ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

κ. Ιωακειμίδη, πώς είναι δυνατόν να προσβάλετε την κοινή λογική τόσο βάναυσα;



Αν και πρέπει να πιστωθεί στον καθηγητή Παναγιώτη Ιωακειμίδη η σταθερότητα στις απόψεις που διατυπώνει για τα ελληνοτουρκικά, ο υπογράφων μπαίνει στον πειρασμό να τον ρωτήσει πώς είναι δυνατόν να προσβάλει την κοινή λογική τόσο βάναυσα, προτείνοντας λύσεις οι οποίες χρεοκόπησαν από μόνες τους, λόγω του ανεδαφικού τους χαρακτήρα…

Του Ζαχαρία Μίχα*
(Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ΙΑΑΑ/ISDA)

«Και μόνο ότι πέρασαν πενήντα χρόνια με την ατζέντα να διευρύνεται από την Τουρκία δραματικά εις βάρος μας (για να μην πούμε τίποτα για την Κύπρο) πιστοποιεί την αποτυχία της ελληνικής πολιτικής», αποφαίνεται στο τελευταίο του άρθρο ο Ιωακειμίδης με τίτλο “Ελληνοτουρκικά: το αδιέξοδο μιας πολιτικής”.

Προτού επιχειρηθεί πιο συστηματική ανασκευή όσων γράφει, ένα και μόνο ερώτημα κρίνεται αρκετό: Με βάση ποια λογική ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα δεν έχει διαπραγματευθεί με την Τουρκία; Τόσοι γύροι διερευνητικών επαφών, οι διμερείς συνομιλίες κλπ δεν συνιστούν διαπραγμάτευση; Το όνομα κάνει τη διαπραγμάτευση;

Γιατί από όλες αυτές τις επαφές-διαπραγματεύσεις δεν προέκυψε μια κάποια συμφωνία; Προφανώς επειδή οι ελληνικές υποχωρήσεις δεν κρίθηκαν επαρκείς από την Άγκυρα. Άρα, ο Ιωακειμίδης εμμέσως πλην σαφώς συστήνει κι άλλες υποχωρήσεις, τόσες όσες θα κρίνει ικανοποιητικές η τουρκική πλευρά. Και μιλάμε για ελληνικές υποχωρήσεις, επειδή, εκτός από την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ δεν υφίσταται άλλη πραγματική διαφορά. Υφίστανται μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου αυξάνουν σε αριθμό και επεκτατική βαρύτητα.

Αλλά ας υποθέσουμε ότι η Αθήνα είχε προβεί σε ακόμα περισσότερες υποχωρήσεις-προσφορές και έτσι είχε καταστεί δυνατή μία συμφωνία. Μήπως εγγυάται ο Ιωακειμίδης ότι με την παρέλευση κάποιου χρόνου η Άγκυρα θα επανερχόταν με νέες επεκτατικές διεκδικήσεις;

Γιατί η Άγκυρα να μην επαναλάμβανε την πετυχημένη συνταγή, με την οποία θα είχε αποσπάσει κέρδη; Από πού συνάγεται ότι εάν η Ελλάδα έδινε σε μία πρώιμη εποχή όσα της ζητούσαν οι Τούρκοι, αυτοί δεν θα επανέρχονταν σε μία επόμενη φάση; Από πουθενά, εκτός κι αν στηριχθούμε στην ιδεοληπτική πεποίθηση του Ιωακειμίδη. Θα ήταν εθνικά φρόνιμο, όμως, κάτι τέτοιο;

Μην ξεχνάμε ότι φορέας του τουρκικού επεκτατισμού δεν είναι μόνο ο Ερντογάν. Εξίσου είναι και οι κεμαλικοί. Το ζήσαμε για 30 σχεδόν χρόνια. Όποιος σέβεται τα γεγονότα γνωρίζει ότι η Τουρκία εποφθαλμιούσε το μισό Αιγαίο εξ αρχής, από το 1973-74.

Ίσως πρέπει να θυμηθούμε το πως περιέγραφαν οι γραφίδες του Ιωακειμίδη και των ομοίων του τον Ερντογάν, σαν ισλαμοδημοκράτη, κατά το χριστιανοδημοκράτη! Παπαγαλίζοντας τις τότε δυτικές ανοησίες τον παρουσίαζαν σαν το φωτεινό παράδειγμα που πρέπει να μεταλαμπαδευθεί στον ισλαμικό κόσμο με τη βοήθεια της Δύσης!

Είναι επιεικώς αφελής κατά τον καθηγητή η «θεωρία» ότι έχουμε μόνο ένα θέμα για διευθέτηση με την Τουρκία (οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ) και δεν συζητάμε τίποτε άλλο. Η αλήθεια είναι ότι κατά περιόδους, η Αθήνα όχι απλώς συζήτησε, αλλά και διαπραγματεύθηκε κι αρκετά άλλα, όχι όσα θέτουν οι Τούρκοι, αλλά αρκετά άλλα, όπως π.χ. το εύρος των ελληνικών χωρικών υδάτων.

Ακόμα και ο Ιωακειμίδης αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι «κάποια θέματα βέβαια δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης». Αποφεύγει να μας πει ποια είναι εκτός διαπραγμάτευσης, επειδή κατ’ αντιδιαστολή θα προσδιόριζε και ποια είναι εντός διαπραγμάτευσης. Μας λέει πάντως: «Οι ρυθμίσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι (1999) μας προσέφεραν τη δυνατότητα (και φθάσαμε κοντά) για την επίλυση των θεμάτων (εύρος χωρικών υδάτων κ.λπ.)».

Προσθέτει ότι τη δυνατότητα αυτή «την απεμπολήσαμε (Μάρτιος 2004) γιατί δεν θέλαμε “να πάμε κάποια θέματα στο Διεθνές Δικαστήριο”. Χάσαμε μια πολύτιμη ευκαιρία». Ο Ιωακειμίδης ξεχνάει ότι στην απόφαση του Ελσίνκι προβλέπεται ότι θα παραπέμπονταν στη Χάγη και «εδαφικές διαφορές».

Με άλλα λόγια και με δεδομένη την τουρκική θεωρία περί “γκρίζων ζωνών”, ο Ιωακειμίδης, όπως και η τότε κυβέρνηση Σημίτη, ήθελαν να θέσουμε στην κρίση κάποιων ξένων δικαστών το εάν π.χ. οι Οινούσσες, οι Φούρνοι, το Αγαθονήσι και πολλές άλλες κατοικημένες κι ακατοίκητες νησίδες θα παραμείνουν ελληνικές ή θα δοθούν στην Τουρκία.

Αυτό που είναι όμως πραγματική αποθέωση είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο Ιωακειμίδης την έννοια της επιβολής κόστους στην Τουρκία για τον επεκτατισμό της. Λέει πως «θα το είχαμε αυξήσει εάν είχαμε ενσωματώσει/κλειδώσει την Τουρκία σε θεσμούς και διαδικασίες από τις οποίες θα αντλούσε μεν κάποια οφέλη, θα τις επέβαλλαν όμως περιορισμούς, δυνατότητες θεσμικού ελέγχου και επικοινωνίας. Το αντίθετο, την αποκλείσαμε από τέτοιες διαδικασίες».

Και φέρνει ως παράδειγμα το ότι η Κύπρος πάγωσε ουσιαστικά το 2006 τη διαπραγματευτική διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ! Αποκλείσαμε λέει επίσης την Τουρκία από την PESCO, από συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο! «Δεν κλειδώσαμε δηλαδή όσο μπορούσαμε την Τουρκία σε διαδικασίες που θα μετρίαζαν ή θα καθιστούσαν δαπανηρό τον αναθεωρητισμό της. Αντίθετα, εκουσίως ή ακουσίως “καλλιεργήσαμε” ή αναβιώσαμε διαχρονικά σύνδρομα που οξύνουν τον αναθεωρητισμό αυτόν».

Όλως τυχαίως, η επιχειρηματολογία Ιωακειμίδη παρακάμπτει το γεγονός ότι η Τουρκία επιζητούσε την ένταξή της στην ΕΕ, αλλά, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, ήθελε να ενταχθεί με τους δικούς της όρους κι όχι με αυτούς που ίσχυαν για όλες τις άλλες χώρες-μέλη! Τον δρόμο της Τουρκίας προς την ΕΕ, εξάλλου, δεν τον έκλεισε η Ελλάδα, τον έκλεισαν η Γερμανία της Μέρκελ και η Γαλλία του Σαρκοζί.

Και κάτι ακόμα που επίσης παρακάμπτει ο Ιωακειμίδης, επειδή δεν τον βολεύει. Η Τουρκία θα χρησιμοποιούσε πιθανότατα τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για να προωθήσει τα εθνικιστικά της συμφέροντα και να βλάψει την Ελλάδα. Έτσι, αντί η ΕΕ να ελέγξει την τουρκική συμπεριφορά, θα συνέβαινε κάτι αντίστοιχο με αυτό που συμβαίνει στο ΝΑΤΟ, ειδικά αυτή την περίοδο με την ένταξη της Φινλανδίας και Σουηδίας.

Όταν βλέπει κανείς τον τρόπο λειτουργίας της Τουρκίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, όταν βλέπει ότι δεν διστάζει να εκβιάζει στυγνά, αναρωτιέται εάν ο Ιωακειμίδης είναι τόσο τυφλωμένος από την ιδεοληψία του ή τόσο άσχετος για να μην αντιλαμβάνεται τα στοιχειώδη. Και θέτουμε αυτό το δίλημμα, επειδή δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι παίζει άλλο παιχνίδι.

Ο Ιωακειμίδης κάνει στο τέλος δυο προτάσεις για διπλωματικές κινήσεις, οι οποίες αξίζει να εξεταστούν. Οι ενστάσεις επί της λογικής της ανάλυσής του δεν σημαίνει πως απορρίπτεται εκ προοιμίου ό,τι γράφει:

Πρώτον, να αναθέσει αμέσως το Συμβούλιο της ΕΕ (έπειτα από αίτημα της Ελλάδας) σε ομάδα κρατών «την εκτέλεση αποστολής εκτόνωσης της κρίσης» όπως προβλέπει η Παρ. 5 του άρθρου 42 (και 44) της Συνθήκης της Λισαβόνας. Η ομάδα αυτή υπό τον Ύπατο Εκπρόσωπο θα αναλάβει τον διάλογο με την Άγκυρα, καθώς οι διμερείς επαφές έχουν ως γνωστόν καταρρεύσει.

Δεύτερον, η Ελλάδα να στοχεύσει στην ενεργοποίηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής της ΕΕ (άρθ. 42,7 ΣΕΕ) καθώς εμφανώς αντιμετωπίζει «ένοπλη επιθετικότητα» (aggression). Και το άρθρο 42,7 αναφέρεται σε «επιθετικότητα» και όχι επίθεση.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια