ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Internationale Politik: Ο πόλεμος μεγιστοποίει την σημασία της ΝΑ Ευρώπης



Στο νέο τεύχος της διμηνιαίας περιοδικής έκδοσης “Internationale Politik” της Γερμανικής Εταιρείας Εξωτερικής Πολιτικής (DGAP) δημοσιεύεται άρθρο του Michael Martens, ανταποκριτή για θέματα Ν.Α. Ευρώπης της Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ) στη Βιέννη, με τίτλο «Περί ασφαλών λιμένων και ανασφαλών ‘καντονιστών’» και υπότιτλο «Αυτήν την περίοδο, η Νοτιοανατολική Ευρώπη δεν έχει ρόλο-κλειδί μόνον όσον αφορά τις υποδομές. Η ΕΕ θα μπορούσε να κερδίσει εδώ και πολιτικούς συμμάχους – εάν ‘έπαιζε’ έξυπνα».

Ο πόλεμος της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας έχει αναβαθμίσει τη Νοτιοανατολική Ευρώπη ως θέατρο πολιτικών εξελίξεων – παρατηρεί εισαγωγικά ο ανταποκριτής της FAZ. Ταυτόχρονα, μεγάλη είναι η συμπάθεια για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία σε ορισμένες περιοχές – ιδιαίτερα στη Σερβία και στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας (Republika Srpska). Αυτός ο συνδυασμός καθίσταται προβληματικός για το δημοκρατικό κομμάτι της διεθνούς κοινότητας.
Η αυξημένη στρατηγική – στρατιωτική και οικονομική – σημασία της περιοχής αποδεικνύεται από τον ρόλο που διαδραμάτισαν τα λιμάνια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στην πρόσφατη ρωσο-ουκρανική σύγκρουση, με δύο από αυτά να ξεχωρίζουν: την Αλεξανδρούπολη στη Βόρειο Ελλάδα και την Κωνστάντζα της Ρουμανίας, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.

Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης «στο ελληνικό τμήμα της Θράκης» (sic) – γράφει ο Martens – έχει γίνει σημείο μεταφόρτωσης δυτικών (κυρίως αμερικανικών) προμηθειών όπλων, που προωθούνται στα νατοϊκά κράτη Βουλγαρία και Ρουμανία, και από εκεί στην Ουκρανία. Μετά την κατάληψη και αντίστοιχα τον αποκλεισμό των ουκρανικών λιμανιών από τη Ρωσία εξάλλου, η Κωνστάντζα ήταν ο πλησιέστερος θαλάσσιος κόμβος για την εξαγωγή σιτηρών και άλλων αγροτικών προϊόντων από την Ουκρανία. Ειδικά οι εξαγωγές σιτηρών είναι υψίστης σημασίας, προκειμένου να αποφευχθούν οι εκρήξεις τιμών, οι αναταραχές λόγω πείνας και, κατά συνέπεια, νέες μετακινήσεις προσφύγων από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική προς την Ευρώπη.

Στην Ελλάδα, η Αλεξανδρούπολη ονομάζεται πλέον «λιμάνι του ΝΑΤΟ». Τίτλος, που έμμεσα έχει αναγνωρίσει και η Μόσχα. Τον Ιανουάριο, καθώς η Ρωσία βρισκόταν στα τελευταία στάδια της προετοιμασίας για την εισβολή στην Ουκρανία, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Dmitrij Peskow παραπονέθηκε ότι «εκατοντάδες», αν όχι «χιλιάδες» οπλισμού είχαν αποσταλεί στην Ουκρανία μέσω της Αλεξανδρούπολης. Φυσικά, η διαδρομή που ακολουθούν σήμερα τα όπλα μετά από εκεί δεν είναι γνωστή δημοσίως. Ωστόσο, δεν είναι μυστικό ότι τα ουκρανικά μεταγωγικά αεροπλάνα μετακινούνται τακτικά μεταξύ των βουλγαρικών πόλεων της Μαύρης Θάλασσας Βάρνα και Μπουργκάς και του πολωνικού αεροδρομίου Rzeszow κοντά στα σύνορα της Πολωνίας με την Ουκρανία.

«Οι συνεχώς αυξανόμενες στρατιωτικές δραστηριοτήτες στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης υπογραμμίζουν τον αυξανόμενο στρατηγικό ρόλο και τη σημασία του για την Ελλάδα, τις ΗΠΑ και την περιοχή», δήλωσε ο Geoffrey Pyatt, μέχρι πρόσφατα πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια πρόσφατης επίσκεψής του στην πόλη.
«Η αναβάθμιση του λιμανιού είναι μέρος της μετατόπισης του ειδικού βάρους της περιφερειακής συνεργασίας ασφαλείας για την Ουάσιγκτον, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Αντί να βασίζονται στην Τουρκία του Tayyip Erdoğan, οι Αμερικανοί επικεντρώνονται περισσότερο στην Ελλάδα, την οποία κυβερνά ο ατλαντιστής Κυριάκος Μητσοτάκης», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Martens και προσθέτει:

Λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, η Αλεξανδρούπολη έχει αποκτήσει μεγάλη σημασία και στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής. Αμερικανικές εταιρείες διεκδικούν τη σύμβαση για την επικείμενη μερική ιδιωτικοποίηση του λιμανιού. Το ενδιαφέρον εξηγείται και από τον υπό κατασκευή πλωτό τερματικό σταθμό υγροποιημένου αερίου στη θαλάσσια περιοχή της Αλεξανδρούπολης. Μέσω αυτού αναμένεται να μειωθεί σημαντικά η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο στην ευρύτερη περιοχή. Η Βουλγαρία, για παράδειγμα, έχει εξασφαλίσει από καιρό μερίδιο 20% στον ελληνικό τερματικό σταθμό. Πρόκειται για μια διορατική απόφαση της βουλγαρικής κυβέρνησης, αν σκεφτεί κανείς ότι στην Βουλγαρία και Πολωνία, ως πρώτες χώρες της ΕΕ, η Gazprom διέκοψε ήδη τον Απρίλιο τη ροή φυσικού αερίου.

Η Κωνστάντζα είναι σημαντική για άλλο λόγο. Το μεγαλύτερο λιμάνι της Ρουμανίας συνδέεται με τη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Θάλασσα και προς την ενδοχώρα μέσω της διώρυγας Δούναβη-Μαύρης Θάλασσας. Λόγω του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, το λιμάνι έχει γίνει αναπόφευκτα πύλη προς τον κόσμο, όχι μόνο για την Ουκρανία αλλά και για τη Δημοκρατία της Μολδαβίας. Προηγουμένως, ήταν η Οδησσός κόμβος για τις εξαγωγές και εισαγωγές της μολδαβικής οικονομίας, καθώς και για την ίδια την Ουκρανία, φυσικά.

Ωστόσο, το λιμάνι της Κωνστάντζας δεν έχει προετοιμαστεί επαρκώς γι’ αυτόν τον ρόλο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά τις σιδηροδρομικές υποδομές, στις οποίες δεν έχουν πραγματοποιηθεί σχεδόν καθόλου επενδύσεις εδώ και δεκαετίες. Η Ρουμανία θέλει τώρα να επενδύσει σύντομα 200 εκατομμύρια ευρώ στην επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου στην περιοχή του λιμανιού. Αναμένεται επίσης να ανακαινιστεί μια παλιά, σιδηροδρομική σύνδεση ευρείας διαμέτρου μεταξύ της συνοριακής πόλης Giurgiulești της Μολδαβίας και του ρουμανικού λιμανιού Galați του Δούναβη. Οι υποδομές για την αντιστάθμιση της απώλειας των ουκρανικών λιμένων μόνο σε περιορισμένο βαθμό μπορούν να δημιουργηθούν γρήγορα. Ωστόσο, μπορεί κανείς να προβλέψει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία θα έχει ως αποτέλεσμα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μια ακόμα μεγαλύτερη δομική και συνεπώς οικονομική, καθώς και πολιτική ευθυγράμμιση της Ουκρανίας και της Μολδαβίας με την ΕΕ.

Τι γίνεται όμως δυτικότερα; Όπως γράφει ο Martens, τα «Δυτικά Βαλκάνια» είναι ένας νεολογισμός, που επινοήθηκε για να περιγράψει εκείνα τα βαλκανικά κράτη τα οποία επιδιώκουν να ενταχθούν στην ΕΕ: Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κόσοβο, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία και Σερβία. Ενώ δεν υπάρχει αξιόλογη συμπάθεια για τον Putin στην Αλβανία και το Κόσοβο – εκτός από το ελεγχόμενο από τη Σερβία βόρειο τμήμα και τους σερβικούς θύλακες – η εικόνα δεν είναι τόσο ξεκάθαρη σε άλλες περιοχές.

Ιδιαίτερα στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας, την Republika Srpska, η ρωσική επίθεση στην Ουκρανία έχει την στήριξη της πολιτικής ηγεσίας και μεγάλου μέρους του λαού. Κανένας πολιτικός της περιοχής δεν ποντάρει τόσο ανοιχτά στη Ρωσία όσο ο Milorad Dodik, ο οποίος, μετά τον για πολλά χρόνια ηγέτη του Μαυροβουνίου Milo Đukanović, είναι ο μακροβιότερος πολιτικός σε κυβέρνηση στα Βαλκάνια. Από το 1998 έως το 2001 και από το 2006 έως το 2010 ήταν πρωθυπουργός της Republika Srpska και μετά έως το 2018 πρόεδρος. Έκτοτε εκπροσωπεί τους Σέρβους της Βοσνίας ως μέλος της τριμερούς προεδρίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.

Με αυτήν την ιδιότητα, ο Dodik εντείνει, με ρωσική υποστήριξη, μια εκστρατεία αποδυνάμωσης και εν τέλει κατάργησης του βοσνιακού κράτους, που ήταν το σήμα κατατεθέν του εδώ και χρόνια. Και ναι μεν ο Dodik έχει προφανώς εγκαταλείψει ξανά τον στόχο της οικοδόμησης ενός ξεχωριστού στρατού, τον οποίο δύσκολα θα μπορούσε ούτως ή άλλως να χρηματοδοτήσει. Ωστόσο, η απειλή της καθιέρωσης ενός χωριστού φορολογικού και δικαστικού συστήματος παραμένει. Αρκετοί Ευρωπαίοι παρατηρητές επιθυμούν η ΕΕ να ακολουθήσει το παράδειγμα των ΗΠΑ και να επιβάλει κυρώσεις στον Dodik. Μέχρι στιγμής όμως, αυτό έχει αποτραπεί από τον Π/Θ της Ουγγαρίας Viktor Orbán.

Στην Republika Srpska, κυριαρχεί μεταξύ των πολιτικών, καθώς και σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, κατανόηση ή και έκδηλη συμπάθεια για τους πολεμικούς στόχους του Κρεμλίνου. Όποιος εκφράζει αντίθετη γνώμη, κινδυνεύει να μπει στο στόχαστρο του μηχανισμού εξουσίας του Dodik και των ΜΜΕ του. Σε πολλά ΜΜΕ, αλλά και στον πολιτικό διάλογο, ακριβώς όπως και στη Ρωσία, ο πόλεμος υποβαθμίζεται χαρακτηριζόμενος ως «ειδική επιχείρηση». Όπως και στη Μόσχα, η αιματοχυσία δικαιολογείται κι εδώ ως αναγκαία για να αποτραπεί μια γενοκτονία κατά των Ρώσων στην Ουκρανία. Αυτό το στρεβλό μοτίβο επιχειρηματολογίας είναι γνώριμο στη Βοσνία:

Χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει και τη γενοκτονία που διέπραξαν οι Σέρβοι εναντίον των Βοσνίων στη Srebrenica το 1995. Διατείνονται ότι το έγκλημα, που διέπραξε ο Σερβοβόσνιος στρατηγός Ratko Mladić, που αργότερα καταδικάστηκε ως εγκληματίας πολέμου, ήταν απαραίτητο, προκειμένου να αποτρέψει το να γίνουν με τη σειρά τους οι Σέρβοι θύματα μιας γενοκτονίας σαν αυτή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αυτό το ζήτημα, δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου διαφορές μεταξύ αυτών που βρίσκονται στην εξουσία και ενός μεγάλου μέρους της αντίστοιχης αντιπολίτευσης στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας. Ο Dodik κατόρθωσε να φέρει τη συζήτηση στα μέτρα του, εν όψει των επερχόμενων εκλογών του Οκτωβρίου, στις οποίες διακυβεύεται και το δικό του μέλλον.

Στη Σερβία η εικόνα είναι περισσότερο διαφοροποιημένη, επισημαίνει ο Martens. Το μεγαλύτερο κράτος που προέκυψε από την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας παρουσιάζεται συχνά ως ιδιαίτερα φιλορωσικό. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά στην πολιτική του προέδρου Aleksandar Vučić, ο οποίος έχει σχεδόν απεριόριστη εξουσία, αποκαλύπτει επίσης αποχρώσεις που δεν ταιριάζουν σε αυτή την ερμηνεία.

Ένα παράδειγμα αποτελεί η σχέση της Σερβίας με το ΝΑΤΟ. Η Δυτική Συμμαχία δεν είναι μεν δημοφιλής στη Σερβία. Η προσχώρηση σε αυτήν δεν είναι αντικείμενο συζήτησης και δεν θα είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας, αν γινόταν δημοψήφισμα. Από την άλλη πλευρά όμως, από το 2006 η Σερβία συμμετέχει στο πρόγραμμα του ΝΑΤΟ «Εταιρική σχέση για την Ειρήνη». Ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, όπως μετά την υποστηριχθείσα από τη Δύση διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου τον Φεβρουάριο του 2008, η συμμετοχή αυτή δεν αμφισβητήθηκε κατά βάση ποτέ από το Βελιγράδι.

Ο σερβικός στρατός διατηρεί πολύ περισσότερες διπλωματικές επαφές και πραγματοποιεί περισσότερες κοινές ασκήσεις με τις στρατιωτικές δυνάμεις νατοϊκών χωρών παρά με τη Ρωσία. Ωστόσο, στα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ δίνεται συστηματικά μια διαφορετική εικόνα. Η συνεργασία με το ΝΑΤΟ μόλις και μετά βίας παίζει ρόλο στην ειδησεογραφία και συνακόλουθα στην ενημέρωση της κοινής γνώμης, ενώ σε περίοπτη θέση παρουσιάζονται προγραμματισμένες κοινές ασκήσεις με τη Ρωσία και τη Λευκορωσία.

Ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό παράδειγμα της γραμμής των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ της Σερβίας δόθηκε την πρώτη ημέρα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το ‘ταμπλόιντ’ Informer, που διευθύνεται από έναν προσωπικό φίλο και πολιτικό σύντροφο του Vučić, είχε πρωτοσέλιδο: «Οι Αμερικανοί γκρεμίζουν τον κόσμο στο χάος. Η Ουκρανία επιτέθηκε στη Ρωσία!» Άλλα ΜΜΕ, που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από τον μηχανισμό εξουσίας του Vučić, είχαν παρόμοιες αναφορές. Προφανώς, αυτό ήταν το μήνυμα που το Βελιγράδι ήθελε να περάσει στην κοινή γνώμη, όταν άρχισε ο πόλεμος.
Στο μεταξύ, τα πράγματα έχουν αλλάξει σε κάποιο βαθμό. Επισήμως, η Σερβία υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και προσχώρησε στην καταδίκη της Ρωσίας στα Ηνωμένα Έθνη. Λόγω του ζητήματος του Κοσόβου, που παραμένει ανοιχτό σύμφωνα με την οπτική του Βελιγραδίου, η χώρα δεν έχει άλλη επιλογή από το να υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα άλλων κρατών.

Ο Vučić συνεχίζει να ποντάρει σε πολλά χαρτιά στην εξωτερική πολιτική. Κατά κάποιον τρόπο προσπαθεί να μιμηθεί την εξωτερική πολιτική του Tito , ο οποίος ως ηγέτης του Κινήματος των Αδεσμεύτων (ΝΑΜ) κατάφερε να δώσει στη Γιουγκοσλαβία διεθνή προβολή. Έτσι, ενώ η Σερβία επισήμως εμμένει στον στόχο της ένταξης στην ΕΕ, επιδιώκει ταυτόχρονα την εγγύτητα με τη Ρωσία και την Κίνα. Γι’ αυτό και αναδείχτηκε επικοινωνιακά η παράδοση του κινεζικού αντιαεροπορικού συστήματος γνωστού ως FK-3 στις σερβικές ένοπλες δυνάμεις, που πραγματοποιήθηκε στα μέσα Απριλίου. Το FK-3 είναι η ‘ελαφρότερη’ εξαγώγιμη εκδοχή του HQ-22, το οποίο με τη σειρά του θεωρείται κινεζικό αντίγραφο του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-300. Η Σερβία είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που έχει αυτό το κινεζικό σύστημα.

Ο Vučić ρίσκαρε ακόμα και την οργή της Μόσχας, καθώς στο παρελθόν σκεφτόταν να αγοράσει το (πολύ ακριβότερο) σύστημα των S-300. Οι συστηματικοί ελιγμοί του Σέρβου προέδρου είναι ιδιαίτερα εμφανείς στις εξοπλιστικές προμήθειες. Ωστόσο, η γεωπολιτική συγκυρία για τη μακροπρόθεσμη επιτυχία μιας τέτοιας ‘πολιτικής της τραμπάλας’ (Schaukelpolitik) δεν είναι σε καμία περίπτωση τόσο ευνοϊκή όσο ήταν στην εποχή του Tito. Τουλάχιστον όχι, εάν η «ευρωπαϊκή προοπτική» για τα Δυτικά Βαλκάνια γίνει ξανά αξιόπιστη κάποια στιγμή και η Σερβία θα πρέπει να λάβει μια απόφαση – επισημαίνει ο Martens. Τέτοιες αποφάσεις όμως δεν εκκρεμούν αυτή τη στιγμή, διότι η πολιτική της διεύρυνσης με την παραδοσιακή της μορφή δικαίως έχει χάσει κάθε ίχνος αξιοπιστίας στην περιοχή.

Του χρόνου συμπληρώνονται 10 χρόνια από την τελευταία φορά που η ΕΕ δέχθηκε ένα νέο μέλος – την Κροατία το 2013. Έκτοτε επικρατεί στασιμότητα. Το Μαυροβούνιο διαπραγματεύεται την ένταξη στην ΕΕ εδώ και δέκα χρόνια και η Σερβία οκτώ. Κατά τη διάρκειά τους, η Δημοκρατία στη Σερβία έχει οπισθοδρομήσει, ενώ και το μέλλον της δημοκρατικής αφύπνισης στο Μαυροβούνιο είναι γεμάτο αβεβαιότητες. Η Τουρκία, η οποία διαπραγματεύεται την ένταξη στην ΕΕ εδώ και 18 χρόνια, έχει μεταβληθεί από μια τουλάχιστον υποφερτά λειτουργούσα Δημοκρατία σε μια απολυταρχία με αυθαιρετούσα δικαιοσύνη και χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους.

Κατά τον ανταποκριτή της FAZ: «Δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα από τη μετασχηματιστική δύναμη που αναμφίβολα εξέπεμπε η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ στις αρχές της χιλιετίας, ακόμα και πριν από μια δεκαετία. Κι αυτό δεν είναι κάτι που εκπλήσσει πραγματικά. Αν ακόμα και μια χώρα σαν τη Βόρεια Μακεδονία, που άλλαξε ακόμη και το κρατικό της όνομα για το όνειρο της ένταξης στην ΕΕ, δεν επιτρέπεται καν να ξεκινήσει ενταξιακές συνομιλίες και μετά τον ελληνικό, πιθανόν τώρα να πρέπει να υποκύψει και σε έναν βουλγαρικό εκβιασμό, από πού περιμένει κανείς να πηγάσει η αξιοπιστία της διαδικασίας;»

Σίγουρα – γράφει ο Martens – υπάρχουν βάσιμα επιχειρήματα για την απροθυμία ορισμένων κρατών- μελών να δεχτούν νέους εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που συχνά συνοψίζεται στη φράση «κόπωση από τη διεύρυνση». Ο γάλλος Πρόεδρος Emmanuel Macron προβάλλει επανειλημμένα μερικά από αυτά: Ήδη με 27 κράτη- μέλη, η ΕΕ δύσκολα μπορεί να λάβει αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής – πώς θα είναι εφικτό κάτι τέτοιο με 30 ή περισσότερα μέλη; Φανταστείτε αν, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Ουκρανίας, είχε γίνει μια συζήτηση της ΕΕ για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, στην οποία, εκτός από τη Βουδαπέστη, θα είχαν δικαίωμα βέτο και το Βελιγράδι ή το Σεράγεβο (και επομένως έμμεσα η Μπάνια Λούκα): θα ήταν αδιανόητες οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει προοπτική κατάργησης της αρχής της ομοφωνίας στις αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής, η οποία συχνά παραλύει την ΕΕ, τίθεται το ερώτημα ποιες ρεαλιστικές δυνατότητες υπάρχουν για προτάσεις συνεργασίας στα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων εκτός από την πλήρη ένταξη.

Κατά τον Martens, τα καλά νέα είναι ότι υπάρχουν ιδέες και σχέδια που θα ήταν ελκυστικά για τους ανθρώπους της περιοχής και θα μπορούσαν να δώσουν ξανά δημιουργική ώθηση στην ΕΕ. Η πιο σημαντική είναι η ιδέα να δοθεί στα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων πρόσβαση στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά με τους τέσσερις πυλώνες της: την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών.

Η πρόσβαση σε τέτοια προνόμια θα είχε θεαματικές συνέπειες για την περιοχή. Για τους ανθρώπους και τις εταιρείες, θα ήταν σαν να ζούσαν στην ΕΕ καθημερινά. Μια εταιρεία στο Βελιγράδι ή στα Τίρανα θα μπορούσε να προσφέρει αγαθά ή υπηρεσίες με τους ίδιους όρους όπως οι ανταγωνιστές της στο Αμβούργο ή το Παρίσι. Ταυτόχρονα, μια τέτοια πρόταση δεν θα επιβάρυνε την ΕΕ, διότι τα Δυτικά Βαλκάνια συνολικά έχουν μόλις τους μισούς κατοίκους από την Πολωνία. Επιπλέον, η ένταξη στην εσωτερική αγορά δεν θα αποτελούσε πολιτική επιβάρυνση στην ικανότητα λήψης αποφάσεων της ΕΕ, διότι τα βαλκανικά κράτη θα είχαν μεν πλήρη οικονομική συμμετοχή, αλλά δεν θα είχαν ούτε Επιτρόπους δικούς τους ούτε δικαιώματα βέτο στις Βρυξέλλες.

Ωστόσο, για να γίνουν αποδεκτές τέτοιες ιδέες, θα ήταν σημαντικό να παρουσιαστεί η ένταξη στην κοινή αγορά ως ενδιάμεσο βήμα που δεν αποκλείει την πλήρη ένταξη στο απώτερο μέλλον – παρατηρεί ο ανταποκριτής της FAZ. Ακόμα και η Νορβηγία ή η Ισλανδία, που έχουν επιλέξει το μοντέλο του να ανήκουν στον ενιαίο οικονομικό χώρο, θα μπορούσαν εν τέλει να υποβάλουν αίτηση για ένταξη στην ΕΕ, εάν το επιθυμούν οι λαοί τους.

Φυσικά – γράφει ο Martens – ο δρόμος για την ένταξη στην ευρωπαϊκή αγορά δεν θα ήταν ‘περίπατος’. Θα έπρεπε πρώτα να υλοποιηθεί μια σειρά αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Η εκπλήρωση των λεγομένων «Κριτηρίων της Κοπεγχάγης» θα έπρεπε να διασφαλιστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως και σε σχέση με την πολιτική ένταξη. Μια οικονομία της αγοράς με λειτουργικά όργανα ελέγχου και ένα κράτος Δικαίου με πραγματική διάκριση των εξουσιών και προστασία των μειονοτήτων θα αποτελούσαν τις προϋποθέσεις ένταξης. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει η ευρωπαϊκή πρόταση να περιοριστεί σε ένα είδος διευρυμένης ζώνης ελεύθερων συναλλαγών, γιατί αυτό θα παγίωνε αντιδημοκρατικές δομές εξουσίας στην περιοχή. Ωστόσο, εάν η ρεαλιστική πρόταση πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά μπορούσε να παρουσιαστεί αξιόπιστα, πιθανότατα θα απελευθέρωνε την ενέργεια για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, που λείπει αυτή την στιγμή από την περιοχή. Και έτσι, η Ρωσία δεν θα μπορούσε να διατυπώσει καμία αξιόπιστη αντιπρόταση.

Το άρθρο του ανταποκριτή της FAZ καταλήγει με την επισήμανση ότι «δεν έχουν καταλάβει όλες οι δυτικές πρωτεύουσες πως η παλιά πολιτική της διεύρυνσης είναι, παραφράζοντας τον Macron, εγκεφαλικά νεκρή. Αντίθετα, επαναλαμβάνουν απτόητες ότι η δυνατότητα ή μη της ένταξης στην ΕΕ εξαρτάται από τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της ίδιας της περιοχής. Οι υποστηρικτές αυτής της αντίληψης ενεργούν σαν ιερείς μιας ετοιμοθάνατης θρησκείας, της οποίας οι λιτανείες έχουν χάσει εδώ και καιρό το νόημά τους. Εκεί, και όχι στις ρωσικές απόπειρες αναταραχής, κρύβονται οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι στα Βαλκάνια για την ΕΕ».

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια