάστηκα να στείλω επιστολή στον Ρώσο πρωθυπουργό. Η θέση ότι οι πύραυλοι θα πρέπει, είτε να εγκατασταθούν στην Κρήτη είτε να μην έλθουν καθόλου, δεν είναι ορθή. Έθεσα, όπως είναι γνωστό, ορισμένους όρους, όπως η αποστρατιωτικοποίηση, που δεν υλοποιήθηκαν. Δεν υπήρξε καμιά ανταπόκριση. Η θέση μου είναι ότι δεν πρέπει να υποκύψουμε. Ούτε συμφωνώ ότι πρέπει να συνδέσουμε το θέμα των πυραύλων με την προοπτική ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε., διότι είμαστε αρκετά μακριά από τον χρόνο που θα αποφασιστεί. Ούτε πιστεύω ότι οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι θα ασκήσουν πιέσεις στην Τουρκία για να πάμε σε λύση. Αν ενδώσουμε στο θέμα των πυραύλων, αν φανούμε «καλά παιδιά», δεν πρόκειται να διαφοροποιήσουμε τη στάση Αμερικανών και Βρετανών. Οι Αμερικανοί μόλις διαπίστωσαν την αδιαλλαξία των Τούρκων, στην πρόταση για απαγκίστρωση, περιορισμό των εξοπλισμών, αφαίρεση βαρέων όπλων και μείωση στρατευμάτων, αποσύρθηκαν. Καμιά πίεση δεν τους άσκησε ο Χόλμπρουκ.

Η άποψή μου είναι ότι οι πύραυλοι πρέπει μεταφερθούν στην Κύπρο και προς το παρόν να μην τους αναπτύξουμε. Δεν ανησυχώ ότι θα υπάρξει θερμό επεισόδιο. Άλλωστε οι μεγαλύτερες αντιδράσεις προέρχονται από τους Αμερικανούς και τους Βρετανούς και λιγότερο από τους Τούρκους.

Πρωθυπουργός Σημίτης: Φαίνεται να κλείνετε την πόρτα σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις και σε πρωτοβουλία της Χέρκους (εκπροσώπου του Γ.Γ. του ΟΗΕ στην Κύπρο).

Πρόεδρος Κληρίδης: Δεν είπα ότι θα ανακοινώσουμε απόφαση γύρω από το θέμα των πυραύλων.

Πρωθυπουργός Σημίτης: Πώς θα χειριστείτε το θέμα; Θα συγκαλέσετε το Εθνικό Συμβούλιο;

Ακολουθεί συζήτηση για τις νέες ημερομηνίες στην άφιξη των πυραύλων. Ο Πρόεδρος Κληρίδης αναφέρει ότι του δημιουργείται η εντύπωση ότι η Ελληνική Κυβέρνηση πήρε απόφαση για τη μη έλευση των πυραύλων.

Πρωθυπουργός Σημίτης: Δεν έχω πει ότι πήραμε απόφαση. Άλλωστε πώς μπορούσαμε να πάρουμε απόφαση χωρίς να μιλήσουμε; Οι πύραυλοι χρειάζονται προστασία. Χρειάζονται αντιαεροπορικά συστήματα, μια πλήρη αντιαεροπορική ομπρέλα που δεν τη διαθέτει η Κύπρος. Περαιτέρω υπάρχει το θέμα της μετακίνησης των πυραύλων. Πληροφορούμαι ότι τα οχήματα που θα μεταφέρουν το πυραυλικό σύστημα, έχουν μήκος 100 μέτρων. Πώς θα ανέβουν τους στενούς και δύσβατους ορεινούς δρόμους του Τροόδους;

Στη συνέχεια ο Πρωθυπουργός αναπτύσσει πολιτικά επιχειρήματα γιατί δεν πρέπει να υπάρξει επιμονή στη μεταφορά των πυραύλων στην Κύπρο, με κυριότερα, τις διεθνείς αντιδράσεις, την στρατιωτικοποίηση του Κυπριακού και τις δυσκολίες για την ενταξιακή πορεία της Κύπρου.

Και συνέχισε: Λέτε να μεταφερθούν οι πύραυλοι στην Κύπρο και να μην αναπτυχθούν. Δεν μπορούμε όμως να είμαστε καθόλου βέβαιοι ότι δεν θα κτυπήσουν οι Τούρκοι. Στην Τουρκία επικρατεί πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα και συνεπώς υπάρχει ένα πολιτικό κλίμα που ευνοεί επιθετικές ενέργειες. Οι πύραυλοι, έστω και αποθηκευμένοι, θα αποτελούν μια συνεχή εστία έντασης. Σε ό,τι αφορά την ενταξιακή πορεία της Κύπρου, διαφωνώ ότι δεν θα επηρεαστεί, επειδή ο χρόνος ένταξης θα είναι το 2004-2005.

Θα το εγείρουν οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Βρετανοί και άλλοι και θα εμποδίσουν την ένταξη. Σε κάθε περίπτωση οι επιπτώσεις θα είναι αρνητικές από τη μεταφορά και εγκατάσταση των πυραύλων στην Κύπρο. Και κάτι άλλο. Στις 11 και 12 Δεκεμβρίου θα έλθετε στη Βιέννη για τη Σύνοδο Κορυφής. Τι θα απαντήσετε, όταν σας υποβληθεί ερώτηση για το θέμα των πυραύλων;

Πρόεδρος Κληρίδης: Η απάντησή μου θα είναι ότι θα αποφασίσει το Εθνικό Συμβούλιο.

Πρωθυπουργός Σημίτης: Δεν συμφωνείτε να δηλώσετε ότι θα έλθουν στην Ελλάδα;

Πρόεδρος Κληρίδης: Όχι, διότι θα φανεί ότι ενδώσαμε.

Πρωθυπουργός Σημίτης: Αν έλθουν τα Ηνωμένα Έθνη, το Συμβούλιο Ασφαλείας και πουν ότι η θητεία της Ειρηνευτικής Δύναμης θα ανανεωθεί, μόνο αν δεν έλθουν οι πύραυλοι; Συμφωνώ ότι δεν πρέπει να φανεί διάσταση μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας. Μπορεί να έχουμε διαφορετικές εκτιμήσεις αλλά δεν θέλουμε να αφήσουμε μόνη την Κύπρο. Ο φόβος μας όμως είναι ότι θα οδηγηθούμε σε περιπέτειες. Στόχος ήταν να δοθεί ένα μήνυμα με τους πυραύλους. Και το μήνυμα δόθηκε.

Στη συνέχεια ο Πρόεδρος Κληρίδης επιχειρηματολογεί, διαφωνώντας με τον Πρωθυπουργό Σημίτη για τα όσα είχε αναφέρει για την στρατιωτική πτυχή του θέματος. Ακολουθεί ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων διάλογος μεταξύ Σημίτη και Κληρίδη.

Πρωθυπουργός Σημίτης: Τι θα συμβεί αν οι Τούρκοι στείλουν αεροπλάνα για υπερπτήσεις πάνω από τη Λευκωσία;

Πρόεδρος Κληρίδης: Θα τους καταγγείλουμε στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Πρωθυπουργός Σημίτης: Δεν θα επηρεαστεί ο τουρισμός σας;

Πρόεδρος Κληρίδης: Θα το αντέξουμε. Η οικονομία μας είναι ισχυρή.

Πρωθυπουργός Σημίτης: Και αν οι Τούρκοι προχωρήσουν σε κάποιας μορφής χερσαία επιχείρηση, για να καταλάβουν εδάφη; Τι θα γίνει;

Πρόεδρος Κληρίδης: Θα γίνει πόλεμος!

Έκπληκτος ο Σημίτης
Ο Σημίτης άκουσε με έκπληξη και έκδηλη ταραχή τη χωρίς δισταγμούς αναφορά του Κληρίδη για πόλεμο και περιορίστηκε να αναφωνήσει επαναλαμβάνοντας δις το ερώτημα: «πόλεμος;»

Στη συνέχεια, μετά που είχα επανειλημμένα ζητήσει το λόγο, τελικά μου δόθηκε για να απαντήσω στα όσα ο Πρωθυπουργός ανέφερε για τους πυραύλους. Εξήγησα ότι τα οχήματα που θα μετέφεραν τους πυραύλους, δεν ήταν βέβαια μήκους 100 μέτρων και εξέφρασα απορία πώς ήταν δυνατό να υπάρχει μια τέτοια εντύπωση. Πρόσθεσα ότι, εν πάση περιπτώσει, το θέμα της εγκατάστασης των πυραύλων ήταν συμβατική υποχρέωση των Ρώσων, οι οποίοι είχαν μελετήσει τα πάντα και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, ούτε στη διακίνηση των οχημάτων, ούτε στην ασφαλή εγκατάσταση του πυραυλικού συστήματος. Ρωσικό προσωπικό θα παραλάμβανε τους πυραύλους, θα τους μετέφερε και θα τους εγκαθιστούσε.

Στη συνέχεια, υπέδειξα με μεγάλη λεπτομέρεια ότι παρά τις αδυναμίες στην αντιαεροπορική προστασία της Κύπρου, η Εθνική Φρουρά διέθετε αρκετά αξιόλογη και σύγχρονη αντιαεροπορική προστασία. Εξέθεσα ένα προς ένα τα αντιαεροπορικά συστήματα και το βεληνεκές τους. Σε κάποιο σημείο της λεπτομερειακής αναφοράς μου, ο Σημίτης με διέκοψε λέγοντάς μου: «Ακούστε κύριε Ομήρου, εγώ δεν είμαι στρατιωτικός». Του απάντησα: «Ούτε εγώ είμαι στρατιωτικός κύριε Πρόεδρε. Το επάγγελμα μου είναι δικηγόρος».

Ήταν προφανές ότι τόσο η ανατροπή του επιχειρήματος για την αδυναμία μεταφοράς των πυραύλων εντός Κύπρου όσο και η παράθεση των αντιαεροπορικών δυνατοτήτων της Εθνικής Φρουράς είχε ενοχλήσει. Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Θ. Πάγκαλος ο οποίος ανέφερε ότι οι Τούρκοι χρειάζονται ένα επιχείρημα για να μας επιτεθούν και με τους πυραύλους τους το προσφέρουμε. Οι Τούρκοι, είπε, θα διενεργήσουν περιορισμένης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις και η ενταξιακή ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου θα υποστεί πλήγμα. «Ξεχάστε αυτή την υπόθεση των πυραύλων» κατέληξε.

Ο Γιάννος Κρανιδιώτης, ρώτησε στη συνέχεια, αν υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω αναβολής στην έλευση των πυραύλων. Ο Πρόεδρος Κληρίδης εξήγησε ότι θα μπορούσε να υπάρξει περαιτέρω αναβολή, υπό τον όρο να καταβάλουμε αποζημιώσεις. Πρόσθεσε ότι δεν έπρεπε να ληφθεί καμιά απόφαση γιατί υπήρχε η πιθανότητα η Χέρκους να παρουσιάσει σύμφωνο μείωσης των εξοπλισμών και προς τούτο να έλθει στην Κύπρο και ο Γ.Γ. του ΟΗΕ. Αν φανεί ότι ενδώσαμε, εξήγησε, δεν θα προχωρήσει η Χέρκους.

Ο Α. Τσοχατζόπουλος σε παρέμβαση του υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι οι πύραυλοι δεν θα αναπτυχθούν, δεν θα λύσουν το αμυντικό πρόβλημα της Κύπρου. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ανέφερε, η λύση της Κρήτης είναι προτιμότερη, γιατί οι πύραυλοι θα καλύπτουν τον κρίσιμο χώρο στον αέρα, μεταξύ Τουρκίας και Κύπρου.

Στο τέλος της σύσκεψης ο Πρόεδρος Κληρίδης ζήτησε από τον Πρωθυπουργό Σημίτη να διατυπώσει γραπτώς τη θέση της Ελληνικής Κυβέρνησης για το θέμα των πυραύλων, προκειμένου να την παρουσιάσει στο Εθνικό Συμβούλιο. Ο Σημίτης απέρριψε κατηγορηματικά το αίτημα Κληρίδη. Ο Κληρίδης ανέφερε ότι θα θέσει το θέμα στο Εθνικό Συμβούλιο για απόφαση και η σύσκεψη έληξε.

Ήταν σαφές ότι η Ελληνική Κυβέρνηση είχε ισχυρότατη άποψη για τη ματαίωση εγκατάστασης στην Κύπρο του ρωσικού πυραυλικού συστήματος και προέκρινε τη λύση της Κρήτης. Ωστόσο, παρέπεμπε για τελική απόφαση στην Κύπρο. Η απόφαση της σύσκεψης ήταν να μην υπάρξει καμιά επί του θέματος ανακοίνωση, προ της 20ης Δεκεμβρίου, δεδομένου ότι η παράδοση των πυραύλων θα γινόταν το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου.

Μετά τη σύσκεψη ο Πρωθυπουργός Σημίτης δήλωσε:«Σε όλα τα θέματα που αφορούν την Ελλάδα και την Κύπρο ή την Κύπρο και την Ελλάδα ισχύει μια αρχή. Η Κύπρος αποφασίζει, υπάρχουν τα όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας τα οποία θα αποφασίσουν. Είναι λογικό οι αποφάσεις αυτές να παίρνονται σε συνεννόηση με την Ελλάδα, στο μέτρο που αφορούν την Ελλάδα, που έχει εμπλοκή και η Ελλάδα».

Ήταν φανερό ότι παρά την ισχυρότατη θέση που είχε διαμορφώσει η Ελληνική Κυβέρνηση για το θέμα των πυραύλων, δεν ήθελε να χρεωθεί το κόστος της τελικής απόφασης. Ο Πρόεδρος Κληρίδης δεν εξέφρασε δημοσίως καμιά διαφωνία.

Στην πραγματικότητα η σύσκεψη της 27ης Νοεμβρίου, έθεσε τέρμα στην υπόθεση έλευσης των πυραύλων στην Κύπρο. Όσα έμελλε να ακολουθήσουν τις επόμενες εβδομάδες ήταν περισσότερο η τυπική διαδικασία επικύρωσης της προηγηθείσας απόφασης. Ο κύβος είχε ριφθεί!.

Στις 29 Δεκεμβρίου ο Πρόεδρος Κληρίδης πήγε για μονοήμερη επίσκεψη στην Αθήνα, ύστερα από πρόσκληση του Πρωθυπουργού Σημίτη. Στη σύσκεψη επαναβεβαιώθηκε η θέση για μεταφορά των πυραύλων στην Κρήτη. Ο Κληρίδης επέστρεψε αυθημερόν στην Κύπρο και το βράδυ προήδρευσε συνεδρίας του Εθνικού Συμβουλίου, το οποίο κατά πλειοψηφία συμφώνησε με τη ματαίωση έλευσης του ρωσικού πυραυλικού συστήματος. Με δήλωση του ο Πρόεδρος Κληρίδης, την οποία ανέγνωσε στους δημοσιογράφους ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, ανελάμβανε την ευθύνη για την θλιβερή απόφαση.

Η υποβολή παραίτησης από τη θέση του ΥΠΑΜ
Στις 4 Ιανουαρίου 1999 επέδωσα προς τον Πρόεδρο Κληρίδη επιστολή με την οποία υπέβαλλα την παραίτηση μου. Μεταξύ άλλων ανέφερα:

«Ως Υπουργός Άμυνας της Δημοκρατίας κατά τους τελευταίους δέκα μήνες γνωρίζετε ότι πρόβαλα και διακήρυξα κατ’ επανάληψη την προσήλωση τόσο τη δική μου όσο και ευρύτερα της Κυβέρνησης στο αδιαπραγμάτευτο και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα της Κύπρου να οργανώνει την άμυνα της ως κράτος ανεξάρτητο, ισότιμο μέλος της Διεθνούς Κοινότητας.

» Οι τελευταίες εξελίξεις που οδήγησαν στην απόφαση ματαίωσης της εγκατάστασης του ρωσικού πυραυλικού συστήματος στην Κύπρο, θεωρώ ότι επέφεραν σοβαρό τραυματισμό στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας στον κορυφαίο και ζωτικό τομέα της άμυνας, που συνιστά θεμελιακό πυλώνα στον αγώνα του λαού μας για ελευθερία και δικαίωση.

» Κατόπιν τούτων και μετά και την απόφαση του Κ.Σ. ΕΔΕΚ για αποχώρηση από την Κυβέρνηση, σας υποβάλλω την παραίτησή μου.
» Εύχομαι και προσδοκώ ότι παρά τις σημερινές δυσκολίες η υπόθεση της άμυνας της Κύπρου θα διαφυλαχθεί και το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, ως κορυφαία επιλογή του Ελληνισμού».

*Πρώην Πρόεδρος της Βουλής και πρώην υπουργός Αμυνας.

περισσότερα εδώ: slpress.gr

Με την ελληνοτουρκική διένεξη και μια πιθανή σύγκρουση εντός του 2019 ασχολούνται εκτενώς όλα τα γερμανόφωνα ΜΜΕ δηλαδή γερμανικά και αυστριακά δημιουργώντας όμως ένα κλίμα ύπαρξης «αμφισβητούμενων νησιών με ασαφές καθεστώς ιδιοκτησίας στο Αιγαίο».

Με έναν «σιωπηλό» τρόπο επιχειρείται να παρουσιαστεί ότι η Τουρκία έχει «λόγους» για να διεκδικεί στο Αιγαίο ελληνικά νησιά αφού «Συμφωνία για τα θαλάσσια σύνορα και κατά συνέπεια, σε ποια από τις δύο χώρες ανήκουν ορισμένες βραχονησίδες, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα»!

Συνεπώς δεν θεωρούν την Συνθήκη της Λωζάνης και των Παρισίων επαρκείς για την ιδιοκτησία νησιών και νησίδων που βρίσκονται υπό ελληνική κυριαρχία

Η αυστριακή Kronen αναφέρεται στην αυξανόμενη τάση της τουρκικής πλευράς να αμφισβητεί την ελληνικότητα ορισμένων νησιών και συνεχίζει: «Η Ελλάδα και η Τουρκία μπορεί να είναι επίσημα σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, αλλά βγαίνουν στην επιφάνεια συνεχώς διενέξεις. Οι εχθρικές πράξεις ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα συσσωρεύτηκαν το 1974 με την κρίση στην Κύπρο, όταν μετά από τουρκική εισβολή στο βόρειο τμήμα του νησιού παραλίγο να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στις δύο χώρες.»

«Αυτήν την εποχή υπάρχουν πολλές διενέξεις στο Αιγαίο» συνεχίζει ο αρθογράφος. «Πολλά μικρά και συχνά ακατοίκητα νησιά καθιστούν ασαφή τα θαλάσσια σύνορα ανάμεσα στις δύο χώρες. Τα περασμένα χρόνια συχνά καταγράφηκαν αντιπαραθέσεις ανάμεσα στα ελληνικά και τουρκικά πολεμικά πλοία, όπως και σε μαχητικά αεροσκάφη. Συμφωνία για τα θαλάσσια σύνορα και κατά συνέπεια, σε ποια από τις δύο χώρες ανήκουν ορισμένες βραχονησίδες, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα».

Οι απόψεις αυτές είναι οι ίδιες τις οποίες ασπάζεται το γερμανικό και το ευρωπαϊκό κατεστημένο. Σε περίπτωση σύγκρουσης Ελλάδας-Τουρκίας και αναγκαστικής έναρξης διαπραγματεύσεων για το καθεστώς πολλών νησιών και νησίδων στο Αιγαίο θα πάρουν το μέρος της Άγκυρας ως προς την απαίτησή της ότι μέρος από αυτά της ανήκουν, για να «τελειώνουν» τα ελληνοτουρκικά... μια και καλή

Και οι Αμερικανοί αλλά και οι Ευρωπαίοι θέλουν να εκμεταλλευθούν άμεσα τα κοιτάσματα της Α.Μεσογείου και να προχωρήσει η κατασκευή του East Med.

Για να γίνει αυτό θα πρέπει να έχουν «λυθεί» όπως-όπως όλα τα προβλήματα που εντέχνως δημιουργεί η Άγκυρα επί δεκαετίες. Ειδικά τώρα που η Ελλάδα αποδυναμώθηκε από τόσα χρόνια μνημονίων.

Aρκεί να πούμε πως οι Τούρκοι διεκδικούν 156 ελληνικά νησιά και νησίδες.

Οι τελευταίες ελληνοτουρκικές εντάσεις όχι μόνο καταγράφονται στον γερμανόφωνο τύπο με δημοσιεύματα στις διαδικτυακές γερμανικές και αυστριακές εφημερίδες, αλλά σε αυτά εκφράζεται έκδηλη ανησυχία για το ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επικίνδυνη κλιμάκωση στο Αιγαίο.

«Η διένεξη για τα θαλάσσια σύνορα και τις εδαφικές αξιώσεις στο Αιγαίο ανάμεσα στις δύο χώρες απειλείται να κλιμακωθεί» επισημαίνει η Westdeutsche Zeitung.

«Τουρκικά μαχητικά παραβίασαν πολλές φορές τον ελληνικό εναέριο χώρο, η ελληνική κυβέρνηση πέρασε στην αντεπίθεση, καταρχήν λεκτικά» περιγράφει την κατάσταση.

Νατοϊκοί σύμμαχοι μεν, αλλά…. συνεχείς παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου από τουρκικά μαχητικά

Ο γερμανός αρθρογράφος κάνει εκτενή αναφορά στις προειδοποιήσεις του αρχηγού του ΓΕΕΘΑ Ευάγγελου Αποστολάκη και σε αυτές που έκανε και ο υπουργός Άμυνας Πάνος Καμμένος μετά το περιστατικό με την παραβίαση του εναέριου χώρου του Καστελόριζου από τουρκικά μαχητικά λίγο μετά την αποχώρησή του από το νησί.

pronews.gr

Οι Κούρδοι θέλουν να δημιουργήσουν ανεξάρτητο κράτος. Επί δεκαετίες ποντάρουν στη βοήθεια των υπερδυνάμεων. Πρώτα στην ΕΣΣΔ και έπειτα στις ΗΠΑ. Οι υπερδυνάμεις πάντα τους προδίδουν και κερδισμένη βγαίνει η Τουρκία, που ποντάρει στον εαυτό της και εκμεταλλεύεται πονηρά τους ανταγωνισμούς στην παγκόσμια σκακιέρα. Αυτό είναι το κουρδικό πάθημα που πρέπει να μας γίνει μάθημα.

Ως γνωστόν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η χώρα του νίκησε στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους και αποφάσισε να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από τη Συρία. Οι Κούρδοι θεωρούν ότι τώρα πλέον βρίσκονται στο έλεος της Τουρκίας. Αντί για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, αυτός ο λαός, ο οποίος έδωσε πολύ αίμα στον αγώνα εναντίον του Ισλαμικού Κράτους (περίπου 10.000 νέοι σκοτώθηκαν στις μάχες), διαπιστώνουν ότι η Τουρκία, η χώρα που τους καταπιέζει και τους δολοφονεί, διευρύνει τα όρια της επιρροής της. Δεν αποκλείεται η Τουρκία να καταλάβει στρατιωτικά τις περιοχές της Συρίας που ελέγχονταν από τους Κούρδους.

Η απόφαση των ΗΠΑ να προδώσουν τους Κούρδους ελήφθη έπειτα από τηλεφώνημα του προέδρου Τραμπ με τον Τούρκο ομόλογό του Ρ.Τ. Ερντογάν. Ενα τηλεφώνημα, στο οποίο πιθανότατα δόθηκε η υπόσχεση να μην αλλάξει «στρατόπεδο» η Τουρκία, θεωρήθηκε αρκετό για να λησμονηθούν οι θυσίες των Κούρδων.

Τελικά δεν είναι θέμα συσχετισμών δυνάμεων αλλά εθνικής απόφασης για επιβίωση και ηγεσίας. Η Τουρκία ήταν το χαϊδεμένο παιδί των ΗΠΑ και όταν υπήρχε ΕΣΣΔ και τώρα που δεν υπάρχει. Ο Ερντογάν έδειξε ότι μπορεί εύκολα να αλλάξει συμμαχίες και, αντί οι ΗΠΑ να τον συντρίψουν, τελικά τον εξευμενίζουν.

Με την ίδια ευκολία που οι Αμερικανοί αφήνουν τους Κούρδους στα κρύα του λουτρού θα αφήσουν και εμάς, χαρίζοντάς μας για τις όποιες θυσίες και «αβαρίες» μας μια συλλογή από ωραία, ανέξοδα λόγια. Το ίδιο θα κάνουν και οι Ρώσοι και όποιοι άλλοι. Σταθερός σύμμαχός μας είναι μόνο ο εαυτός μας.

dimokratianews

«Οι Έλληνες θα συντρίψουν τους Τούρκους»

Πρώτο θέμα στον ρωσικό τύπο η πιθανότητα πολεμικής διένεξης Ελλάδος και Τουρκίας. Η ανώτατη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδος εξαπέλυσε μια σειρά ασυνήθιστα αυστηρών προειδοποιήσεων προς την Τουρκία, απειλώντας να συντρίψει τα στρατεύματά της αν τολμήσουν να αποβιβαστούν σε οποιαδήποτε αμφισβητούμενη νησίδα στο Αιγαίο, αλλά και η Άγκυρα δεν «έκανε πίσω» στα λόγια της, αναφέρει το μεγαλύτερο πρακτορείο ειδήσεων στην Ρωσία το Russia Today.

Μεγάλη έκταση στο ρωσικό τύπο πήραν οι προειδοποιήσεις του υπουργού άμυνας Πάνου Καμμένου, ο οποίος δήλωσε ότι «όποιος τολμήσει οτιδήποτε θα τους συντρίψουν (οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις). «Η Αθήνα θέλει ειρήνη, αλλά δεν θα παραχωρήσει ένα εκατοστό του εδάφους της».

Αυτές οι δηλώσεις «κτύπησαν» ηχηρά στα «αυτιά» των Ρώσων αξιωματούχων στο Κρεμλίνο, οι οποίοι διαβλέπουν την μεγάλη πιθανότητα πρόκλησης ακόμα και πολεμικής ρήξης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, με θέμα τις βραχονησίδες και τα 18 αμφισβητούμενα νησιά τα οποία «παρουσιάζουν» οι Τούρκοι με χάρτες και σχεδιαγράμματα στην διεθνή κοινή γνώμη.

Οι δηλώσεις του Έλληνα ΥΠΑΜ και Α/ΓΕΕΘΑ έκαναν μεγάλη εντύπωση μέσω του τύπου και στους Ρώσους πολίτες, οι οποίοι απεχθάνονται τους Τούρκους.

«Επί του παρόντος, Ελλάδα και Τουρκία έχουν πολλές και μεγάλες διαμάχες μπροστά τους με θέμα το Αιγαίο.
Η θάλασσα αυτή διαθέτει δεκάδες μικρά νησάκια που καθιστούν τα θαλάσσια σύνορα ιδιαίτερα προκλητικά. Υπάρχουν πολλές συγκρούσεις μεταξύ των δύο χωρών που έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια», αναφέρει το ρωσικό άρθρο που και το ίδιο προμηνύει πιθανή ρήξη για την τύχη νησιών και βραχονησίδων που έχουν όμως οριστεί σαφώς με την συνθήκη της Λωζάνης την οποία θέλουν να καταργήσουν οι Τούρκοι πάση θυσία.

Σύμφωνα με παλαιότερο άρθρο μας είχαμε αναφέρει ότι ρωσικό ινστιτούτο σύμφωνα με άρθρο στο RT ρίχνει στην Ελλάδα ακόμα μεγαλύτερη «βόμβα».

Συγκεκριμένα αναφέρει ότι «ο Ερντογάν κατ ‘επανάληψη από την αρχή της προεδρίας του, έχει δηλώσει ρητώς και κατηγορηματικώς ότι διάφορα ελληνικά νησιά ανήκουν σε τουρκικό έδαφος επειδή είναι κοντά στην Τουρκία και μακριά από την ηπειρωτική Ελλάδα», όπως είχε δηλώσει σε συνέντευξή του ο Διευθυντής του Κέντρου Ανατολικών Σπουδών Διεθνών Σχέσεων και διεθνούς διπλωματίας στην Μόσχα βασικός σύμβουλος του ρωσικού ΥΠΕΞ Βλαντιμίρ Λούτκοκ.

Αυτό θα οδηγήσει σε νέο γύρο πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας , αναφέρει το RT.

Η διαμάχη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο χρονολογείται από την εποχή της εμφάνισης του σύγχρονου τουρκικού κράτους.

Σύμφωνα με τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης του 1923, η οποία έληξε με την κατανομή των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, τα περισσότερα από τα νησιά του Αιγαίου, ακόμη και αυτά που βρίσκονται κοντά στις τουρκικές ακτές, είναι Ελληνικά . Αργότερα, μετά το 1947, ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα και τα Δωδεκάνησα.

Οι σχέσεις μεταξύ χωρών που δεν ήταν φιλικές από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 άρχισαν να επιδεινώνονται γρήγορα μετά τη σύγκρουση στην Κύπρο και την εισβολή τουρκικών στρατευμάτων στο βόρειο τμήμα του νησιού το 1974.

Η υπογραφή του 1982 της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας έδωσε την Ελλάδα την ευκαιρία να διεκδικήσει την επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 μίλια.

Η Τουρκία θεωρεί όμως ότι αυτό αποτελεί απειλή για την ασφάλειά της.

Και οι δύο χώρες επίσης ορίζουν τα σύνορα του εναέριου χώρου τους διαφορετικά, γεγονός που οδηγεί σε πολυάριθμα περιστατικά μεταξύ των τουρκικών και των ελληνικών αεροπορικών δυνάμεων στον αέρα. Το 1987 και το 1996, οι χώρες βρέθηκαν κοντά στα όρια μιας ένοπλης σύγκρουσης. Την τελευταία φορά η σύγκρουση δεν έλαβε χώρα, εξαιτίας της παρέμβασης του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, καταλήγει το ρωσικό ινστιτούτο.

Άρα σύμφωνα με όλα αυτά, οι δηλώσεις ειδικά αυτές του Α/ΓΓΕΘΑ Ναυάρχου Αποστολάκη περί ισοπέδωσης «οποιασδήποτε» προσπάθειας αποβίβασης τουρκικών δυνάμεων σε ελληνική βραχονησίδα, αποτελούν μέγιστη αφύπνιση για την ελληνική κοινωνία.

Υπάρχουν πληροφορίες πιθανότατα ότι οι Τούρκοι όντως απεργάζονται τέτοιου είδους σχέδια για μικρονήσους, ή βραχονησίδες μας και για αυτό και μας απειλούν συνεχώς με «νομιμοφανείς» δηλώσεις (προς την διεθνή κοινότητα) κατά των ελληνικών συμφερόντων.

Οι Ρώσοι ενδιαφέρονται πραγματικά για την ανεμπόδιστη πορεία των πλοίων τους στο Αιγαίο, όπως και οι Αμερικανοί, που ετοιμάζουν την μεταφορά υγροποιημένου αερίου με σταθμό στην Αλεξανδρούπολη.

Οι δύο υπερδυνάμεις κοιτούν όμως μόνο αποκλειστικά τα συμφέροντα τους και τίποτα παραπέρα.
Για αυτό και ο Έλληνας Ναύαρχος είπε ότι θα «πολεμήσουμε μόνοι μας».

Πάντα όμως είχαμε την βοήθεια της Υπερμάχου Παναγίας την οποία όμως κάποιοι σήμερα προσπαθούν να την διώξουν από την ψυχή του Έλληνα.

Αθανάσιος

Το εμπεδώσαμε. Ο Πάνος είναι πατριώτης. Έτσι και δοκιμάσουν οι Τούρκοι το παραμικρό, θα φορέσει ο Πάνος την στολή του και τα παράσημά του θα αστράφτουν κάτω από τον γαλανό ουρανό του Αιγαίου. «Ένα χιλιοστό κίνηση να κάνουν θα τους τσακίσουμε, θα τους συντρίψουμε», είπε το σκληρό μας αγόρι.

Είπαμε! Ούτε μια σπιθαμή γης. Σύμφωνοι! Αλλά προς τι η τόση ένταση;

Υπάρχει κάποιος λόγος;
Βγήκε ο τουρκικός στόλος στα ανοικτά και έκοψε το Αιγαίο στα δύο;
Κάνουν τα τουρκικά αεροσκάφη υπερπτήσεις πάνω από τα κατοικημένα μας νησιά;
Μας αμφισβητούν το δικαίωμά μας να βοσκήσουμε τα πρόβατά και τα κατσίκια μας στις γαλανόλευκες βραχονησίδες μας;
Δεν αφήνουν τον υπουργό μας να πάει στα Ίμια να καταθέσει στεφάνι;

Για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας! Αυτά και πολλά ακόμη συμβαίνουν εδώ και πολλά χρόνια. Ειδικά τα τελευταία τέσσερα χρόνια όμως, στην εποχή αυτών που πιστεύουν ότι «δεν υπάρχουν σύνορα στην θάλασσα», τα πράγματα έχουν γίνει πιο άσχημα απ’ ότι ήσαν. Δεν υπάρχει, πάντως, κάτι καινούργιο. Πέραν από τις δηλώσεις των κ.κ. Καμμένου και Αποστολάκη. Αποφασίσαμε να αλλάξουμε στρατηγική; Για ποιόν ακριβώς λόγο; Κι αν ναι, ποιος ακριβώς αποφασίζει για τέτοια κρίσιμα θέματα; Φανταζόμαστε όχι ένας υπουργός από μόνος του ή έστω μία κυβέρνηση. Ότι θα έχουν ενημερωθεί σχετικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Όπως, δηλαδή, συμβαίνει σε κάθε σοβαρή χώρα.

Το κακό είναι ότι στην Ελλάδα τα εθνικά θέματα έχουν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές για μικροπολιτικούς σκοπούς. Μόνο που έτσι έχουμε ήδη δημιουργήσει ζημιά στα συμφέροντά μας. Σε αντίθεση με τους γείτονές μας, οι οποίοι έχουν μία σταθερή πολιτική που δεν επηρεάζεται από τις πολιτικές αλλαγές.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι κρύβει αυτή η ξαφνική άνοδος του θερμομέτρου. Μπορεί η στρατιωτική μας ηγεσία να έχει πληροφορίες που δεν μπορεί να τις μοιραστεί με εμάς τους κοινούς θνητούς. Από την άλλη, όμως, είναι υποχρεωμένη να δώσει λόγο στην κυβέρνηση και η κυβέρνηση στο υπόλοιπο πολιτικό σύστημα.

Από την άλλη, ο Πάνος Καμμένος δεν μας εμπνέει. Δεν είναι το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να μας πείσει για την σοβαρότητα της κατάστασης. Έχει πει τόσα πολλά μέχρι σήμερα που την κρίσιμη ώρα (αν και εφόσον αυτή υπάρξει) δεν θα γίνεται πιστευτός. Είναι η γνωστή ιστορία με το «λύκος – λύκος».

Ο κ. Τσίπρας, λοιπόν, έχει υποχρέωση να αποσαφηνίσει την κατάσταση. Και κυρίως να μην αφήσει τον αποσταθεροποιημένο πολιτικά Πάνο Καμμένο να παίξει το πολιτικό του μέλλον πάνω στα ελληνοτουρκικά. Εκτός κι αν αυτό δεν ενοχλεί! Σε μία τέτοια περίπτωση θα μιλάμε για ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παιγνίδι. Προσωπικά δεν μπορώ να πιστέψω κάτι τέτοιο…

Θανάσης Μαυρίδης
Liberal

Μπαράζ υπερπτήσεων και παραβιάσεων από το καθεστώς του «σουλτάνου» και με μεταφορά αεροπλάνων από άλλες βάσεις

Ρεπορτάζ Ανδρέας Κούτρας

Επικίνδυνα παιχνίδια της Τουρκίας στο Αιγαίο, με την προκλητικότητα να χτυπάει «κόκκινο» και την πολεμική ρητορική να συνεχίζεται από τον υπουργό Αμυνας Χουλουσί Ακάρ, ο οποίος επανέλαβε τα περί «γαλάζιας πατρίδας» και τα περί μη αποδοχής «τετελεσμένων» στην ανατολική Μεσόγειο. Μαχητικά της γειτονικής χώρας προέβησαν σε «εικονικές προσβολές» στο Καστελόριζο και σε άλλα νησιά του Αιγαίου, κάνοντας ρεκόρ υπερπτήσεων (έφτασαν τις 10 σε μία ημέρα), ενώ η τουρκική δραστηριότητα προκάλεσε την ελληνική στρατιωτική αντίδραση, με την εικόνα σε ορισμένες φάσεις στον αέρα του Αρχιπελάγους να μοιάζει... πολεμική.

Ο τουρκικός παροξυσμός εκδηλώθηκε λίγη ώρα μετά την αποχώρηση με Σινούκ του υπουργού Εθνικής Aμυνας Πάνου Καμμένου από το Καστελόριζο (είχε διανυκτερεύσει στο νησί και συνοδευόταν από τους Α/ΓΕΣ και Α/ΓΕΝ), αλλά και μετά τη συμφωνία Τσίπρα - Νετανιάχου - Αναστασιάδη για την κατασκευή του αγωγού EastMed το πρώτο τρίμηνο του 2019. Οι εξελίξεις στα ενεργειακά, το γεγονός ότι το Καστελόριζο αποκλείει την Τουρκία από τα κοιτάσματα της λεκάνης της ανατολικής Μεσογείου και η απομόνωση της χώρας του Ταγίπ Ερντογάν, όπως είπε χθες ο Γιώργος Κατρούγκαλος, συνδέονται άμεσα με το μπαράζ των επιθετικών ενεργειών της γειτονικής χώρας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου.

Χθες, η Τουρκία φάνηκε ότι είχε προετοιμάσει το σχέδιο «επίθεσής» της στο Αιγαίο λόγω της επίσκεψης Καμμένου στο Καστελόριζο, αλλά και για να δείξει την ενόχλησή της για τη δήλωση του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, ναυάρχου Ευάγγελου Αποστολάκη, «θα σας ισοπεδώσουμε αν τολμήσετε να ανεβείτε σε ελληνική βραχονησίδα».

«Μετακόμιση»

Μετέφερε από τις πρώτες πρωινές ώρες επιπλέον μαχητικά στην αεροπορική βάση του Ντάλαμαν από άλλες βάσεις, με σκοπό να διεξαγάγει το μπαράζ των προκλήσεων. Ξεκίνησε νωρίς νωρίς, καθώς στις 08.42 ένα ζευγάρι τουρκικών F-16 μπήκε στο FIR Αθηνών και στις 08.43 πέταξε πάνω από το Καστελόριζο, σε ύψος μόλις 4.000 ποδών. Ηταν λίγο αφότου είχε απογειωθεί από το νησί το ελικόπτερο που μετέφερε τον υπουργό Εθνικής Αμυνας στην περιοδεία του στα νησιά του Αιγαίου.

Εκτοτε ακολούθησε σωρεία παραβιάσεων και πτήσεων πάνω από ελληνικό έδαφος. Στις 11.25, δύο τουρκικά F-16 πέταξαν 25.000 πόδια πάνω από το Καστελόριζο και, στις 11.31, πέταξαν σε ύψος 30.000 ποδών ξανά πάνω από το Καστελόριζο και συνέχισαν κάνοντας υπερπτήση και στη νήσο Ρω. Στις 14.14, άλλο ένα ζεύγος τουρκικών F-16 πέταξε πάνω από τη Μεγίστη, στα 28.000 πόδια. Στο μεταξύ, οι Τούρκοι χτυπούσαν και στο σύμπλεγμα των Οινουσσών: ζεύγος F-16 πέταξε πάνω από το νησί στις 10.43, 10.48 και 10.59 σε ύψος 25.000 ποδών, ενώ στις 10.51 ένα τουρκικό F-16 πέταξε πάνω από τις Οινούσσες και ακόμη ένα F-16 πάνω από τη νήσο Παναγιά.

Η ελληνική Πολεμική Αεροπορία είχε διαρκώς στον αέρα μαχητικά για να αναχαιτίζει τα τουρκικά. Πηγές του Πενταγώνου ανέφεραν ότι τα τουρκικά αεροσκάφη πολιορκούσαν το Καστελόριζο εισερχόμενα και από το FIR Λευκωσίας, εκεί όπου η Αγκυρα είχε δεσμεύσει περιοχή για δήθεν άσκηση. Οι αριθμοί των χθεσινών τουρκικών προκλήσεων μιλούν από μόνοι τους: 35 παραβιάσεις του FIR Αθηνών, 110 παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου και 6 εμπλοκές.

Δοκίμασαν πύραυλο με εμβέλεια 280 χλμ.!

Ανεβάζει κι άλλο τον υδράργυρο στο Αιγαίο η Τουρκία, καθώς χθες έδωσε στη δημοσιότητα πλάνα από επιτυχημένη δοκιμαστική εκτόξευση πυραύλου, η εμβέλεια του οποίου φτάνει τα 280 χλμ. Πρόκειται για το τουρκικό υπερόπλο, έναν πύραυλο εδάφους εδάφους, που αλλάζει εντελώς τον συσχετισμό ισχύος και προκαλεί ανησυχία στη Μεσόγειο και τη Βαλκανική. Τις εικόνες δημοσίευσε ο γενικός γραμματέας Εξοπλισμών της Τουρκίας Ισμαήλ Ντεμίρ, σε μια προσπάθεια επίδειξης ισχύος της χώρας του, αναφέροντας ότι ο «Bora» χτύπησε τον στόχο του με μεγάλη ακρίβεια.

Η πρώτη δοκιμή του εν λόγω όπλου είχε γίνει τον Μάιο του 2017 στη Σινώπη, παρουσία του υπουργού Αμυνας της χώρας Φικρί Ισίκ. Τότε ο Ισίκ είχε δηλώσει ότι η δοκιμή στέφθηκε με επιτυχία, προσθέτοντας πως ο πύραυλος με βεληνεκές 280 χιλιομέτρων μπορεί να πλήξει από τα παράλια της Τουρκίας ακόμα και στόχους εντός Αττικής, το Ηράκλειο Κρήτης, τη Θεσσαλονίκη και οποιοδήποτε σημείο της Κύπρου.

Μάλιστα, είχε προαναγγείλει ότι η Τουρκία σκοπεύει να κατασκευάσει ακόμα καλύτερους πυραύλους και πως υπάρχει η δυνατότητα ο «Bora» να εξελιχθεί περαιτέρω, με στόχο να καλύπτει βεληνεκές έως 1.000 χιλιόμετρα. Ο εν λόγω πύραυλος φέρει συμβατική κεφαλή 470 κιλών και κατασκευάζεται από την τουρκική κρατική εταιρία Ροκετσάν.

Δημοκρατία

Κ. Γρίβας*

Η απαγκίστρωση των ΗΠΑ από την Συρία και η ταυτόχρονη ένταση των προκλήσεων της Τουρκίας και στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, αποδεικνύει κατά τον καθηγητή γεωπολιτικής στην Σχολή Ευελπίδων, Κωνσταντίνο Γρίβα, ότι αποδυναμώνει το επιχείρημα, ότι μεγάλοι παίκτες ισχύος θα προστατέψουν Ελλάδα και Κύπρο, αν αυτές ταυτιστούν απόλυτα μαζί τους, όπως είπε στον 98.4

Κατά τον ίδιο τον κ. Γρίβα, επειδή μαθηματικά μια κορύφωση της σύγκρουσης με την Τουρκία με οποιοδήποτε τρόπο, είναι αναπόφευκτη σταδιακά, αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα για να ληφθεί σοβαρά υπόψη από την άλλη πλευρά, ότι τυχόν υπέρβαση της κόκκινης γραμμής θα σημαίνει απρόβλεπτες εξελίξεις για όλους, είναι μια ολιστική στρατηγική αποτροπής όχι μόνο προς Ανατολάς, αλλά σε όλο το εύρος των εθνικών συμφερόντων της χώρας.

«Οι τελευταίες εξελίξεις, η απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συρία και η συμφωνία για τους Πάτριοτ στην Τουρκία δείχνουν ότι οι ΗΠΑ θέλουν να δώσουν το ρόλο του τοποτηρητή της περιοχής στην Τουρκία.
Η άποψη ότι κατά κάποιο τρόπο το Ισραήλ θα παίξει το ρόλο προστάτη και στρατιωτικού προστάτη για την Ελλάδα και την Κύπρο, να κάνουν δηλαδή ότι δεν κάνουν οι ΗΠΑ, είναι και αυτό είναι φενάκη», υπογράμμισε μεταξύ άλλων ο κ. Γρίβας.

«Νομοτελειακά θα κινηθούμε σε πολύ πιο επικίνδυνες καταστάσεις στο μέλλον. Το μόνο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι να επενδύσουμε στον εαυτό μας και να οικοδομήσουμε μια αποτρεπτική στρατηγική. Ειναι δεδομένο κατά την αποψή μου ότι κινούμαστε σε μια κατεύθυνση η οποία σε βάθος χρόνου θα οδηγήσει σε εντονότατη σύγκρουση την Ελλάδα με την Τουρκία. Αν αυτή οδηγηθεί σε πόλεμο ή σε παράδοση της Ελλάδας θα το δούμε. Γι΄αυτό λέω ότι χρειαζόμαστε μια δραστική ενίσχυση των μαχητικών και αποτρεπτικών ικανοτήτων».

Κ. Γρίβας, Καθηγητής Γεωπολιτικής

iellada.gr/

Γράφει η Κύρα Αδάμ

Με διαφορά ολίγων ωρών, ο κλυδωνιζόμενος- αναχωρών- αλλά μονίμως στην καρέκλα του -υπουργός Άμυνας Π Καμμένος δήλωσε υπερηφάνως την προσεχή ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ το επόμενο πεντάμηνο και ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Ευαγ. Αποστολάκης ανακοίνωσε την ισοπέδωση των Τούρκων που θα ανέβουν σε ελληνική βραχονησίδα, καλυπτόμενος πίσω από «τη μία κόκκινη γραμμή» της κυβέρνησης.

Και οι δύο αυτές σχεδόν ταυτόχρονες δηλώσεις της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας ανεβάζουν επικίνδυνα το πολιτικό θερμόμετρο:

* Όχι μόνον στις ήδη βαριά διαταραγμένες σχέσεις με την Τουρκία, αλλά και,

* στο εσωτερικό της χώρας, καθώς το πλέον προβληματικό κομμάτι της σημερινής κυβέρνησης (Π Καμμένος για το θέμα των Σκοπίων), αλλά και η επιχειρησιακή διαβεβαίωση του αρχηγού ΓΕΕΘΑ επιχειρούν να δημιουργήσουν κλίμα «εθνικής ανάτασης» και ..ανάστασης των εθνικών ανακλαστικών έναντι της Τουρκίας ,τα οποία κοιμούνται μακαρίως τον διπλωματικό ύπνο τους, τουλάχιστον τα τελευταία τρία χρόνια.

Και οι δύο δηλώσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Δεν προέρχονται από καμία επίσημη ανακοίνωση της κυβέρνησης και των οργάνων της.

Κανένα Υπουργικό Συμβούλιο της κυβέρνησης Τσίπρα δεν ανακοίνωσε ποτέ «την ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ». Η κυβέρνηση έχει πράξει σωστά μέχρι τώρα, αφού γνωρίζει ότι το Δίκαιο της Θάλασσας απαγορεύει ρητώς την μονομερή οριοθέτηση της ΑΟΖ, εκτός αν επιδιώκει την σύγκρουση με τον απέναντι παράκτιο κράτος, εν προκειμένω την Τουρκία. (σσ. η «ανακήρυξη» της ΑΟΖ είναι όρος ανύπαρκτος και οδηγεί με οπισθοχρονική φαντασία σε κήρυξη και ανακήρυξη Ολυμπιακών Αγώνων 2004).

Οι δηλώσεις του αρχηγού ΓΕΕΘΑ περί ισοπέδωσης κλπ δεν έπονται κανενός ΚΥΣΕΑ, ούτε έχει εξουσιοδοτηθεί ο ίδιος από την κυβέρνηση να προβαίνει σε υψηλού ρίσκου δηλώσεις, (αν και οι πράξεις που υπονοεί είναι αυτονόητες σε περίπτωση καταπάτησης εθνικής κυριαρχίας).

Επιπροσθέτως, ο μη εκπαιδευμένος στον χειρισμό των ΜΜΕ ναύαρχος Αποστολάκης, με την «αυθόρμητη» στρατιωτική απάντηση του, περιορίστηκε σε επιχειρησιακή περιγραφή που αφορά σε βραχονησίδες, αφήνοντας να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι η Άγκυρα αμφισβητεί ανοιχτά και εμπράκτως με στρατιωτικά μέσα πλέον ,το ιδιοκτησιακό καθεστώς και ελληνικών νήσων και νησίδων και κυρίως ξεχνώντας ,ότι την ίδια την στιγμή των δηλώσεων του, τμήμα της κυριαρχίας της Λήμνου αλλά και οι Μελαδιοί και τα Χταπόδια βρίσκονται σε μόνιμη τουρκική κατοχή.

Τα «προεόρτια» της τουρκικής αντίδρασης ήταν άμεσα, πέραν του μπαράζ παραβιάσεων τουρκικών μαχητικών και παρενόχλησης του υπουργού Άμυνας στο Καστελόριζο την Πέμπτη το πρωί:

Αστραπιαία επικοινωνία διαμαρτυρίας της τουρκικής κυβέρνησης προς την κυβέρνηση Τράμπ, υπόσχεση αυτής για την παράδοση μέχρι τον Ιούνιο 2019 των πρώτων 10 F-35 στην Άγκυρα ,καθώς και άμεση παράδοση των νέου τύπου συστοιχιών PATRIOT σε τουρκικό έδαφος.

Οι υψηλού ρίσκου ελληνικές λεκτικές προειδοποιήσεις – αναγγελίες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του ΥΠΕΘΑ ουδόλως αποκλείουν την περίπτωση πρόκλησης «ελεγχόμενης κρίσης» από την πλευρά της Τουρκίας το επόμενο διάστημα. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο βεβαίως, θα οδηγήσει σε παράταση του χρόνου θητείας της κυβέρνησης στο σύνολο της.

Αλλά θα ανοίξει τον δρόμο για την αναγκαστική επιτάχυνση της προσφυγής Ελλάδας και Τουρκίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από συνυποσχετικό εφ όλης της ύλης των ελληνοτουρκικών θεμάτων, σύμφωνα με την πρόταση που κυοφορεί επισήμως η Άγκυρα και η Αθήνα, δεν μπορεί να αρνηθεί στο τέλος της ημέρας.



ProNews

Μετά την αλλοπρόσαλλη στάση του στο «Μακεδονικό» και στη χρονική στιγμή που θα αποφασίσει να αποσύρει τους υπουργούς του από την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ο Πάνος Καμμένος έσπευσε χθες, να χρησιμοποιήσει το θέμα της ανακήρυξης της ΑΟΖ προκειμένου να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη και να στρέψει τα βλέμματα μακριά από τη Συμφωνία των Πρεσπών

Επικίνδυνα παιχνίδια προχειρότητας και τζάμπα πατριωτικής στάσης, παίζει ο Πάνος Καμμένος με την ανοχή του Μεγάρου Μαξίμου. Την ίδια στιγμή προβληματισμό προκαλούν οι «κόκκινες γραμμές» που έθεσε ο ναύαρχος Ευάγγελος Αποστολάκης, αρχηγός ΓΕΕΘΑ, ο οποίος, ορθώς μεν επιβεβαίωσε την ετοιμότητα του ελληνικού στρατού και την αποφασιστικότητά του, ωστόσο, οι δηλώσεις γίνονται σε μια χρονική περίοδο που οι Τούρκοι επιδιώκουν να ρίξουμε νερό στο μύλο της «πολεμικής» αντιπαράθεσης. Και βεβαίως να τους βοηθήσουμε να εξάγουν την εσωτερική κρίση τους και τους κινδύνους που κρύβει η εκστρατεία που ετοιμάζει ο Ερντογάν στη Συρία.

Μετά την αλλοπρόσαλλη στάση του στο «Μακεδονικό» και στη χρονική στιγμή που θα αποφασίσει να αποσύρει τους υπουργούς του από την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ο Πάνος Καμμένος έσπευσε χθες, να χρησιμοποιήσει το θέμα της ανακήρυξης της ΑΟΖ προκειμένου να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη και να στρέψει τα βλέμματα μακριά από τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Σε… ρόλο υπουργού Εξωτερικών, ο Πάνος Καμμένος ο οποίος βρέθηκε χθες στη Μεγίστη, ανέφερε ότι η ΑΟΖ του Καστελλόριζου έχει ιδιαίτερη σημασία για την οικονομία της πατρίδας μας. «Εντός των επομένων μηνών, η ανακήρυξη της ΑΟΖ θα απελευθερώσει τη δυνατότητα απάντλησης του φυσικού αερίου για την πατρίδα μας, μεγάλων κοιτασμάτων που θα καλύψουν τις ανάγκες για τις επόμενες γενιές».

Για μία ακόμη φορά, ο υπουργός Άμυνας θέλοντας να ξεφύγει από την επικαιρότητα και από τη Συμφωνία των Πρεσπών η οποία ψηφίζεται μέχρι τις 15 Γενάρη από την ΠΓΔΜ και αναμένεται να έρθει στην ελληνική Βουλή τον Μάρτιο, με την πρωτοβουλία του επιχείρησε να στείλει μήνυμα προς την Τουρκία και ταυτόχρονα να βάλει τα θεμέλια για τις επόμενες κινήσεις της Ελλάδας στο θέμα της ανακήρυξης της ΑΟΖ.

Οι Μαχητές του Αιγαίου

Αφού εξήρε το ρόλο των μελών των Ενόπλων Δυνάμεων, αναφέρθηκε στους «μαχητές του Αιγαίου» λέγοντας πως η παρουσία σας αποτελεί τροχοπέδη σε όποιον δεν σέβεται το Διεθνές Δίκαιο και τις διεθνείς συμφωνίες. «Διασφαλίζετε τα εθνικά οικονομικά συμφέροντα, τα οποία είναι διεθνώς κατοχυρωμένα και δεν επιδέχονται καμία αμφισβήτηση. Και προφανώς μιλάω για την ΑΟΖ. Η ΑΟΖ του Καστελλόριζου έχει ιδιαίτερη σημασία για την οικονομία της πατρίδας μας. Εντός των επόμενων μηνών, η ανακήρυξη της ΑΟΖ θα απελευθερώσει τη δυνατότητα απάντλησης του φυσικού αερίου για την πατρίδα μας, μεγάλων κοιτασμάτων που θα καλύψουν τις ανάγκες για τις επόμενες γενιές» πρόσθεσε ο υπουργός Άμυνας.

Το ζήτημα είναι εάν ο ίδιος ως υπουργός Άμυνας έχει την δικαιοδοσία να προχωρά σε τέτοιες δηλώσεις – εξαγγελίες καθώς πρόκειται για ένα σύνθετο ζήτημα την κύρια ευθύνη του οποίου την έχει ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών.

Ο ίδιος ο υπουργός Άμυνας πάντως επέλεξε να κάνει «κοπάνα» από το τελευταίο υπουργικό Συμβούλιο του έτους δικαιολογώντας όμως την απουσία του εξαρχής, ώστε, να μην αρχίσουν και πάλι … σενάρια επιστημονικής φαντασίας όπως έγραψε και ο ίδιος στο twitter. Την ίδια στιγμή, τα σενάρια για το ποιοι θα στηρίξουν τη Συμφωνία των Πρεσπών από τους βουλευτές των ΑΝΕΛ όταν θα έρθει στο ελληνικό κοινοβούλιο συνεχίζονται, καθώς από αυτή την εξέλιξη, θα κριθεί εν πολλοίς αν διασφαλιστεί η πλειοψηφία που απαιτείται.

Άλλωστε, το «Μακεδονικό» έχει προκαλέσει, σύμφωνα και με τις δημοσκοπήσεις, μεγάλη φθορά στους Ανεξάρτητους Έλληνες καθώς πολλοί «χρεώνουν» στο κόμμα ότι θα μπορούσε να ψηφίσει την τελευταία πρόταση μομφής που είχε κατατεθεί κατά της κυβέρνησης ώστε να «μπλοκαριστεί» η Συμφωνία των Πρεσπών.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι που ήταν επί τέσσερα χρόνια ο Πάνος Καμμένος για να ανακηρύξει την ΑΟΖ την οποία θυμήθηκε εν μέσω προεκλογικής περιόδου στοχεύοντας στις… πατριωτικές ψήφους που εντυπωσιάζονται από τέτοιες ανακοινώσεις. Θέλοντας από τη μια να ψαρέψει στα θολά νερά του εύκολου πατριωτισμού και από την άλλη να ξεφύγει από τα προσωπικά πολιτικά του αδιέξοδα ο Καμμένος δίνει την τελευταία μάχη επιβίωσής του.

Με στολές παραλλαγής και πολεμικές ιαχές και με απειλές ότι θα φύγει από την κυβέρνηση για τη συμφωνία των Πρεσπών, αλλά μένει και στηρίζει τον Τσίπρα που φέρνει αυτή τη συμφωνία.

Η στάση του Αποστολάκη

Κι αν οι πατριωτικές κορώνες του υπουργού Αμυνας (εν απουσία υπουργού Εξωτερικών) αντιμετωπίζονται με θυμηδία ανάλογη με αυτήν που αντιμετωπίζονται και τα τουρκικά φληναφήματα, ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία έχει η παρέμβασης του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, ναυάρχου Αποστολάκη η οποία, δεν είναι τυχαίο, έγινε την ίδια ημέρα με αυτήν του υπουργού Αμυνας.

Ο κ. Αποστολάκης δεν είναι πολιτικός και οφείλει να μην παίζει πολιτικά προεκλογικά παιχνίδια. Η προειδοποίησή του ότι θα ισοπεδώσει την βραχονησίδα που θα ανέβουν πάνω οι Τούρκοι είναι μια «κόκκινη» γραμμή που προφανώς έχει μπει και από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Ορθώς πρέπει η Αγκυρα να παίρνει τα μηνύματα από την ελληνική πλευρά για την εθνική κυριαρχία της. Και γίνεται σε μια χρονική στιγμή όπου η Τουρκία προκαλεί συνεχώς, παραβιάζει ασύστολα τον εθνικό εναέριο χώρο, γκριζάρει περιοχές στο Αιγαίο κι ελληνικά νησιά, κάνει αισθητή την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο με το Barbaros κι υιοθετεί μια άκρως επικίνδυνη πολεμική ρητορική.

Ασφαλώς αρμόδιος να δίνει το στίγμα είναι ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, όμως, οι δηλώσεις του προκαλούν και προβληματισμό διότι δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι σε μια συνεχή εμπόλεμη κατάσταση, ότι η περιοχή είναι «προβληματική» κι επικίνδυνη κι ότι Ελλάδα και Τουρκία είναι ανά πάσα στιγμή με έτοιμα τα όπλα.

Πρόκειται για μια κατάσταση που δεν κάνει καλό στην οικονομία καθώς κανείς σοβαρός επενδυτής δεν θα ρισκάρει να επενδύσει σε μια περιοχή η οποία βρίσκεται διαρκώς σε κόκκινο συναγερμό.

Από την άλλη, τα θέματα με τη γείτονα δεν λύνονται με κορώνες σε υψηλούς τόνους, αλλά μέσω της διπλωματικής οδού. Όμως, χωρίς υπουργό Εξωτερικών και με τον Αλέξη Τσίπρα να μην μπορεί να πείσει ότι διπλωματικά βρίσκεται σε επίπεδο να αντιμετωπίσει τον Ταγίπ Ερντογάν (χαρακτηριστικό το περσινό Βατερλώ με την επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στην Αθήνα) θα αφήνονται κενά τα οποία θα γεμίζει ο Πάνος Καμμένος.

Και σίγουρα τα εθνικά θέματα δεν μπορεί να γίνονται προεκλογικό παιχνιδάκι για οποιονδήποτε πιστεύει ότι αν δημιουργήσει σκηνικό έντασης και πατριωτικής έξαρσης θα κερδίσει ψήφους.

IN

Γράφει ο Κώστας Γρίβας

Σε δύο προηγούμενα άρθρα είχαμε αναφερθεί στις δραστικές αλλαγές που έρχονται στη διεθνή γεωγραφία της ισχύος από τη μονομαχία των πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/AD), που αναπτύσσουν η Κίνα και η Ρωσία, με τις προσπάθειες των ΗΠΑ να διασπάσουν τα πλέγματα αυτά. Επίσης, είχαμε εξετάσει πως παρόμοια συστήματα μπορεί να θωρακίσουν αποφασιστικά το Αιγαίο με χαμηλό κόστος έναντι της τουρκικής στρατιωτικής απειλής.

Τόσο τα πλέγματα αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής, όσο και τα συστήματα που αποσκοπούν να τα διαπεράσουν, βασίζονται σε σημαντικό βαθμό σε «μεταλλαγμένα» συστήματα πυροβολικού, με πρωτοφανείς ικανότητες όσον αφορά το βεληνεκές, την ακρίβεια πλήγματος και τη φονικότητα.

Κάθε φορά, ωστόσο, που εξετάζουμε τη δυνατότητα δικτύων «ντοπαρισμένου πυροβολικού» (artillery on steroids) να λειτουργήσουν ως δραματικά οικονομικότερα και αποτελεσματικότερα υποκατάστατα μέρους της αεροπορικής ισχύος, προκύπτει η τυποποιημένη αντίρρηση ότι για όλα αυτά χρειάζονται πληροφορίες. Δηλαδή, απαιτείται απρόσκοπτη και διαρκής παροχή δεδομένων στοχοποίησης, τόσο εναντίον στατικών όσο και κινούμενων στόχων, σε πραγματικό χρόνο, έτσι ώστε να επιτραπεί στα νέα συστήματα πυροβολικού να αξιοποιήσουν το μεγάλο βεληνεκές και την υψηλή ακρίβεια πλήγματος.

Ψευδοδορυφόροι και big data

Οι απαντήσεις στο πρόβλημα αυτό είναι πολλές και αλληλοσυμπληρούμενες. Μεταξύ των άλλων, μπορούμε να επενδύσουμε στην ανάπτυξη «ψευδοδορυφορικών» συστημάτων (pseudosatellites), τα οποία είναι μη επανδρωμένα αεροχήματα, ή αερόπλοια πολύ μεγάλου υψομέτρου, που μπορούν να παραμένουν στον αέρα για διάστημα μηνών, ή ακόμη και ετών, χρησιμοποιώντας ηλιακούς συλλέκτες, πιθανώς συνδυασμένους με κυψέλες καυσίμου υδρογόνου, για την παροχή ενέργειας.

Πλήθος αμερικανικών και ευρωπαϊκών εταιρειών έχουν σχετικά προγράμματα, ενώ η απόκτηση παρόμοιων «ψευδοδορυφόρων» θα μπορούσε να γίνει ακόμη και με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, με σκοπό την κάλυψη πολιτικών αναγκών, όπως περιβαλλοντολογικό έλεγχο, έλεγχο συνόρων, έγκαιρη προειδοποίηση για πυρκαγιές κλπ, με τις στρατιωτικές τους εφαρμογές να είναι δευτερεύουσα ικανότητα.

Επίσης, με την αξιοποίηση τεχνολογιών διαχείρισης και επεξεργασίας μεγάλου όγκου δεδομένων (big data) και νέφους (cloud) μπορούν να προκύψουν «δεξαμενές» (pools) πληροφοριών που θα προκύπτουν από τη σύντηξη (fusion) πληροφοριών από αισθητήρες διαφόρων τύπων. Από ραντάρ και συστήματα συλλογής ηλεκτρονικών πληροφοριών του στρατεύματος μέχρι εικόνες από τις κάμερες κινητών τηλεφώνων.

Αυτές οι «δεξαμενές» πληροφοριών θα είναι διαθέσιμες σε πραγματικό χρόνο στα μέσα προσβολής, τα οποία στο πλαίσιο ενός αποκεντρωτικού μοντέλου μάχης, που θα δίνει έμφαση στην ανάληψη πρωτοβουλιών από τους τοπικούς ηγήτορες, θα μπορούν να λαμβάνουν τα δεδομένα στοχοποίησης που χρειάζονται σε πραγματικό χρόνο και να τα αξιοποιούν άμεσα.

Μια πραγματική επανάσταση

Ωστόσο, μια πραγματική επανάσταση στα πολεμικά δρώμενα και συνακόλουθα και στην ικανότητα της Ελλάδας να αλλάξει άρδην τις ισορροπίες ισχύος στο ελληνοτουρκικό σύστημα, είναι η σύζευξη αυτών των νέων συστημάτων πυροβολικού πολύ μεγάλου βεληνεκούς και υψηλής ακρίβειας πλήγματος με φθηνούς αισθητήρες και προηγμένους αλγορίθμους «αντιληπτικής τεχνητής νοημοσύνης» (perception AI). Ο συνδυασμός αυτός θα επιτρέπει στα βλήματα να διακρίνουν τους επιθυμητούς στόχους, π.χ. εχθρικά πολεμικά πλοία, από φίλια ή ουδέτερα, μέσα σε ένα περιβάλλον ελλιπών πληροφοριών.

Όσον αφορά τα βεληνεκή των νέων συστημάτων πυροβολικού είναι απλά πολύ εντυπωσιακά. Αρκεί να σκεφτούμε ότι στην αγορά σήμερα διατίθενται ρουκέτες των 122 χιλιοστών, όπως αυτές που χρησιμοποιούν τα ελληνικά ρουκετοβόλα RM-70, που φθάνουν τα 50 χλμ βεληνεκές, ενώ για τον πολλαπλό εκτοξευτή ρουκετών MLRS, που επίσης υπάρχει στο ελληνικό οπλοστάσιο, οι Αμερικανοί πριν από λίγο καιρό παρουσίασαν τη ρουκέτα GMLRS ER (Guided MLRS Extended Range) με βεληνεκές 150 χλμ.

Επίσης, στη διεθνή αγορά διατίθενται πολλοί πολλαπλοί εκτοξευτές ρουκετών που επιτυγχάνουν βεληνεκή μεταξύ 280 και 400 χλμ. Παρόμοια συστήματα, τοποθετημένα σε επιλεγμένα σημεία στη μητροπολιτική Ελλάδα μπορούν να καλύψουν ολόκληρο το εύρος και μήκος του Αιγαίου πελάγους.

Επιπροσθέτως, υπάρχει μια τάση για τον εφοδιασμό των ρουκετών, τόσο των νέων όσο και των παλαιοτέρων, με αισθητήρες, που τους επιτρέπουν να εντοπίζουν τους στόχους τους από μόνες τους. Για παράδειγμα, μια ισραηλινή εταιρεία εφοδιάζει παλαιές ρουκέτες των 122 χιλιοστών με φθηνούς υπέρυθρους ερευνητές, οι οποίοι επιτρέπουν τον αυτόνομο εγκλωβισμό στόχων από το θερμικό τους ίχνος.

Το μεγάλο άλμα

Όμως, το μεγάλο άλμα στην ανάπτυξη «υπερευφυών» (brilliant) βλημάτων, θα είναι ο εφοδιασμός τους με αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης, έτσι ώστε να μπορούν να ξεχωρίζουν τους στόχους τους. Για παράδειγμα, μια ρουκέτα που θα διαθέτει ηλεκτροοπτικό αισθητήρα και θα είναι εφοδιασμένη με μια παρόμοια «αντιληπτική» ικανότητα, θα μπορεί να εξαπολυθεί προς μια ευρεία περιοχή του Αιγαίου πελάγους, όπου θα πιθανολογείται ότι υπάρχει μια τουρκική φρεγάτα. Θα είναι δε σε θέση να ξεχωρίσει τη φρεγάτα-στόχο από τυχόν εμπορικά και επιβατικά πλοία που θα πλέουν στην περιοχή, ή ακόμη και από μια ελληνική φρεγάτα, έστω και αν είναι του ίδιου τύπου (π.χ. MEKO), με βάση τις μικροδιαφορές που θα έχουν στον εξοπλισμό τους.

Μια παρόμοια ικανότητα μπορεί να φαίνεται προϊόν επιστημονικής φαντασίας, ή κάτι που μπορεί να υπάρξει στο μακρινό μέλλον, αλλά δεν είναι έτσι. Στην πραγματικότητα, οι ικανότητες αυτές στη βασική τους μορφή είναι ήδη εδώ. Οι «αντιληπτικές» ικανότητες αποτελούν μέρος της λεγόμενης «στενής» τεχνητής νοημοσύνης (narrow AI) και ήδη εφαρμόζονται για εμπορικούς σκοπούς σε εφαρμογές online-to-offline (O2O), ακόμη και στην καθημερινή ζωή, στην Κίνα.

Εκεί, με την αξιοποίηση παρόμοιων τεχνολογιών μπορείς να παραγγείλεις μια πίτσα. Όταν αυτή έλθει να πληρώσεις με την εικόνα του προσώπου σου, την οποία αναγνωρίζει μια κάμερα στο εφοδιασμένο με σχετικό λογισμικό smartphone του κούριερ και αυτομάτως χρεώνει τον λογαριασμό σου στην τράπεζα. Μέσα δε στην επόμενη δεκαετία αναμένονται τεράστιες πρόοδοι στις ικανότητες αυτές και γενικότερα στον χώρο των τεχνολογιών της τεχνητής νοημοσύνης, προσφέροντας μια ιστορική ευκαιρία για την Ελλάδα που θα ήταν έγκλημα να χάσει.

Ενίσχυση της οικονομίας

Συγκεκριμένα, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια προσφέρεται η δυνατότητα να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες αυτές ώστε να δημιουργηθούν «φονικές αλυσίδες» (kill chains) στον ελλαδικό χώρο που θα μπορούν να ασκούν αποφασιστική προβολή ισχύος με εξαιρετικά οικονομικό τρόπο. Κι αυτό, παντρεύοντας υπάρχοντα (legacy) οπλικά συστήματα με νέα βλήματα επαυξημένων ικανοτήτων και εντάσσοντάς τα σε δίκτυα στοχοποίησης βασισμένα σε τεχνητή νοημοσύνη.

Η δημιουργία των σχετικών αρχιτεκτονικών, εκτός από το ότι θα επιτρέψει την ανάπτυξη κρίσιμων μαχητικών και αποτρεπτικών ικανοτήτων με χαμηλό κόστος, ενδέχεται να μπορέσει να λειτουργήσει και ως γεννήτρια παραγωγής κρίσιμων εμπορικών τεχνολογιών της επερχόμενης επανάστασης στην τεχνητή νοημοσύνη. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο να μην επιβαρύνει την ελληνική οικονομία αλλά να της προσφέρει ένα κρίσιμης σημασίας περιουσιακό στοιχείο για το μέλλον. Κάτι παρόμοιο έγινε στο παρελθόν στο Ισραήλ, όπου οι αμυντικές δαπάνες αποτέλεσαν βάση έδρασης της βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας και σημαντικό παράγοντα για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Τις αρχιτεκτονικές αυτές θα μπορούσαν να αναπτύξουν νεοπαγείς εταιρείες (start ups) εντάσεως γνώσης, που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν το υπάρχον επιστημονικό δυναμικό και να περιορίσουν, αν όχι να αντιστρέψουν, τη «φυγή εγκεφάλων» (brain drain) προς το εξωτερικό.

Όλα αυτά, επαναλαμβάνω, δεν είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Είναι πράγματα που γίνονται. Και αν δεν τα κάνουμε εμείς θα τα κάνει ο αντίπαλος. Και τότε θα βρεθούμε σε ένα στρατηγικό περιβάλλον όπου δεν θα μπορούν να μας σώσουν οι «ψηφιακές» φρεγάτες και τα «αόρατα» αεροσκάφη, ακόμη και αν καταφέρουμε να εξασφαλίσουμε τα δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ που χρειάζονται για την απόκτηση και τη συντήρησή τους.

SLPress

Του Δημήτρη Τσαϊλά

Τα διάφορα είδη και οι μορφές της αποτροπής, είναι απαραίτητο να εξετασθούν, ώστε να γίνουν αντιληπτές οι επιπτώσεις τους για την ανάπτυξη στρατηγικών αποτελεσματικής αποτροπής. Να τονίσουμε τη σημασία της αντίληψης και της στρατηγικής κουλτούρας στη διαδραστική φύση τους στην αποτροπή. Με μια διαδικασία, όπου θα απαιτείται να εστιάσουμε την προσοχή μας στον τρόπο στο οποίο, όταν απειλούμαστε, η λήψης αποφάσεων να παρουσιάζεται συνήθως ως βαθμιαία κλιμακούμενη, συγκριτική επιλογή κάτω από τους πολλούς περιορισμούς που διαμορφώνονται στη γεωπολιτική σκηνή.

Η διαδικασία αυτή μας οδηγεί σε τρεις κρίσιμες προϋποθέσεις, στην κατανόηση του φάσματος της αποτροπής ώστε να οικοδομήσουμε αποτελεσματικές στρατηγικές.

Πρώτον, η λήψη απόφασης για εφαρμογή μιας στρατηγικής με στοιχεία αποτροπής, κατά μιας απειλής, δεν είναι αποτελεσματική χωρίς να λαμβάνεται ιδιαίτερη προσοχή και ανάλυση στο ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον. Η αποτροπή προσπαθεί να τροποποιήσει το λογισμό “κόστους-οφέλους” των συγκρουόμενων σε μια δυναμική εμπλεκομένων της επιθέσεως, συμμάχων και εταίρων, στην ευρεία και σφαιρική γεωστρατηγικήεικόνα. Ακόμα και στις πιο αξιόπιστες πολιτικές απειλές, η αποτροπή συνήθως πρέπει να είναι ένθετη μιας ευρύτερης στρατηγικής που θα αποσκοπεί να καταστήσει την επιθετικότητα, ως περιττή σε έναν πιθανό εισβολέα καθώς θα είναι δαπανηρή με εμπλοκή και διεθνών παραγόντων.

Δεύτερον, η αποτροπή πρέπει να εκλαμβάνεται κυρίως ως μια αξιόπιστος προσπάθεια να μετασχηματίσει τη σκέψη του, ένας επιτιθέμενος. Αποτρεπτικές πολιτικές αντιμετωπίζονται συχνά μέσω ενεργειών που χρειάζονται για να αυξήσουν το κόστος και τους κινδύνους μιας επίθεσης, με τρόπους και μέτρα που τα πιθανά επιχειρησιακά αποτελέσματα μέσα από μια εκστρατεία να είναι καταφανώς εις βάρους του επιτιθεμένου. Αλλά τα αποτελέσματα από αυτά τα βήματα εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από την επίδρασή τους, στις αντιλήψεις και την αναδυόμενη κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη την επιθετικότητα του αντιπάλου. Κάθε στρατηγική για την πρόληψη της επιθετικότητας, πρέπει να αρχίσει με την εκτίμηση καταστάσεως, για τα συμφέροντα, τα κίνητρα, τις δυνατότητες και τις επιταγές του επιτιθέμενου.

Τρίτον, προηγείται η επιθετικότητα (λεκτική και πρακτική), από την έναρξη των εντάσεων, κρίσεων και τελικά των συγκρούσεων, μέσω συνήθως, μιας διαδικασίας λήψεως αποφάσεων που κλιμακώνεται σταδιακά και δεν χαρακτηρίζεται από ένα σημείο μιας και μόνο απόφασης.

Πέραν των παραπάνω, τα κράτη, κάποιες φορές, αποφασίζουν να λύσουν τις διαφορές τους με πόλεμο. Αυτό που προκύπτει, από τη μελέτη ιστορικών παραδειγμάτων είναι, ότι και οι ευκαιριακοί τυχοδιωκτισμοί μπορούν να προκαλέσουν εντάσεις, στη συνέχεια κρίσεις που τελικά οδηγούνται σε συγκρούσεις, είτε σημειακές ή ολοκληρωτικές. Επίσης, πολλά κράτη καταλήγουν σε επιθετικές ενέργειες, επειδή αισθάνονται ότι δεν έχουν άλλη επιλογή, και αναλαμβάνουν το τεράστιο ρίσκο, σε εκείνο το σημείο, μέσω μιας παρανοϊκής διαδικασίας σκέψης που δεν είναι αποτέλεσμα μιας ορθολογιστικής απόφασης.

Η αποτροπή, πρέπει να γίνει κατανοητή σε αυτό το πλαίσιο, όχι ως μια στρατηγική για να επηρεάσει εκείνη τη μια συγκεκριμένη στιγμή, τον ορθολογικό λογισμό κόστους-οφέλους, αλλά ως ένα ικανό δυναμικό μέσο για τη διαμόρφωση των αντιλήψεων του επιτιθέμενου μέσα από μια συγκεκριμένη, βασανιστική διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει για μια ικανή χρονική περίοδο. Κατά μία έννοια, αυτή η χρονική περίοδος δεν είναι εύκολο να καθοριστεί, διότι επηρεάζεται από τη ρευστότητα των διεθνών προκλήσεων.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις πρακτικές περί αποτροπής, ο Ελληνισμός, πρέπει να αντιλαμβάνεται το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο με μια στρατηγική αίσθηση, αναπτύσσοντας την ουσία της ναυτικής ισχύος ως συνδετική δύναμη της ενότητας των θαλασσών στα παγκόσμια κοινά, καθώς υπάρχουν ιστορικές, πολιτιστικές, πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές αιτίες για να σκεφτούμε για το καθένα ξεχωριστά αλλά και για όλα μαζί με στρατηγική άποψη στην περιοχή μας.

Ο ελληνισμός βρίσκεται σε όλο και πιο περίπλοκο περιβάλλον ασφαλείας που περιγράφεται από την επίμονη διαταραχή, στο λειτουργικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου όπου βρίσκονται η Κύπρος και η Κρήτη, τα δύο “αβύθιστα αεροπλανοφόρα του Ελληνισμού” με τεράστια γεωστρατηγική σημασία. Οπότε καλούμαστε να αναπτύξουμε μια στρατηγική για τη διατήρηση του γεωπολιτικού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τον Τούρκο αμφισβητία, αφού οι Τούρκοι δεν στέκονται πλέον στην αδράνεια, όταν πρόκειται για θαλάσσια ισχύ, καθώς έχουν αυξήσει τις επενδύσεις τους στις αεροναυτικές δυνατότητές τους σε σημείο που αρχίζει να ανατρέπεται η ισορροπία ισχύος, εις βάρος μας. Οπότε είναι ξεκάθαρο πλέον ότι η ενίσχυση του Στόλου μας, καθώς και η διατήρηση μιας σταθερής αεροναυτικής παρουσίας στη Μεσόγειο, πρέπει να ξεχωρίζουν ως οι πιο κρίσιμες προτεραιότητες για τη μελλοντική ανάπτυξη του Πολεμικού Ναυτικού.

Η αποτροπή πρέπει να προβληθεί όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε περιφερειακό και μάλιστα με όρους συμβατικών και αντισυμβατικών μέσων (ανορθόδοξου πολέμου). Στο θέατρο επιχειρήσεων απαιτείται αποτελεσματική συνεργασία για την ασφάλεια, εφόσον οι δραστηριότητες που θα αναληφθούν θα είναι μια μορφή εκτεταμένης αποτροπής, δημιουργώντας ασφάλεια και στέρηση συνθηκών σύγκρουσης από το δυνητικό αντίπαλο. Αυτό απαιτεί μια αξιόπιστη αντιαεροπορική άμυνα ώστε να ενισχυθεί η αποτροπή, παρέχοντας μια ομπρέλα προστασίας “προς τα εμπρός” κατά την ανάπτυξη φίλιων και συμμαχικών δυνάμεων, συμβάλλοντας παράλληλα στην αρχιτεκτονική υπεράσπισης της στρατηγικής της Ελλάδος. Είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε προκεχωρημένες εθνικές και συμμαχικές βάσεις, καθώς και κάθε τεχνολογικό μέσο ώστε να επιτύχουμε διαρκή πληροφόρηση, βασισμένη στη θαλάσσια στρατηγική αποτροπής.

Η ικανότητα μας να διατηρούμε ελεύθερη τη θάλασσα επιχειρήσεων και τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας είναι μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις, καταλύτης για τις διακλαδικές επιχειρήσεις και τον θαλάσσιο έλεγχο που απαιτεί δυνατότητες σε τακτικό και σε επιχειρησιακό επίπεδο ελέγχου του γεωγραφικού χώρου και του κυβερνοχώρου. Υπάρχουν πολλές προκλήσεις όσον αφορά την ικανότητά μας να ασκήσουμε θαλάσσιο έλεγχο, όμως εκτιμάται ότι για την ώρα η όλη προσπάθειά μας περιορίζεται στη λειτουργία των υποβρυχίων τύπου 214 “Παπανικολής” και των πυραυλακάτων“Vosper”, αφού ο υπόλοιπος στόλος πλέον είναι γερασμένος καθώς η μέση ηλικία των πλοίων μας υπερβαίνει τα τριάντα χρόνια και την επομένη πενταετία, εφόσον συνεχισθεί η αδράνεια ανανέωσης θα βρεθούμε σε πολύ δύσκολη θέση.

Πρέπει λοιπόν να μπορούμε να εξασκούμε επιχειρήσεις για να εξουδετερώσουμε τη κάθε λογής απειλή. Οφείλουμε να μην επιτρέψουμε συνθήκες υπό τις οποίες οι ναυτικές δυνάμεις μας θα εμποδιστούν από την ελευθερία ελιγμών και πρόσβασης, ούτε να επιτρέπουμε στον αντίπαλο να διαταράξει την εθνική εφοδιαστική αλυσίδα, εμποδίζοντας ζωτικής σημασίας θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας και ηλεκτρονικού εμπορίου. Ασκώντας δόγμα ενιαίου χώρου του Ελληνισμού (Ελλάδα-Κύπρος) πρέπει να είμαστε σε θέση να επιβάλλουμε τοπικό θαλάσσιο έλεγχο όπου κρίνεται αναγκαίο, συνεργαζόμενοι με τις φίλιες δυνάμεις και συμμάχους, αλλά και μόνοι μας εάν απαιτηθεί. Αυτό απαιτεί ικανότητά να ξεπεράσουμε τις προκλήσεις και να αποκτήσουμε ισχυρή αξιοπιστία με απόκτηση νέων μονάδων.

Συμπεράσματα

Για αιώνες τα σκάφη που πλέουν στη θάλασσα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής του Ελληνισμού στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Όταν η εμβέλεια της Ελλάδας ιστορικά, είτε μέσω των ναυτικών δυνάμεων, των ακτοφυλάκων και του εμπορικού στόλου της, επιδιώκει την οικοδόμηση επιρροής και ισχύος, μέσω της συνεργασίας, της πειθούς και του εξαναγκασμού, η θαλάσσια ισχύς αποτελεί το κύριο πλεονέκτημα και κρίσιμη επένδυση για τον Ελληνισμό. Η διατήρηση της περιφερειακής ισορροπίας του Ελληνισμού με τη διαχείριση της θαλάσσιας ισχύος καθίσταται αναγκαία για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης που αυξάνει τον ανταγωνισμό ακόμη και των μεγάλων δυνάμεων εκτός των κακότροπων γειτόνων μας.

Η δημιουργία και διατήρηση της ασφάλειας στη θάλασσα είναι απαραίτητη για να μπορούμε να μετριάζουμε όχι μόνο την απειλή ενός κεραυνοβόλου πολέμου, αλλά της πειρατείας, της τρομοκρατίας, του λαθρεμπορίου όπλων, ναρκωτικών και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων.

Πηγαίνοντας προς τα εμπρός, είναι ανάγκη να αξιολογήσουμε τις νέες τεχνολογίες, πως μπορούν να επηρεάσουν τις αποστολές στο Ναυτικό και τις προοπτικές τους για την επιτυχία των επιχειρήσεων, οπότε είναι απαραίτητος ο εκσυγχρονισμός των πεπαλαιωμένων μονάδων. Στα νικηφόρα σενάρια που αφορούν ιδιαίτερα την Τουρκία πρέπει να ληφθούν υπόψη οι λειτουργικές αλληλεπιδράσεις σε πολλαπλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένου του χώρου και του κυβερνοχώρου, βοηθώντας οι προβλέψεις μας να καταδείξουν πώς μια διένεξη ενδέχεται να ξετυλιχθεί μέσα από τις διάφορες φάσεις και πώς η Ελλάδα και οι σύμμαχοι μας μπορούν να τερματίσουν τις μάχες με ευνοϊκούς όρους πολιτικής.

Για την επίτευξη των στόχων, το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται να οικοδομήσει μια ισορροπημένη δύναμη με απόκτηση νέων μονάδων, τόσο για τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων όσο και για την εκπλήρωση της αποστολής αποτροπής. Για την εκτέλεση αυτής της αποστολής, παράλληλα με την ετοιμότητα των μονάδων το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται να προμηθευτεί με ένα πλήρες φάσμα ναυτικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλής χρήσεως πολεμικών πλοίων επιφανείας και ναυτικής αεροπορίας.

Τέλος, αλλά το κυριότερο που πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους μας, η φράση του Ηροδότου, ότι για να έχουμε πατρίδα χρειαζόμαστε πλοία στη θάλασσα. Για να αποφύγουμε τις περιπέτειες εθνικής ασφάλειας και κρατικής επιβίωσης, απαιτείται να βάλουμε βαθειά το χέρι στη τσέπη όλοι μας, για τον εκσυγχρονισμό του Στόλου μας. Κυρίως οι Έλληνες πλοιοκτήτες, εφοπλιστές, επιχειρηματίες και βιομήχανοι αλλά και οι απόδημοι πατριώτες για μια πανεθνική επένδυση στην Πατρίδα μας. Ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό δεν αποτελεί πρόκληση για πόλεμο, είναι η πιο σίγουρη εγγύηση της ειρήνης. Ήρθε η ώρα να χρηματοδοτήσουμε όλοι μας οι πατριώτες για να ανεγερθεί η ναυτική μας ισχύ. Ο Ελληνικός λαός αξίζει ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό.

* Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α., ΠΝ
Liberal

Του Δημοσθένη Δ. Δημόπουλου*

Πριν από δύο μέρες, τη Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου, γίναμε μάρτυρες μιας, ενδεχομένως, πρωτόγνωρης σε ένταση προκλητικότητας από την Τουρκία πάνω από το Αιγαίο. Με συνολικά 107 παραβιάσεις του FIR Αθηνών, αλλά και ενός σημαντικού αριθμού υπερπτήσεων πάνω από ελληνικά νησιά.

Το γεγονός αυτό είναι τουλάχιστον λυπηρό, αν όχι εξοργιστικό.
Εδώ γεννιούνται ορισμένα πολύ σημαντικά ερωτήματα: Ως πότε θα ανεχόμαστε τα “νταηλίκια” της Τουρκίας στο Αιγαίο; Θα βρεθεί κάποια πολιτική ηγεσία που θα επιβάλει μια εθνική στρατηγική, πέρα από τα λόγια, ώστε η χώρα να ορθώσει κάποια στιγμή το ανάστημα της απέναντι στους “νταήδες” της γειτονιάς μας;

Η Τουρκία έχει ως πάγια τακτική, την πολιτική των αμφισβητήσεων και των προκλήσεων, όχι μόνο αναφορικά με την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και με την πλειονότητα των περιοχών που απώλεσε με τις Συνθήκες των Σεβρών και της Λωζάνης.

Η Άγκυρα εκμεταλλευόμενη την αστάθεια και τα κενά ισχύος που έχουν δημιουργηθεί στην περιοχή, επιχειρεί να εδραιωθεί, αν όχι ως η περιφερειακή υπερδύναμη της περιοχής, αλλά τουλάχιστον ως ένας καθοριστικός παράγοντας σε αυτήν.

Έχοντας έναν από τους ισχυρότερους στρατούς στην περιοχή, μια υπολογίσιμη οικονομία από άποψη μεγεθών (αν και με πολλά δομικά προβλήματα), μια αναπτυσσόμενη εγχώρια αμυντική βιομηχανία και μια σχετικά σταθερή κυβερνητική δομή, χρησιμοποιεί την σκληρή ισχύ της για να εγείρει αξιώσεις και να επιβάλλει τις θέσεις της, κυρίως όπου και όποτε την “παίρνει”.
Είναι φυσικό, καθώς η Τουρκία έχει -κατά την γνώμη της- διεκδικήσεις σχεδόν προς όλες τις κατευθύνσεις, ως αποτέλεσμα της ατιμωτικής -σύμφωνα με τον Ερντογάν- Συνθήκης της Λωζάνης, δοκιμάζει τα “νερά” και τις αντιδράσεις των γύρω χωρών.

Όπου βρίσκει σθεναρή αντίσταση, σταματά ή περιορίζει σε μεγάλο βαθμό τις προκλητικές της ενέργειες και εκεί που δεν βρίσκει ουσιαστική αντίδραση, επιμένει και κλιμακώνει σταδιακά. Χαρακτηριστικά, είναι τα παραδείγματα των επεισοδίων με χώρες όπως η Ρωσία, το Ισραήλ και η Συρία, οι οποίες δεν ανέχθηκαν την Τουρκική συμπεριφορά, αλλά και αντίστοιχα χώρες όπως το Ιράκ που μετά την κατάρρευση του καθεστώτος του Σαντάμ υπομένει σχεδόν καθημερινά τις τουρκικές εισβολές στο έδαφος του.

Χώρες που δρουν με αυτόν τον τρόπο καταλαβαίνουν μονάχα τη γλώσσα της ισχύος, επομένως αν θέλουμε να στείλουμε, όντως, ένα ηχηρό μήνυμα στην Τουρκία και να σταματήσουμε την προκλητική της συμπεριφορά πρέπει να βάλουμε κάπου μια κόκκινη γραμμή.

Τώρα, το που θα μπει ακριβώς αυτή η κόκκινη γραμμή είναι μεγάλη κουβέντα.
Θα αρχίσουμε να καταρρίπτουμε κάθε τουρκικό μαχητικό που:

  • εισέρχεται παρανόμως στο FIR Αθηνών;
  • παραβιάζει τον Εθνικό εναέριο χώρο;
  • κάνει υπερπτήσεις πάνω από ελληνικό έδαφος;

Πρόκειται ξεκάθαρα για μια πολιτική απόφαση με πανεθνική διάσταση.
Θεωρητικά μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να ληφθεί από οποιαδήποτε Κυβέρνηση. Το ζήτημα όμως είναι ότι δεν έχει υπάρξει κυβέρνηση με το απαραίτητο σθένος και την πολιτική βούληση για να σηκώσει μόνη της μια τέτοια απόφαση.
Είναι φανερό ότι για να μπορέσει να ληφθεί μια τέτοια απόφαση απαιτείται μια ευρύτερη πολιτική συμφωνία. Θα πρέπει επιτέλους να υπάρξει μια εθνική συνεννόηση, μεταξύ όλων των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων της χώρας, στα θέματα που αφορούν τόσο την εξωτερική πολιτική, όσο την άμυνα και την ασφάλεια της χώρας.

Οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, στο σύνολό τους, θα πρέπει, ξεπερνώτνας τις μικροπολιτικές λογικές και σκοπιμότητες, να πάρουν την απόφαση για το ποια θα είναι ακριβώς αυτή η στάση μας απέναντι στην Τουρκία και τις κλιμακούμενες προκλήσεις της, η οποία θα κοινοποιηθεί τόσο στην Άγκυρα, όσο και στους Συμμάχους μας.

Σαφώς μια τέτοια απόφαση δεν είναι εύκολη, ούτε λαμβάνεται από την μια μέρα στην άλλη και σίγουρα ενέχει ρίσκο και δυνητικό κόστος, τα οποία θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψιν.
Προφανώς για να γίνει μια τέτοια κίνηση, θα πρέπει να προϋπάρχει συνεννόηση με τους συμμάχους μας -ιδιαίτερα με την Κύπρο και τις ΗΠΑ- και σίγουρα θα πρέπει να κλείσουν κάποια ζητήματα που αφορούν τους εξοπλισμούς των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως το να γίνουν επιχειρησιακά λειτουργικά μια σειρά οπλικών συστημάτων που έχουν περιέλθει σε αδράνεια, όπως αυτά που βρίσκονται στην Κρήτη, αλλά και η αγορά νέων οπλικών συστημάτων που δεν θα επιτρέψουν το περεταίρω άνοιγμα της ψαλίδας με την Άγκυρα.

Τα στελέχη των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, με επαγγελματισμό και αυτοθυσία καλύπτουν την μέχρι στιγμής μικρή διαφορά ικανοτήτων, όμως χωρίς τον εξοπλισμό και την ενίσχυση των Ελληνικών ΕΔ με νέα και εξελιγμένα οπλικά συστήματα, κάτι τέτοιο μπορεί να μην είναι εφικτό σε μερικά χρόνια.

Επίσης, θα πρέπει ο ελληνικός λαός να στηρίξει μια τέτοια επιλογή και να είναι έτοιμος να επωμιστεί το δυνητικό κόστος μιας τέτοιας απόφασης.
Βέβαια, όλα αυτά θα πρέπει να γίνουν σε μια χώρα που απλούστερα ζητήματα, όπως πχ. η δημιουργία ΧΥΤΑ, για τα οποία πληρώνουμε κάθε χρόνο μεγάλα πρόστιμα στην ΕΕ, παραμένουν άλυτα εδώ και χρόνια.

* Ο Δημοσθένης Δ. Δημόπουλος είναι διεθνολόγος-γεωπολιτικός αναλυτής, Επικεφαλής της Ερευνητικής Ομάδας Εξωτερικής Πολιτικής, Άμυνας και Ασφάλειας του Κέντρου Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

onalert.gr

Konstantinos Ziazias

Διαβάζουμε και ακούμε το τελευταίο χρονικό διάστημα, δημόσιες δηλώσεις του πρόσφατα παραιτηθέντος Υπουργού Εξωτερικών, για εθνικά θέματα που άπτονται της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ της χώρας. Θέματα τα οποία πρέπει να συζητούνται ΜΟΝΟ στα δημοκρατικά θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας και όχι δημόσια,δηλώνοντας:

«Ο στρατός αρνείται να αναγνωρίσει τα σύνορα Ελλάδας-Αλβανίας. Ο στρατός πρέπει να κάνει κάποιες ενέργειες για να εκφραστεί η αναγνώριση των συνόρων και δεν τις κάνει…Υπάρχουν δυνάμεις στην Ελλάδα που δεν αναγνωρίζουν το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, των Παρισίων, οι οποίοι ανατρέχουν σε πρωτόκολλα του 1914, όπως είναι αυτό της Κέρκυρας, το οποίο δεν είναι νομικώς ζωντανό».

Η δήλωση του Πρώην Υπουργού Εξωτερικών παρουσιάζει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας μας δεν υφίστανται πολιτικό έλεγχο και ότι προβαίνουν σε ενέργειες που υπερβαίνουν τις συνταγματικές αρμοδιότητές τους. Δήλωση έντονα υπονομευτική και δυσφημιστική για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας.

Επίσης εκτιμώ, με όλο τον σεβασμό προς τον θεσμό του Υπουργού Εξωτερικών, ότι είναι τελείως ρηχή, επιφανειακή, ιδεοληπτική και αυθαίρετη η επιχειρούμενη από την πλευρά του ερμηνεία των Διεθνών Συνθηκών και Πρωτοκόλλων, που αφορούν το Εθνικό θέμα της Βορείου Ηπείρου και της εκεί Ελληνικής Μειονότητας. Ερμηνεία που είναι βέβαιο ότι θα αξιοποιηθεί ανάλογα από τους ενδιαφερόμενους γείτονες στο απώτερο μέλλον, διότι γίνεται από Πρώην Υπουργό Εξωτερικών της χώρας.

Επιπλέον όλοι πρέπει να γνωρίζουν ότι η ΑΠΟΣΤΟΛΗ των Ένοπλων Δυνάμεων είναι η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της χώρας, εναντίον οποιασδήποτε επίθεσης η απειλής καθώς και η υποστήριξη των Εθνικών Συμφερόντων, όπως καθορίζονται στην Πολιτική Εθνική Άμυνα.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις υλοποιούν τους στόχους της Πολίτικης Εθνικής Άμυνας, εφαρμόζοντας μια συνεχώς επικαιροποιημένη στρατηγική εθνικής ασφάλειας και άμυνας, ακρογωνιαίος λίθος της οποίας είναι η προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, ο σεβασμός των ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ και ΣΥΝΘΗΚΩΝ, η τήρηση του διεθνούς δικαίου και η ειρηνική επίλυση των διαφόρων.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας μας είναι προσηλωμένες στην ΑΠΟΣΤΟΛΗ τους και ΜΟΝΟ και είναι φρόνιμο να αποφεύγονται υπονοούμενα και κατηγορίες… για να καλύψουμε προσωπικές πικρίες και κομματικές διαμάχες…

Όμως είναι εθνικά ωφέλιμο να γνωρίζουν, χρονικά, οι Έλληνες, την εξέλιξη του παραμελημένου Βορειοηπειρωτικού ζητήματος.
Η Βόρειος Ήπειρος απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό το 1913 μαζί με την υπόλοιποι Ήπειρο. Δυστυχώς όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής αυτής παρασύρθηκαν από την Ιταλία και Αυστροουγγαρία και ίδρυσαν το ανύπαρκτο μέχρι τότε αλβανικό κράτος, στο οποίο προσαρτήθηκε με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17 Δεκ. 913), ολόκληρος η Βόρειος Ήπειρος. Η απόφαση αυτὴ γνωστοποιήθηκε στην ελληνικὴ κυβέρνηση στις 13 Φεβρουαρίου 1914. Στην ίδια απόφαση περιλαμβανόταν και η κατακύρωση στην Ελλάδα των νήσων του Αιγαίου (πλὴν Ίμβρου και Τενέδου) με την προϋπόθεση να αποχωρήσουν τα ελληνικὰ στρατεύματα από την Βόρειο Ήπειρο.

Με βάση τη Συνθήκη Ειρήνης του Λονδίνου, της 30ης Μαΐου του 1913, ανατέθηκε στις Μεγάλες Δυνάμεις η ρύθμιση των συνόρων της Αλβανίας και στις 29 Ιουλίου του ίδιου χρόνου, η πρεσβευτική συνδιάσκεψη κατέληξε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου στην ανακήρυξη της Αλβανίας σε ανεξάρτητο κράτος, χωρίς όμως να καθορίσει τα όριά της. Συγκροτήθηκε επιτροπή από αντιπροσώπους των έξι Μεγάλων Δυνάμεων για ρύθμιση των συνόρων της.

Για την συγκρότηση του νεοσύστατου κράτους της Αλβανίας, οι εκπρόσωποι των «Μεγάλων Δυνάμεων» δεν έλαβαν υπόψη τους για ευνόητους λόγους, την εθνική ταυτότητα του ντόπιου πληθυσμού, αλλά μόνο τη γλωσσική σύνθεση, με αποτέλεσμα περιοχές που κατοικούνταν από Έλληνες βλάχοφωνους, αλβανόφωνους κλπ. να δοθούν στο μελλοντικό Αλβανικό κράτος. Στο πλευρό της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας και σε βάρος της χώρας μας, τάχθηκε και η Ρουμανία, ο πρεσβευτής της οποίας ζήτησε από τη Συνδιάσκεψη «… όπως πάσαι αι μεταξύ Ιωαννίνων, Μετσόβου, Γρεβενών, του όρους Γράμμου και Κορυτσάς χώρες, συσσωματωθούν μετά της Αλβανίας…». Τις θέσεις αυτές υποστήριξαν επίσης η Τουρκία και η Βουλγαρία…

Την ίδια περίοδο, μεγάλα συλλαλητήρια έγιναν σ” όλες τις μεγάλες πόλεις της Βορείου Ηπείρου για ένωση με την Ελλάδα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Πολλά μέλη της Διεθνούς Επιτροπής, εξέφραζαν την αγανάκτησή τους για τη συμπεριφορά και τις επιδιώξεις των εκπροσώπων της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας, οι οποίοι είχαν αποφασίσει να δημιουργήσουν μια «μεγάλη» (για τα δεδομένα του 1913) Αλβανία . Ο Άγγλος συνταγματάρχης Murray, στις 25/11/1913 στην Κορυτσά, είπε προς τα μέλη της Επιτροπής, αγανακτισμένος και αηδιασμένος απ” όσα συνέβαιναν: «Δεν θέλω να γελοιοποιήσω τους κυρίους της Διεθνούς Επιτροπής, γιατί το σφάλμα δεν ήταν δικό τους αλλά των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες τους έφεραν σε τόσο δύσκολη κατάσταση».

Στις 27/11/1913,η επιτροπή συνεδριάζει για τελευταία φορά στο Αργυροκάστρου, εν μέσω επεισοδίων και αποχώρησε για την Φλωρεντία, όπου και υπογράφει το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας στις 17/12/1913 , που καθόριζε τα σύνορα (όριο γραμμή) μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας.

Εκεί, οι εκπρόσωποι της Γαλλίας και της Ρωσίας, οι οποίοι είχαν πειστεί για την τεράστια αδικία σε βάρος της Ελλάδας αντέδρασαν έντονα. Όμως, η επιμονή της Αυστροουγγαρίας και της Ιταλίας με τη συνδρομή της Γερμανίας και η ανοχή της Μεγάλης Βρετανίας, είχαν σαν αποτέλεσμα να υπογραφεί το περιβόητο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας.

Με το Πρωτόκολλο αυτό της Φλωρεντίας της 17/12/1913, οι Βόρειες περιοχές της Ηπείρου μετονομάστηκαν «Νότιος Αλβανία», οι δε Έλληνες Ηπειρώτες «Ελληνική Μειονότητα». Αξίζει να επισημάνουμε ότι την εγκληματική αυτή απόφαση των Μ. Δυνάμεων κατεδίκασε και ο ίδιος ο – τότε πρεσβευτής της Γερμανίας – Πρίγκηπας Λιχνόβσκι και μέλος της Πρεσβευτικής Διάσκεψης του Λονδίνου, ο οποίος στα απομνημονεύματά του, που δημοσιεύτηκαν το 1918, μεταξύ των άλλων αναφέρει και τα εξής: «Εις το μεγαλύτερο μέρος της Αλβανίας ο πολιτισμός είναι ελληνικής προελεύσεως. Εις το νότιο τμήμα της χώρας (Β. Ήπειρος), αι πόλεις είναι απολύτως ελληνικαί. Η προσάρτησις συνεπώς των «Αλβανών» τούτων, κατά το πλείστον Ορθοδόξων ή μουσουλμάνων εις την Ελλάδα ήτο η καλυτέρα και φυσικοτέρα λύσις».

Οι κάτοικοι όμως της Βορείου Ἠπείρου ποτὲ δεν αποδέχτηκαν το επαίσχυντο αυτό πρωτόκολλο. Έτσι στις 17 Φεβρουαρίου 1914 οι Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος και Κονίτσης Σπυρίδων συγκάλεσαν στο Αργυροκάστρο πανηπειρωτικὴ συνέλευση και ανακήρυξαν την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου. Τότε σχηματίστηκε η πρώτη κυβέρνηση με πρωθυπουργὸ τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο.

Αλβανικές δυνάμεις με επικεφαλείς Ολλανδούς αξιωματικούς επιτίθενται για να διαλύσουν την νεοσύστατη πολιτεία. Ήταν τόσο ζωντανὸ το αγωνιστικὸ φρόνημα των Βορειοηπειρωτών, ώστε σε τρεις μήνες οι αλβανικὲς δυνάμεις νικήθηκαν κατὰ κράτος και απομακρύνθηκαν από τα ελληνικά εδάφη της Βορείου Ηπείρου.

Στις 17 Μαΐου 1914 υπογράφεται το πρωτόκολλο της Κέρκυρας με το οποίο αναγνωρίστηκε η ελληνικότητα και η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου και παραχωρούνται στους Βορειοηπειρώτες συγκεκριμένα διοικητικά, θρησκευτικὰ και εκπαιδευτικά δικαιώματα, ελευθερία γλώσσας και άλλες μεταβατικής φύσεως ρυθμίσεις. Πρόκειται για ένα πρωτοποριακὸ για την εποχή του κείμενο στον τομέα των συλλογικών δικαιωμάτων.

Με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας ,τερματίστηκαν οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ αλβανικής χωροφυλακής-ατάκτων και Βορειοηπειρωτών (Ιερών Λόχων). Η κυβέρνηση της Β. Ηπείρου αξίωνε να εγκριθούν και να εγγυηθούν για το Πρωτόκολλο οι Μεγάλες Δυνάμεις. Τελικά στις 1 Ιουνίου οι πρεσβευτές των έξι Μεγάλων Δυνάμεων, στην Αθήνα, ανακοίνωσαν στον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών ότι οι κυβερνήσεις τους επικύρωσαν αυτή την συμφωνία και λίγες μέρες αργότερα η αλβανική κυβέρνηση αποδέχτηκε τελικά την συμφωνία και απέδωσε το επίσημο έγγραφο του πρωτοκόλλου στις 23 Ιουνίου 1914 στην αυτόνομη κυβέρνηση. Λίγες μέρες αργότερα η αποδοχή της συμφωνίας ανακοινώθηκε στην Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου.

Προτού όμως τεθεί το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας σε εφαρμογή, κηρύχθηκε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας δεν αναιρέθηκε ποτέ από κάποια μεταγενέστερη συνθήκη. Κάποιοι ισχυρίζονται πως δεν έχει πλέον ισχύ. Η ισχύς μίας διεθνούς συμφωνίας πηγάζει όχι τόσο από το αν είναι νέα ή παλαιά, αλλά από την αποφασιστικότητα, την θέληση και την ισχύ για να επιβληθεί η εφαρμογή της. Παράδειγμα, το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας είναι του έτους 1913 και το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας του έτους 1914. 5 μήνες χωρίζουν το ένα από το άλλο. Το πρώτο βρίσκεται σε πλήρη ισχύ, το δεύτερο όμως όχι.

Στις 28 Ιουνίου 1914 δολοφονείται στο Σαράγιεβο ο διάδοχος του Αυστριακού θρόνου Αρχιδούκας Φερδινάνδος και η σύζυγός του. Η Αυστρία κατηγορεί ως υπεύθυνη την Σερβία και της κηρύσσει τον πόλεμο. Είναι η έναρξη του 1ουΠαγκοσμίου Πολέμου. Αυτό αλλάζει ριζικά τα πάντα. Τον Οκτώβριο του 1914 οι Μεγάλες Δυνάμεις με την ανοχή της Ιταλίας έδωσαν εντολὴ στην Ελλάδα να ανακαταλάβει και στρατιωτικὰ τη Βόρειο Ήπειρο. Αυτὸ έγινε για δύο λόγους: Πρώτον για την εκεί επιβολὴ της τάξεως και δεύτερον για να έχουν την Ελλάδα με το μέρος τους στον πόλεμο. Έτσι τον Οκτώβριο του 1914 τα ελληνικὰ στρατεύματα επανήλθαν στη Βόρειο Ήπειρο και έμειναν εκεί μέχρι το καλοκαίρι του 1916.

Τον Μάρτιο του 1916 η Ελλάδα κηρύσσει την ένωση της Βορείου Ηπείρου με την μητέρα πατρίδα και Βορειοηπειρώτες βουλευτές εγκαθίστανται στα έδρανα της βουλής των Ελλήνων. Δύο νομοί, Αργυροκάστρου και Κορυτσάς δημιουργούνται και όλες οι ελληνικές αρχές εγκαθίστανται παντού.
Δυστυχώς όμως οι διαρκείς παρεμβάσεις της Ιταλίας και ο διχασμὸς του Έθνους συνέβαλλαν στο να παραδοθεί και πάλι η Βόρειος Ήπειρος στην Αλβανία με την πρεσβευτικὴ διάσκεψη των Παρισίων (9 Νοεμβρίου 1921), που επέβαλε το μεθοριακὸ καθεστώς του πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας (1913). Την απόφαση αυτὴ επικύρωσε και δεύτερο πρωτόκολλο που υπογράφτηκε μεταξὺ των ενδιαφερομένων χωρών το 1926 πάλι στη Φλωρεντία.

Οι συνεχείς αθετήσεις από την πλευρὰ της Αλβανίας των συμφωνιών του πρωτοκόλλου της Κέρκυρας ανάγκασαν την Ελλάδα να προσφύγει στο Διεθνὲς Δικαστήριο της Χάγης, το οποίο καταδίκασε την αλβανικὴ τακτικὴ τον Απρίλιο του 1933. Αυτὸ είχε ως συνέπεια να αναγκασθεί η αλβανικὴ κυβέρνηση να συμμορφωθεί με την απόφαση αυτή.

Γενικὰ η εθνική συμφορά του 1922 απορρόφησε εξ ολοκλήρου το ενδιαφέρον της ελληνικής κυβέρνησης με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στη Βόρειο Ήπειρο τέτοιες καταστάσεις, που κάθε άλλο παρά ευνοούσαν την ενσωμάτωση του τμήματος αυτού στο ελληνικό κράτος. Η αμφισβήτηση των ελληνοαλβανικών συνόρων, συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια.

Στις 9/11/1921, η Πρεσβευτική Διάσκεψη αποφάσισε την οριστική ενσωμάτωση της Β. Ηπείρου στην Αλβανία. Η απόφαση υπογράφτηκε από τους αντιπροσώπους των κυβερνήσεων Μ. Βρετανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ιαπωνίας. Με την απόφαση της ίδιας Πρεσβευτικής Διάσκεψης, αποφασίστηκε η σύσταση διασυμμαχικής τετραμελούς επιτροπής για τη διαχάραξη των νοτίων και νοτιοανατολικών συνόρων της Αλβανίας. Η επιτροπή αυτή, είχε επικεφαλής τον Ιταλό στρατηγό Tellini (Τελίνι). Η δολοφονία του Τελίνι και της ακολουθίας του από αγνώστους κοντά στην Κακαβιά στις 27/8/1923, είχε σαν αποτέλεσμα να διακοπούν οι εργασίες της .Στα τέλη Μαρτίου 1924, η επιτροπή τελικά ολοκλήρωσε τις εργασίες της και υπέβαλε το πόρισμά της στην Πρεσβευτική Διάσκεψη, η οποία, μετά από πιέσεις της Ιταλίας, στις 19/4/1924, ανακοίνωσε στον Έλληνα πρεσβευτή στο Παρίσι, ότι η Ελλάδα έπρεπε να δώσει στην Αλβανία, εκτός της Βορείου Ηπείρου, και πρόσθετο ελληνικό έδαφος κοντά στις Πρέσπες! Έτσι, 14 ελληνικά χωριά ,που από το 1912 βρισκόταν υπό ελληνική διοίκηση, παραχωρήθηκαν στην Αλβανία.

Εδώ να επισημάνω ότι μερικά χρόνια αργότερα, ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, ως Υπουργός Εξωτερικών ,επιδιώκοντας την επανάκτησή των χωριών των Πρεσπών, μετά από εντολή του πρωθυπουργού, τότε, Ελευθέριου Βενιζέλου, απευθύνθηκε στον Γάλλο Υπουργό Εξωτερικών Μπριάν (Aristide Briand), τιμημένο με Νόμπελ Ειρήνης το 1926 μάλιστα, και πήρε την εξής κυνική απάντηση: «Μην ανησυχείτε κύριε Μιχαλακόπουλε! Ασφαλώς θα βρεθεί κάποια λύση. Ή θα δοθούν τα χωριά σε εσάς και οι κάτοικοι τους εις τους Αλβανούς ή θα δοθούν τα χωριά στους Αλβανούς και σε εσάς οι κάτοικοι».

Η οριστική επιδίκαση της Β. Ηπείρου στην Αλβανία, επικυρώθηκε στις 27/11/1925 με το Δεύτερο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, που υπογράφτηκε από τους: Στρατηγό Pietro Cazzera (Ιταλός), Συνταγματάρχη I.A. Ordioni (Γάλλος), Αντισυνταγματάρχη F. Giles (Βρετανός) και τον Έλληνα Αντισυνταγματάρχη Χρήστο Αβραμίδη.

Για την δημιουργηθείσα κατάσταση στην Βόρειο Ήπειρο, ο Γάλλος πρωθυπουργός , Κλεμανσό, έγραφε στην παρισινή εφημερίδα «L” Homme Libre» («Ελεύθερος Άνθρωπος»), τα εξής συγκλονιστικά: «Ιδού 350.000 αληθινοί Έλληνες διανεμόμενοι εις χωρία των οποίων και μόνο τα ονόματα δηλώνουν την ελληνικήν καταγωγήν. Κατόρθωσαν να κρατήσουν την εθνικότητα των εναντίον των Τούρκων και όταν έφθασαν τα ελληνικά στρατεύματα προς απελευθέρωσίν των εκ του Οθωμανικού ζυγού, τους είπον και τους επανέλαβον ότι τώρα ήτο οριστική η αποκατάστασίς των εις την πατρίδα. Διότι αρχικώς θέμα της κυβερνήσεως των Αθηνών και της διπλωματίας της ήτο η επιστροφή ολοκλήρου της Ηπείρου στην Ελλάδα. Και ξαφνικά, χωρίς καμιά προπαρασκευήν, χωρίς να λάβουν δια τους δυστυχείς αυτούς πληθυσμούς καμίαν εγγύησην… καληνύχτα σας, αγαπητοί συμπατριώται και καλήν τύχην με τους ληστάς Αλβανούς!!».

Το 1940 ο ελληνικός στρατός, μετά την απόκρουση της ιταλικής επιθέσεως, ανακατέλαβε τη Βόρειο Ήπειρο, την οποία απελευθέρωσε για τρίτη φορά. Δυστυχώς όμως το μαρτυρικό αυτό τμήμα ατύχησε και αυτή τη φορά. Ο ελληνικός Στρατός απεχώρησε μετά την εισβολή των Γερμανών.

Μέτα τη λήξη του Β” Παγκοσμίου πολέμου τα σύνορά της Αλβανίας τέθηκαν υπό διεθνή αναθεώρηση, ύστερα από αίτηση της Ελληνικής κυβέρνησης. Με το θέμα αυτό ασχολήθηκε η Διάσκεψη των 21 εθνών που έγινε στο Παρίσι. Στη συνεδρία της 30 Αυγούστου 1946 έγιναν οξύτατες συζητήσεις, λόγω αντιδράσεως του Σοβιετικού Υπουργού Εξωτερικών Μολότωφ, ο οποίος πέτυχε τελικά την παραπομπή του ζητήματος στο Συμβούλιο των τεσσάρων Υπουργών Εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων. Στη Διάσκεψη των τεσσάρων Υπουργών των Εξωτερικών στη Νέα Υόρκη, συμφωνήθηκε ότι η απόφαση για τη Βόρειο Ήπειρο θα ληφθεί μετά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης με την Αυστρία και την Γερμανία. Η συνθήκη ειρήνης με την Αυστρία υπογράφηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1955. Η συνθήκη ειρήνης με την Γερμανία υπογράφηκε στη Μόσχα στις 12 Σεπτεμβρίου 1990 , γεγονός που οδήγησε στην ένωση των δυο Γερμανιών. Για την Βόρειο Ήπειρο ουδεμία απόφαση, ουδεμία συζήτηση… μέχρι σήμερα.

Το 1987 έγινε, μονομερώς , με δήλωση του τότε Έλληνα Υπουργού Εξωτερικόν, η άρση της εμπολέμου καταστάσεώς μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας , που ίσχυε από το 1940 , χωρίς να υπογράφει συνθήκη ειρήνης , που να διασφαλίζει τα εθνικά δίκαια και τα ανθρώπινα δικαιώματα των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου. Δεν τηρήθηκε η αρχή του διεθνούς δικαίου, που προβλέπει ότι η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ δυο εμπόλεμων κρατών τερματίζεται με συνθήκη ειρήνης , η οποία ρυθμίζει όλες τις εκκρεμότητες μεταξύ των δυο αντιπάλων κρατών.

Το Βορειοηπειρωτικό, ως εθνικό θέμα ιστορικά, παρόλο ότι είχε τις περισσότερες ευκαιρίες, από τα άλλα εθνικά θέματα, δυνατότητες να λυθεί ευνοϊκά για την χώρα μας, εν τούτοις δεν έγινε εφικτό αυτό λόγω των γεωστρατηγικών και γεωπολιτικών συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων, του δημιουργηθέντος διπολικού συστήματος διακυβέρνησης του Κόσμου, αλλά και ορισμένες φορές λόγω όχι δυναμικής απαίτησης της ελληνικής διπλωματίας, αν και η χώρα μας ήταν πάντοτε με το μέρος των νικητών, με τεράστια συνεισφορά και στους δυο Παγκόσμιους πολέμους.

Μέτα την παραπομπή του θέματος στο Συμβούλιο των τεσσάρων Υπουργών των Εξωτερικών, δεν έγινε καμία ουσιαστική ενέργεια από την πλευρά της Ελλάδος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί το Βορειοηπειρωτικό σε πλήρη αποτελμάτωση.

Όπως παρατηρεί σύγχρονος ιστορικός το Βορειοηπειρωτικὸ ζήτημα εξελίχθηκε σε δίπρακτο δράμα, του οποίου η μεν πρώτη πράξη παίχθηκε στα πεδία των μαχών και κατάληξε σε νικητήριο θρίαμβο, ενώ η δεύτερη πράξη εκτυλίχθηκε στα σκοτεινά παρασκηνικά της διπλωματίας και μεταβλήθηκε σε εθνική τραγωδία, που αναμένει ακόμη την προσήκουσα κάθαρση…

Γενικά χρειάζεται και για το μεγάλο αυτό εθνικό μας πρόβλημα, σωστή εθνική στρατηγική και υπεύθυνη αντιμετώπιση, γιατί «οι καιροί οι μενετοί» και οι ιστορικές συνθήκες είναι πολύ ρευστές και επικίνδυνες .

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget