ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας ενίσχυσε τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας


Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει πολλά: Διαρκώς αναβαθμιζόμενες σχέσεις με τις ΗΠΑ και την Γαλλία, διμερείς συμπράξεις με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Σαουδική Αραβία, τριμερείς συνεργασίες (π.χ., Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ), τις συμφωνίες-ορόσημα με τους γείτονές μας (π.χ., Ιταλία) και ένας πρωταγωνιστικός ρόλος που η χώρα έχει στην περιφερειακή ολοκλήρωση.

Ένας από τους λόγους που η Ελλάδα έχει καταφέρει να αναβαθμίσει τον περιφερειακό της ρόλο είναι η συνέπεια των κυβερνήσεων στην προσπάθεια χάραξης μιας εθνικής στρατηγικής σε ορισμένα ζωτικής σημασίας ζητήματα, όπως οι σχέσεις με το Ισραήλ και η ανάγκη για συνεχή αναβάθμιση των σχέσεών μας με τους Αμερικανούς.

Βασικός παράγοντας, ωστόσο, που έκανε και τους νέους εταίρους μας πρόθυμους να συνεργαστούν μαζι μας, δεν ήταν ίσως τόσο οι ικανότητες ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά η μετάλλαξη της Τουρκίας – και η απέχθεια που αυτή προκαλεί – κατά την τελευταία δεκαετία.

Ας πάρουμε τις περιπτώσεις μία προς μία:

Ισραήλ: Mavi Marmara, κόντρα Ερντογάν-Νετανιάχου


Σήμερα, Ελλάδα και Ισραήλ (πολλές φορές και με την συμμετοχή της Κύπρου), έχουν δημιουργήσει μια συνεργασία η οποία θα μπορούσε σε βάθος χρόνου να λάβει στρατηγικό χαρακτήρα. Ας θυμηθούμε όμως ποιες ήταν οι σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας: η Άγκυρα αναγνώρισε το Ισραήλ το 1950 (εμείς, από την άλλη το 1990, επί Κωνσταντίνου Μητσοτάκη).

Τις επόμενες τρεις δεκαετίες οι δύο χώρες συνεργάστηκαν σε θέματα αντιτρομοκρατίας, ενώ είχαν να αντιμετωπίσουν και έναν κοινό αντίπαλο: την Συρία. Μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου, Τουρκία και Ισραήλ αναβάθμισαν σημαντικά τις σχέσεις τους και, κατά την πρώτη δεκαετία του 2000, έφτασαν στο σημείο να μιλούν για στρατηγικού τύπου συμμαχία η οποία έδινε έμφαση στους τομείς των πληροφοριών, της άμυνας και της ενέργειας. Μετά το 2009 και το επεισόδιο με το Mavi Marmara, οι δύο χώρες ήρθαν σε ρήξη και ξεκίνησε η προσωπική «κόντρα» μεταξύ Ερντογάν και Νετανιάχου. Έτσι άρχισαν οι ζυμώσεις με την Ελλάδα, ιδίως μετά την συνάντηση του Νετανιάχου με τον τότε Έλληνα πρωθυπουργό Γιώργο Α. Παπανδρέου. Σταδιακά, οι σχέσεις των δύο χωρών αναβαθμίστηκαν, ανεξάρτητα από το πιο κόμμα βρισκόταν στην κυβέρνηση, ενώ η ανακάλυψη κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο συνέβαλε στην δημιουργία της τριμερούς Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ.

Αίγυπτος: Μουσουλμανική Αδελφότητα, Λιβύη

Από την δεκαετία του 1970 και έπειτα, όταν η Αίγυπτος έκανε στροφή προς την Δύση, οι σχέσεις των δύο χωρών έγιναν φιλικές. Η προσπάθεια μάλιστα του πρώην προέδρου Μουμπάρακ να μην έχει προβλήματα με τους γείτονές του βελτίωσαν τις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών με αποκορύφωμα τον διαμεσολαβητικό ρόλο που η Αίγυπτος διαδραμάτισε στην συμφωνία ομαλοποίησης των σχέσεων Τουρκίας - Συρίας το 2000. Μετά την Αραβική Άνοιξη και την ανάδειξη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην κυβέρνηση της Αιγύπτου, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών αναβαθμίστηκαν σημαντικά, εξαιτίας της υποστήριξης που η Άγκυρα παρείχε στους Αδελφούς Μουσουλμάνους, αλλά και της προσωπικής φιλίας του Ερντογάν με τον ηγέτη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, Μοχάμεντ Μόρσι. Το 2013 ο στρατηγός Ελ-Σίσι κατέλαβε την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα και φυλάκισε τον Μόρσι.

Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τον «πόλεμο» που ο Σίσι διεξάγει εναντίον της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, έφερε τις δύο χώρες σε ρήξη και τελικά οδήγησε στην διακοπή των διπλωματικών σχέσεων, ακόμα και στα πρόθυρα του πολέμου, το καλοκαίρι του 2020 εξαιτίας των εξελίξεων στην εμπόλεμη Λιβύη. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στην Ελλάδα να συνεργαστεί με την Αίγυπτο, ενώ οι τεταμένες σχέσεις Άγκυρας – Καΐρου, εξαιτίας των γεγονότων στην Λιβύη, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Αιγύπτου για την ΑΟΖ των δύο χωρών, τον Αύγουστο του 2020.

ΗΑΕ και Σαουδική Αραβία: Πολιτικό Ισλάμ, βλέψεις Αγκυρας στην Μ.Ανατολή

Η Τουρκία διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τις δύο μοναρχίες του Κόλπου και κυρίως με την Σαουδική Αραβία. Άγκυρα και Ριάντ μάλιστα ακολούθησαν κοινή γραμμή την περίοδο 2011-12, όταν αμφότερες υποστήριξαν τους Σύρους αντάρτες. Οι σχέσεις ωστόσο των δύο αραβικών κρατών με την Τουρκία επιδεινώθηκαν, στην συνέχεια, εξαιτίας της στήριξης που η Τουρκία παρείχε στους Αδελφούς Μουσουλμάνους - και τούτο διότι η οργάνωση αυτή τάσσεται κατά του θεσμού της μοναρχίας. Έτσι ξεκίνησε μια διαμάχη ιδίως μεταξύ Τουρκίας και Εμιράτων. Οι δύο χώρες συγκρούστηκαν έμμεσα στην Αίγυπτο, στην κρίση του Κατάρ, στο Σουδάν και την Λιβύη, ενώ συνεχίζουν να υποστηρίζουν διαφορετικά στρατόπεδα στην Συρία και την Παλαιστίνη. Τα Εμιράτα κρατούν σκληρότερη στάση απέναντι στην Τουρκία σε σχέση με την Σαουδική Αραβία. Αυτός είναι και ένας πρόσθετος λόγος για την συνεργασία τους με την Ελλάδα αλλά και με άλλες αντίπαλες δυνάμεις της Τουρκίας, όπως η Κύπρος, το Ισραήλ και η Αρμενία. Οι σχέσεις Τουρκίας και Σαουδαράβων επιδεινώθηκαν μετά τον αποκλεισμό του Κατάρ (2017) και την δολοφονία Κασόγκι και αυτό, με την σειρά του, συνέβαλε στην ενίσχυση της συνεργασίας με την Ελλάδα.

Ηνωμένες Πολιτείες: Πραξικόπημα 2016, συνεργασία με Ρωσία

Η Τουρκία ήταν, είναι και θα είναι σημαντική για τις ΗΠΑ και την Δύση γενικότερα. Αυτό πρέπει να το θεωρήσουμε ως δεδομένο. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εξαιτίας του κομμουνιστικού κινδύνου, η Τουρκία κατέστη στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ. Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή. Με το μικρό διάλειμμα της κυβέρνησης Ερμπακάν (1996-7), η τουρκική εξωτερική πολιτική παρέμεινε φιλοδυτική μέχρι το 2010, όταν και ξεκίνησε η σταδιακή στροφή του Ερντογάν προς τον αυταρχισμό – στο εσωτερικό – και τον ισλαμικό κόσμο και την Ανατολή – στο εξωτερικό. Η μεγάλη κρίση ήρθε μετά το 2016, όταν ο Ερντογάν έκανε λόγο περί αμερικανικής ανάμιξης στο πραξικόπημα και όταν εντάθηκε η συνεργασία με την Ρωσία. Αναφέρω εν τάχει τα προβλήματα που προέκυψαν από το 2010 και μετά:
- Κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου στο Akkuyu με την σύμπραξη της Ρωσίας.
- Κράτηση του Αμερικανού πάστορα Μπράνσον.
- Διαμάχη με αφορμή τον Γκιουλέν και το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016.
- Η υπόθεση της Halkbank και οι επαφές της Τουρκίας με το Ιράν.
- Η αγορά των ρωσικών S-400.
- Η συνεργασία με την Ρωσία στην Συρία, την Λιβύη και, δευτερευόντως, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ.
- Η σχέση της Τουρκίας με ακραίες ισλαμικές οργανώσεις (π.χ., Χαμάς).
- Η αμερικανική υποστήριξη των Κούρδων της Συρίας.
- Η αυξανόμενή συνεργασία Τουρκίας- Κίνας.
- Ο αντιαμερικανισμός, αντισημιτισμός και εθνικισμός που ασπάζεται πλέον ο Ερντογάν.
- Η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η κατάλυση του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών αρχών.

Σήμερα η Τουρκία δρα σαν να βρίσκεται εκτός ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό και οι Αμερικανοί προχωρούν σε αντίμετρα: αυξάνουν σημαντικά την στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα, ήραν το εμπάργκο πώλησης όπλων στην Κύπρο, απέσυραν πυρηνικές κεφαλές από την βάση στο Ιντσιρλίκ (βάση την οποία ίσως εγκαταλείψουν κάποια στιγμή), θα επιβάλουν κυρώσεις για την αγορά των S-400 και μελλοντικά για την υπόθεση Halkbank, άφησαν την Τουρκία εκτός του προγράμματος των F-35, υποστηρίζουν τις «αντιτουρκικές» συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο, θα αναγνωρίσουν την γενοκτονία των Αρμενίων κ.α.

Εξαιτίας της αγοράς των S-400 από την Τουρκία, η Ελλάδα ενδεχομένως να προμηθευτεί F-35. Αλλά ας μην γελιόμαστε: οι ΗΠΑ σίγουρα θα προσπαθήσουν να κρατήσουν την Τουρκία στο δυτικό άρμα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα προσπαθήσουν να μειώσουν την δική στρατηγική τους εξάρτηση από την χώρα αυτή επενδύοντας σε άλλους συμμάχους στην περιοχή όπως στην Ελλάδα, την Ιορδανία, την Ρουμανία ή την Βουλγαρία.

Γαλλία: Αν.Μεσόγειος και στήριξη ισλαμιστών

Ο τουρκικός αναθεωρητισμός και η πανισλαμική ρητορική του Ερντογάν έχουν επίσης συμβάλει, όπως είναι γνωστό, στην σημαντική σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Γαλλίας. Η επιρροή που ο Ερντογάν ασκεί στην τουρκική και τις λοιπές μουσουλμανικές κοινότητες της Γαλλίας, η αμφισβήτηση της Γαλλίας στην Δυτική Αφρική (π.χ., στο Μάλι και τον Νίγηρα), η υποστήριξη ακραίων ισλαμιστών, η προσπάθεια κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή, οι απειλές προς την Ε.Ε. (π.χ. με την εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού) και οι επιθέσεις προς το πρόσωπο του Γάλλου προέδρου Μακρόν, έχουν επιδεινώσει σημαντικά τις σχέσεις Γαλλίας και Τουρκίας. Αυτό δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια πολύ πιο στενή σχέση μεταξύ Αθηνών και Παρισίων.

Πρέπει όμως να θυμόμαστε το εξής: τίποτα στις διεθνείς σχέσεις δεν είναι οριστικό και αμετάκλητο. Έχουμε δει τους χειρότερους εχθρούς να γίνονται στενοί φίλοι (Γερμανία και Γαλλία). Είδαμε την ρωσοτουρκική κρίση μετά την κατάρριψη του ρωσικού Sukhoi Su-24 από την Τουρκία το 2015, να εξελίσσεται σε μια ρωσοτουρκική συνεννόηση μετά το 2016. Υπάρχουν δύο θεωρίες αναφορικά με το μέλλον της Τουρκίας: οι υποστηρικτές της πρώτης θεωρίας πιστεύουν πως η Τουρκία θα στραφεί εντέλει προς την Ανατολή και θα πάρει το μέρος της Κίνας στο νέο δίπολο Ουάσιγκτον – Πεκίνου. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, ο Κεμαλισμός θα πεθάνει και η Τουρκία θα συνεχίσει την νέο-οθωμανική παράδοση του Ερντογάν. Η δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι η Δύση θα καταφέρει να κρατήσει την Τουρκία στο πλευρό της και ότι η ίδια η Τουρκία δεν θα εγκαταλείψει την κεμαλική παράδοση, κάτι το οποίο απαιτεί την επιστροφή των Κεμαλιστών στην εξουσία ή τουλάχιστον την άνοδο ενός μετριοπαθούς πολιτικού ο οποίος μπορεί να προέρχεται και από τους κόλπους του ήπιου πολιτικού Ισλάμ.

Πάντως αν επικρατήσει η δεύτερη θεωρία, τότε πρέπει η Ελλάδα να είναι έτοιμη για τα εξής: Τουρκία και Ισραήλ θα τα ξαναβρούν διότι έχουν κοινά συμφέροντα. Αυτό θα διευκολυνθεί αν και όταν φύγει ο ένας από τους δύο ηγέτες, δεδομένου ότι η διαμάχη μεταξύ των δύο χωρών επηρεάζεται και από την προσωπική «κόντρα» των Νετανιάχου και Ερντογάν. Ακόμα και το αντιτουρκικό Jerusalem Institute for Strategy and Security (JISS), αναφέρει σε άρθρο του ότι το Ισραήλ πρέπει να προσεγγίσει ξανά την Τουρκία για την από κοινού αντιμετώπιση του Ιράν. Αντιστοίχως, κοινά συμφέροντα με την Τουρκία φαίνεται να έχουν και η Σαουδική Αραβία, αλλά και η Αίγυπτος. Τα πρόσωπα επηρεάζουν την εξωτερική πολιτική όπως λέει και ο Kenneth Waltz στο βιβλίο του ‘Man, the State, and War’, το ίδιο και η ιδεολογία. Αν ο διάδοχος του Ερντογάν απορρίψει την τωρινή πολιτική και ρητορική του, τότε οι σχέσεις Τουρκίας – Αράβων μπορούν να ξαναγίνουν τουλάχιστον φιλικές. Και όπως είπαμε ανωτέρω, οι ΗΠΑ δεν θέλουν να πάνε σε ρήξη με την Τουρκία και μάλιστα σε ακραία διότι δεν επιθυμούν ούτε την διάσπαση του ΝΑΤΟ ούτε το να ελέγχεται η μεγάλη και σημαντική γεωστρατηγικά Τουρκία από ανταγωνιστικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα.

Με δυο λόγια, οι επιλογές του Τούρκου προέδρου Ερντογάν ενίσχυσαν, αν και φυσικά δεν είχαν τον σκοπό αυτό, την θέση της Ελλάδος στη Μεσόγειο, καθώς και τον ρόλο της ως στρατηγικού και προπάντων αξιόπιστου συμμάχου των ΗΠΑ. Η Αίγυπτος, το Ισραήλ, τα Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία, σαφώς και έχουν κοινά συμφέροντα με την Ελλάδα. Ένας από τους βασικότερους λόγους ωστόσο για την συνεργασία μας με τα κράτη αυτά, αποτελεί και η πολιτική που ασκεί η Τουρκία του Ερντογάν. Αυτό φυσικά μπορεί κάποτε να αλλάξει. Είναι πολύ σημαντικό η Ελλάδα να εμβαθύνει στο ενδιάμεσο διάστημα με όλα τα μέσα που έχει στην διάθεσή της τις σχέσεις με τις χώρες με τις οποίες συνδεθήκαμε τα τελευταία χρόνια, ώστε ακόμα και αν τα κράτη αυτά τα «βρουν» με την Τουρκία, αυτό να έχει το χαμηλότερο δυνατό αρνητικό αντίκτυπο στην Ελλάδα

Γιώργος Μενεσιάν
Liberal

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια