ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Έλληνες εναντίον Ελληνισμού;


Η φωτογραφία είναι από τον βανδαλισμό του αγάλματος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην οδό Σταδίου, τις 8 Μαρτίου 2021






Μιχάλης Α. Μελετίου (βιολόγος MSc, συγγραφέας)

e-mail: bio.mich@yahoo.gr

Το κείμενο γράφηκε ενώ στην επικαιρότητα «κυριαρχούν» τα ακόλουθα θέματα:

Η απεργία πείνας του Δ. Κουφοντίνα και οι διαδηλώσεις υπέρ του.

Το τουρκικό ωκεανογραφικό Τσεσμέ πλέει στο Αιγαίο.

Η πανδημία του κορωνοϊού και το συνεχιζόμενο lockdown.

Οι βιασμοί και τα περιστατικά παιδεραστίας στον καλλιτεχνικό χώρο.

Τα περιστατικά αστυνομικής βίας εναντίον πολιτών για απείθεια.

Η «υπόθεση εργασίας» αυτού του κειμένου είναι ότι κανείς από εμάς δεν αγαπά πλέον την Ελλάδα. Πρόκειται για μια βαρύτατη κατηγορία. Η βαρύτερη και η πιο επονείδιστη που μπορεί να διατυπωθεί εναντίον ενός πολίτη. Πόσο μάλλον εναντίον ενός Έλληνα πολίτη. Και δεν πρόκειται για μια κατηγορία ανεδαφική που στερείται σοβαρότητας. Όσο ανορθόλογη κι αν ακούγεται, όσο χοντροκομμένη και αφοριστική, σχεδόν παιδιάστικη και γεμάτη συναισθηματισμό, τόσο πιο αληθινή είναι. Κι αν η υπόθεση αυτή σας γεμίζει με αγανάκτηση τους περισσότερους, μην ρίχνετε το φταίξιμο μόνο σε εμένα που την διατυπώνω. Ρίξτε και το φταίξιμο στη γνώμη σας. Γιατί αυτή είναι χρόνια τώρα αγύριστη μέσα στα κεφάλια σας. Γιατί η γνώμη σας θεωρεί πως μόνο αυτή είναι η σωστή και καμιά άλλη. Η πραγματικότητα όμως, έτσι όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε μέσα από την εμπειρία της Ιστορίας, καταδεικνύει και πιστοποιεί ότι όποιος έτσι στοχάζεται για λογαριασμό του, μόνο κενότητα βασιλεύει μέσα στην καρδιά του[1]. Δώστε λοιπόν για λίγο τόπο στην οργή και ακούστε και τη δική μου γνώμη. Είναι μια γνώμη εγερτήριος. Είναι μια γνώμη δίκην εναγώνιου θυμιάματος μπροστά σε έναν αλλοπρόσαλλο βωμό, όπου το σφάγιο προσέρχεται αυτοβούλως και με όψη ανυποψίαστη.

Στον διάλογο «Πρωταγόρας» ο Πλάτων μας ενημερώνει ότι για να ζήσουν οι άνθρωποι μαζί και αρμονικά, στα πλαίσια της Πολιτείας, πρέπει αυτοί να κοσμούνται τόσο από δικαιοσύνη, όσο και από αιδώ (320c-323a). Έτσι αποφάνθηκε ο Ζευς, που αυτός όσο κανένας άλλος γνώριζε τα πράγματα των ανθρώπων. Και έκτοτε ὁ ἄνθρωπος θείας μετέχει μοίρας.

Έγινε λοιπόν κατανοητό από αρκετά νωρίς στην ελληνική Ιστορία ότι οι γηγενείς αυτού του τόπου πάσχουν σοβαρά στους δύο αυτούς τομείς. Πάσχουν τόσο, που αδυνατούν να συγκροτήσουν Πολιτεία που να αμβλύνει τις αντιθέσεις αναμεταξύ τους. Και είπαν με τη φαντασία και με το λογικό τους, ότι η Θέμις, η θεά της Δικαιοσύνης, πρέπει να έχει τα μάτια της κλειστά προκειμένου να μένει ανεπηρέαστη. Κατάλαβαν ότι ο άνθρωπος που βλέπει, καμιά φορά τυφλώνεται, και δεν μπορεί να είναι δίκαιος. Ενώ ο τυφλός, που γνωρίζει τις βουλές των θεών, μπορεί και βλέπει καλύτερα[2]. Επίσης, χρειάζεται να διαθέτεις αιδώ για να υποτάσσεσαι στους νόμους, που μόνο μέσω αυτών επιβάλλεται η δικαιοσύνη. Δικαιοσύνη και αιδώς λοιπόν. Διαχρονικές επιδιώξεις για κάθε περίσταση. Τις έχουμε ανάγκη και τις δύο! Εμείς! Σήμερα! Στην Ελλάδα του 2021!

Ας μην προσπαθούμε άλλο να ξεπλένουμε τη λάσπη που κόλλησε στο σώμα μας, κάνοντας βουτιές μέσα σ’ έναν νερόλακκο που περιέχει ακόμα περισσότερη λάσπη[3]. Ας παραδεχτούμε την αλήθεια χωρίς άλλες χρονοτριβές και ας αντιληφθούμε ότι μας λείπουν τα τρία ακρογωνιαία συστατικά της επιτυχίας, τα πάντοτε χρήσιμα για την ευδοκίμηση του ανθρώπου: η σοβαρότητα μπροστά στην αλήθεια, η υπεύθυνη δύναμη και η εσωτερική ελευθερία[4].

Ακούμε τόσα χρόνια για την παρακμή της ελληνικής κοινωνίας. Μας υπνώτισαν τα λόγια αυτά και οι εξαγγελίες. Κι αν κάποτε είχαμε και κάποια γνήσια ψήγματα ανησυχίας ως προς το απευκταίο ενδεχόμενο της ευστοχίας αυτών των εξαγγελιών, πλέον δεν πιστεύουμε το γεγονός ή αρχίζουμε να σχηματίζουμε την αντίληψη ότι έτσι γινόταν πάντα ή – ακόμα χειρότερα – ότι έτσι πρέπει να γίνεται, γιατί τάχα ο κόσμος που τόσο γρήγορα αλλάζει, σε παρασέρνει μέσα στους δικούς του κανόνες. Με τούτα και με τ’ άλλα λοιπόν σαν να υποκύψαμε σε μια ακατανόητη, σχεδόν μεταφυσική, καταναγκαστική νομοτέλεια αποτυχίας. Κατά τον Π. Κονδύλη, οι σημερινοί Έλληνες υποφέρουν από μια ψυχολογική στάση που ελάχιστα διαφέρει από τη συλλογική σχιζοφρένεια[5]. Με τη διαφορά – σε σχέση με την τότε ανάλυση του Κονδύλη – ότι αυτή η σχιζοφρένεια έπαψε προ πολλού να εκφράζεται κυρίως ως ένας μυγιάγγιχτος τύπος εθνικισμού, αλλά προχώρησε πέρα από κάθε ιδεολογία και πέρα από κάθε παραδοσιακό σχήμα αναφοράς. Η συλλογική μας σχιζοφρένεια στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα είναι ξεκάθαρα μια πλησίστια πορεία προς έναν καταναλωτικό αφελληνισμό, που αν και είναι από όλους ορατός, εντούτοις παραμένει ουσιαστικά ανομολόγητος.

Μας ενδιαφέρει όμως πραγματικά η διαφύλαξη της ενότητας; Αναλογιζόμαστε ότι έχουμε γίνει ένας κακός συρφετός από εγωκεντρικά και αμοραλιστικά σαρκία που δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τίποτε άλλο πέραν των συμφερόντων τους; Μπορούμε να αντιληφθούμε ότι υιοθετήσαμε άκριτα και εις βάρος μας τα πρότυπα που μας σέρβιραν άλλοι, και που μας ήθελαν να έρθουμε σε αντίθεση με τις πολιτικές θεωρίες των κλασικών φιλοσόφων, κυρίως μάλιστα με τις ιδεοκρατικές κοσμοθεωρίες που δημιούργησαν τον δικό μας πολιτισμό, και ακολούθως τον ευρωπαϊκό πολιτισμό; Πρόκειται για μια προδοσία ολκής στα θεμέλια του κοσμοειδώλου μας. Η αμφισβήτηση του κύρους του παρελθόντος κυριαρχεί τόσο πολύ στη σκέψη ολόκληρης της Δύσης, που η όποια αντίδραση σε αυτό το κυρίαρχο ρεύμα, μοιάζει (είναι;) αδύνατη. Η φωνή ωστόσο του Κωνσταντίνου Τσάτσου μας δείχνει τον δρόμο, ήδη από τη δεκαετία του 1960: «η πολιτική ζωή της αρχαίας ελληνικής πόλης, της αρχαίας Ρώμης, της Μεγάλης Βρετανίας, είναι ανεξάντλητες πηγές γνώσεις και πείρας, που, μαζί με το βίωμα της σύγχρονης πολιτικής ζωής, αποτελούν τα κύρια ερείσματα για τη διάπλαση της πολιτικής σκέψης και για την οικοδόμηση μιας πολιτικής θεωρίας[6]».

Αξίζει ωστόσο να αναλογιστούμε ότι είναι ίσως η πρώτη φορά που δεν επαρκεί η γνώση των αρχαίων και κλασικών στοχαστών και φιλοσόφων για να μπορέσουμε να βάλουμε σε μια κάποια τάξη την κοινωνικοπολιτική ζωή μας, καθότι ο εντελώς σύγχρονος κόσμος (δηλαδή από το 1990 και μετά) οργανώθηκε – κατά που φαίνεται – όχι με το γράμμα του νόμου που γεννάται από το συγκέρασμα του Λόγου και της μεταφυσικής διάστασης της ανθρώπινης οντότητας, ένα συγκέρασμα που αντλεί την έμπνευση του μέσα από τις δοκιμές και τα παθήματα του ιστορικού ανθρώπου, αλλά οργανώθηκε με βάση την ιλιγγιώδη επιστημονική κατάκτηση. Την τόσο αχαλίνωτη και την τόσο ανώτερη από τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Μια επιστημονική κατάκτηση που σαρώνει τον παλαιό άνθρωπο αφού τον εξαναγκάζει να την ακολουθεί χωρίς να την ελέγχει ή να την κατανοεί.

Η ζωή όμως ξέρει πάντα πολύ καλά πώς να μας πληροφορεί για την αλήθεια. Τις περισσότερες φορές το επιτυγχάνει φροντίζοντας να φέρει – ταυτόχρονα – στο προσκήνιο δύο θεμελιακά αντίθετες κοσμοθεωρίες, με αποτέλεσμα αυτές να συγκρούονται ή έστω να συμβαίνουν παράλληλα, επηρεάζοντας κατά τρόπο αναπάντεχο η μία την άλλη. Στην πραγματικότητα όμως αυτές οι κοσμοθεωρίες δεν υπήρξαν ποτέ αντίθετες. Προέρχονται και οι δύο από την ίδια πηγή. Είναι ωστόσο μερικώς ασυμβίβαστες. Και ανάλογα με την εποχή που διανύει η ανθρωπότητα, κερδίζει τον αγώνα η μια ή η άλλη. Πλην όμως χωρίς ποτέ η ετέρα να εξαφανίζεται. Πρόκειται για μια αρχή πάγιας ισχύος που είναι διατυπωμένη ήδη από την εποχή του Ηρακλείτου, ίσως και νωρίτερα. Ότι δηλαδή η γενική ισορροπία του κόσμου μπορεί να διατηρηθεί μόνο αν η αλλαγή προς τη μια κατεύθυνση προκαλεί τελικά μια αλλαγή προς την άλλη, ήτοι αν υπάρχει ένας αέναος ανταγωνισμός ανάμεσα στα αντίθετα. Ο ανταγωνισμός αυτός παγιώθηκε από τον αφανή δεσμό που ενώνει όλα τα κτιστά αυτού του κόσμου και δεν μπορεί να καταλυθεί. Και αυτός ο αφανής δεσμός είναι ισχυρότερος από τον φανερό[7].

Ποια είναι τα δύο φαινομενικά αντίθετα των ημερών μας που αν δαπανήσει κανείς χρόνο και φαιά ουσία για να στοχαστεί πάνω στα σημαινόμενά τους, θα αντιληφθεί τον κίνδυνο που ελλοχεύει; Αυτά είναι η Επιστήμη και το Παράλογο (αυτό που συμβαίνει αλλά δεν επιδέχεται λογική επεξεργασία).

Από τη μια λοιπόν ζούμε στις ημέρες της αδιαμφισβήτητης υπεροχής και κυριαρχίας της επιστήμης. Τα πάντα φαίνεται να ορίζονται και να καθορίζονται από αυτήν. Από την άλλη, αισθανόμαστε τον τρομερό και ακατανόητο, αρχαίο κόσμο της ζωώδους ύπαρξης να είναι παρών και να ζητά μετ’ επιτάσεως την νομή της εξουσίας που τόσο πολύ στερήθηκε. Κι ας μην παρεξηγηθούν οι φίλοι των αγαπητών μας τετράποδων φίλων για τον χαρακτηρισμό «ζωώδης». Τον χρησιμοποιώ απλώς σαν ένα προσφυές σχήμα λόγου. Ασφαλώς και κανένα είδος του ζωικού βασιλείου δεν μπορεί να συναγωνιστεί την αρρωστημένη φύση ορισμένων ανθρώπων. Υπονοώ τις αποκαλύψεις περί των υποθέσεων της παιδεραστίας και των βιασμών στον χώρο του «θεάματος». Πρόκειται ασφαλώς για μερικά από τα πλέον αισχρά και χαμερπή ανθρώπινα πάθη. Ωστόσο δεν μπορώ να καταλάβω ποιος νοσηρός νους και με ποιο σκεπτικό αποφάσισε να συντονίσει όλες αυτές τις αλυσιδωτές αποκαλύψεις για τις σεξουαλικές και τις λοιπές παρενοχλήσεις. Σε μια χώρα όπου η ομερτά βασιλεύει στα πάντα, σε μια χώρα που όζει από έλλειψη θάρρους και από έλλειψη ανάληψης ευθυνών, στη χώρα του στιγματισμού για το παραμικρό, ξαφνικά, τα άτομα που μας «κουράρουν» τα μυαλά με του κόσμου τις εξαλλοσύνες από το μετερίζι της «τέχνης» τους, και που τελικά μας έκαναν σαν τα μούτρα τους, ήρθαν να προβούν σε ομοβροντίες αποκαλύψεων χωρίς να λογαριάζουν τίποτα. Τρία τινά μπορεί να συμβαίνουν: 1) Κάποιες αποκαλύψεις να είναι όντως πραγματικές ενώ πολλές άλλες αποκαλύψεις είναι στρατευμένες και προκαλούν «θόρυβο» και απαξία, προκειμένου να χαθούν τα πραγματικά και σοβαρά περιστατικά, 2) κάποιες αποκαλύψεις να έγιναν βάσει κάποιου άλλου σκεπτικού και λόγω κακού σχεδιασμού ή λόγω κακών εκτιμήσεων, άνοιξε ο ασκός του Αιόλου με αποτέλεσμα η κατάσταση να γίνει ανεξέλεγκτη[8], και 3) Άρχισα να πιστεύω ότι ίσως να πρόκειται για κάποια αναλαμπή του κοιμισμένου μας συλλογικού υποσυνείδητου που βλέπει τον Οθωμανό να πλησιάζει απειλητικός και πανέτοιμος για παραφύσιν ασέλγεια εις βάρος μας, και προσπαθεί να μας ενημερώσει. Δεν ξέρω, σ’ αυτή τη σάπια Δανιμαρκία που ζούμε, όλα είναι μέσα στο παιχνίδι. Αλλά έτσι σκέφτομαι εγώ. Πάντα ανάποδα και πάντα καχύποπτα για τα όσα «σκάνε» έτσι ξαφνικά. Δεν είναι πάντως λίγες οι περιπτώσεις που τυχαία γεγονότα στάθηκαν ικανά να ανατρέψουν ολόκληρους σχεδιασμούς[9]. Κάποιες φορές η πορεία προς το αύριο μας κάνει το χατίρι και δεν μας ραπίζει με ένα τρίτο αναπάντεχο γεγονός – που τερματίζει εν τοις πράγμασι τα άλλα δύο – προκειμένου να μας δώσει χρόνο να συνετιστούμε. Θα γίνει και τώρα έτσι; Ή θα μας έρθει κατακέφαλα το τρίτο γεγονός χωρίς να είμαστε προετοιμασμένοι;

Ενώ λοιπόν βομβαρδιζόμαστε από τις αποκαλύψεις του ελληνικού me too, υπερθεματίζοντας για τα αναφαίρετα δικαιώματα των ανθρώπων επί της ίδιας της υπάρξεως τους, έξω από κάθε μορφή καταναγκασμού και εκμετάλλευσης, ταυτόχρονα ζούμε μια άνευ προηγουμένου στέρηση των ατομικών ελευθεριών. Μια στέρηση που προέρχεται μάλιστα από το φίλιο Κράτος, με μπροστάρη την Επιστήμη. Φυσικά, ο λόγος που γίνεται αυτή η προσωρινή (;) στέρηση των ατομικών ελευθεριών οφείλεται στην έξαρση της πανδημίας του κορωνοϊού, και σε κάθε περίπτωση – άλλωστε οι πάντες το διαμηνύουν – γίνεται «για το καλό μας». Ως πότε όμως και μέχρι πού είμαστε διατεθειμένοι να προχωρήσουμε; Και για να εισέλθουμε στην ατμόσφαιρα των ημερών, οφείλουμε να στοχαστούμε κατά πόσο το να κάνεις κάτι επειδή στο επιβάλλει κάποιος άλλος – έστω και για το καλό σου – πρέπει να θεωρείται ως μια πράξη βιασμού. Ποιο είναι το όριο; Πότε είναι θεμιτό και πότε καταστρατηγούνται πράγματι οι ελευθερίες; Για παράδειγμα, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η παιδεία εμπεριέχει την έννοια της προσωρινής στέρησης των ελευθεριών του «εκκολαπτόμενου» πολίτη, μια πράξη ωστόσο που γίνεται φανερά για το καλό του. Στέρηση ελευθερίας για το καλό εκείνου που γίνεται ο αποδέκτης της στέρησης συμβαίνει και στον αθλητισμό. Δεν μπορεί ο αθλητής να διαμαρτύρεται στον προπονητή του, φερ’ ειπείν όταν ο δεύτερος επιλέγει την τάδε προπονητική μέθοδο ενώ ο ίδιος επιθυμεί να κάνει κάτι άλλο. Στέρηση ελευθερίας που αποσκοπεί σε μελλοντική θετική εξέλιξη έχουμε επίσης και στη σχέση γονέα και τέκνου. Τον πρώτο καιρό έχουν μάλλον μεγαλύτερη σημασία οι απαγορεύσεις που επιβάλλονται στο παιδί παρά ο υπερτονισμός αυτών που επιτρέπονται. Αργότερα, και όταν το παιδί ωριμάσει κάπως, προκειμένου να μπορέσει να αυτενεργήσει, οι απαγορεύσεις πρέπει να μειώνονται υπέρ των επιτρεπόμενων ορίων. Αυτά τα όρια συνήθως ορίζονται ad hoc ανάλογα με τη φύση και το είδος του προβλήματος.

Ο Ρώσος φιλόσοφος Μπερντιάεφ (1874 -1948) μίλησε κάποτε για τον εφιάλτη που φέρνει στις συνειδήσεις των ανθρώπων το αναγκαστικό Αγαθό. Εφιάλτης γιατί κάθε αγαθό που επιβάλλεται, μεταστρέφεται σε κακό. Ακόμα και το αγαθό της υγείας. Ακόμα και το αγαθό της ασφάλειας. Ακόμα και το αγαθό της ελευθερίας. Ακόμα και το αγαθό της ζωής. Παρόμοια διατύπωση βρίσκουμε και στον Πλάτωνα. Διερωτάται ο φιλόσοφος ποιο όνομα πρέπει να δώσουμε στη βία όταν αυτή ασκείται για να επιβληθεί το καλύτερο στους άλλους, χωρίς αυτός που την επιβάλλει να επεξηγεί κατά τρόπο επαρκή το σκεπτικό του (Πολιτικός, 296b). Ο Πλάτωνας δικαιολογεί αυτόν που επιβάλλει κατά αυτό τον τρόπο τη θέλησή του φτάνει εκείνος να τηρεί έναν χρυσό κανόνα: να απονέμει δικαιοσύνη βασισμένη στη λογική και στη γνώση[10].

Επομένως το πρόβλημα εντοπίζεται αλλού. Το μέγα πρόβλημα ανιχνεύεται στο κρίσιμο κομμάτι της επαρκούς αιτιολόγησης των πολιτικών πράξεων. Το να μην υπάρχει επαρκής εξήγηση εκ μέρους των κυβερνώντων για τα σημεία της πολιτικής τους τα οποία γεννούν τη στέρηση των ελευθεριών, είναι το πρώτο αμάρτημα που μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε τροχιά σύγκρουσης ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο. Και αυτό είναι πρόβλημα των πολιτικών όχι των επιστημόνων. Πάντα οφείλουν οι άρχοντες να αιτιολογούν επαρκώς τις αποφάσεις τους. Διότι πάντα πρέπει να έχουν όλα τα υποκείμενα που πράττουν εντός της Πολιτείας τη σιγουριά ότι όλα όσα γίνονται, γίνονται προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή δημιουργικότητα του συνόλου. Έχει επομένως χρέος η Πολιτεία να οργανώνει και την ομαδική αυτή δραστηριότητα και να αποφασίζει κάθε φορά κατά ποιο μέτρο πρέπει η ατομική δράση να θυσιάζεται στη δράση των ομάδων και μάλιστα του συνόλου της πολιτικής κοινωνίας[11].

Όσον αφορά την Επιστήμη, νομίζω αξίζει να καταθέσουμε κάποιες σκέψεις. Δυστυχώς, η Επιστήμη πέρασε στην αντίπερα όχθη του ορθού Λόγου και βρίσκεται πλέον στην περιοχή της θλιβερής αυτοαναφορικότητας. Πριν γίνει το μεγάλο πέρασμα, η επιστήμη βρισκόταν στην περιοχή του γόνιμου κοσμοπολιτισμού. Στην περιοχή δηλαδή της αυθεντικής περιπέτειας. Το πέρασμα ωστόσο δεν έγινε τώρα, στην περίφημη εποχή του κορωνοϊού. Απλά τώρα άρχισε να φαίνεται εντονότερα γιατί στράφηκαν πάνω στην Επιστήμη οι προβολείς της δημοσιότητας.

Για να προλάβω μερικούς από τους αναγνώστες, σπεύδω να σημειώσω ότι δεν είμαι πολέμιος της Επιστήμης. Στην πραγματικότητα απεχθάνομαι ότι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί επαρκώς με επιστημονικά μέσα, καθώς πλέον ό,τι δεν θεμελιώνεται στην επιστήμη μπορεί πολύ εύκολα να οδηγήσει τον ανυποψίαστο άνθρωπο στη δεισιδαιμονία. Η σύγχρονη εποχή κατέστησε την επιστημονική πρόοδο ως έναν από τους πυλώνες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ως τέτοια πρέπει να την τιμήσουμε. Για να λέμε όμως και τη φιλοσοφική σκοπιά, ο αυθεντικά υποκειμενικός διανοητής συγκεντρώνεται στη σκέψη του προσπαθώντας να προσεγγίσει το απόλυτο Άλλο, ήτοι το υπερβατικό στοιχείο. Η κατάληξη αυτής της προσπάθειας είναι το έσχατο σημείο της υποκειμενικότητας που αμέσως γεννά την αντικειμενικότητα. Πρόκειται για τη φιλοσοφική κατηγορία της υπέρβασης κατά την οποία το άτομο βλέπει το Είναι. Αυτά όμως αφορούν τον «εσωτερικό άνθρωπο» και όχι τον εξωτερικό. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, ο αληθινός πυρήνας της διαμάχης των ημερών μας βρίσκεται ακριβώς εδώ: ότι δηλαδή υπάρχει ο υπαινιγμός ότι ο εσωτερικός άνθρωπος δεν υπάρχει και πως ο άνθρωπος είναι ένας, αυτός που μπορούμε να μετρήσουμε, και τα όποια σκοτεινά του σημεία είναι απλά θέμα χρόνου μέχρι να γίνουν και αυτά φωτεινά, ως αποτέλεσμα της προόδου της επιστήμης. Αυτή η τελευταία θέση αποτελεί κατ’ εμέ (και για πολλούς άλλους) τη μεγαλύτερη παρεξήγηση του «αιώνα της επιστήμης» και το μεγαλύτερο σφάλμα του σύγχρονου ανθρώπου. Σήμερα δεν τελούμε υπό την ατμόσφαιρα της «απορίας» του «ουδέν οίδα ότι ουδέν οίδα» αλλά βιώνουμε την ατμόσφαιρα της επιστημονικής παντογνωσίας. Τί θα συμβεί στο μέλλον, ουδείς γνωρίζει…

Η γέφυρα στο ποτάμι της μετάβασης άρχισε να κτίζεται όταν πέτυχε τον αντικειμενικό του στόχο το σχέδιο Μανχάταν, το 1945. Δηλαδή όταν δημιουργήθηκε η πρώτη ατομική βόμβα από την ομάδα που χρηματοδοτείτο από τους Αμερικάνους. Επρόκειτο τότε για τη «μεικτή κόσμου» των επιστημόνων. Τιτάνες του πνεύματος όλοι, που πέτυχαν το ασύλληπτο. Έφεραν και έκλεισαν την ολέθρια και αβάσταχτη δύναμη του σύμπαντος μέσα σε ένα χαλύβδινο κουτί με πυροκροτητή.

Εκείνη τη στιγμή η ανθρώπινη υπόσταση έγινε ξανά (ίσως όσο ποτέ άλλοτε) αυθεντικά τραγική. Και να θυμάστε ότι ο σεναριογράφος της τραγωδίας είναι πάντα η Θεία Δίκη με στρατευμένο της σκηνοθέτη την ύβριν. Η κεντρική ιδέα του έργου είναι ο παραδειγματισμός του ανθρώπου μέσω της απόλυτης συντριβής. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς γεννήθηκε και η αυτοαναφορικότητα της επιστήμης παρά το γεγονός ότι δέχθηκε αυθωρεί ένα αποφασιστικό πλήγμα από την πολιτική. Παρά το χαστούκι που δέχτηκε η επιστήμη, το καινούργιο γεγονός που δημιούργησε ήταν τόσο τεράστιο, οι προοπτικές ήταν τόσο μεγαλειώδεις, που η επιστήμη δεν ανασυντάχθηκε, παρά μόνο την «ψώνισε». Ποιο ήταν το χαστούκι;

Όταν ο Οπενχάιμερ, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής του σχεδίου Μανχάταν, πήγε συντετριμμένος στον Πρόεδρο Τρούμαν (μετά τις δύο ρίψεις σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι) για να του συστήσει την προσοχή ως προς τις ολέθριες συνέπειες του νέου όπλου για ολόκληρη την ανθρωπότητα, ο Τρούμαν τον αποπήρε και ζήτησε από τους συνεργάτες του να μην αφήσουν ξανά αυτόν τον «κλαψιάρη» επιστήμονα να τον ενοχλήσει. Αργότερα, ο Οπενχάιμερ λίγο έλειψε να κατηγορηθεί ακόμα και ως προδότης[12].

Το μεταπολεμικό περιβάλλον, δουλεμένο μέσα στα γρανάζια της Δυτικής ψυχοσύνθεσης, επέβαλλε στην Επιστήμη να υποτάσσεται στην Πολιτική. Ποτέ το ανάποδο!

Γιατί όμως αυτοαναφορικότητα Vs κοσμοπολιτισμός σε σχέση με την επιστήμη; η αυτοαναφορικότητα στην επιστήμη είναι μια κατάσταση όπου ένας «ψωνισμένος» επιστήμονας προσπαθεί να παράγει πλούτο γνώσης χωρίς να υπάρχει η ανάλογη αντιστοιχία σε παραγωγή πνευματικού ή άλλου έργου εκ μέρους του. Όταν εμφανίζει δηλαδή τα «σπουδαία» του επιτεύγματα και καμαρώνει για αυτά, διεκδικώντας μάλιστα και ρόλο καθοριστή της δημόσιας ζωής, ενώ στην πραγματικότητα αυτά τα επιτεύγματα είναι ελάχιστα ή και καθόλου σημαντικά. Όπως για παράδειγμα όταν έρχεται στο σπίτι μας για επίσκεψή ένας τσιγγούνης καλεσμένος με γλυκά που ψώνισε από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς του πατρικού του, και θέλει να τα παρουσιάσει σαν να πρόκειται για τα ωραιότερα του κόσμου.

Δήμιος της αυτοαναφορικότητας είναι ο κοσμοπολιτισμός. Και με τον δεύτερο όρο δεν εννοούμε να έχεις πάει πολλά ταξίδια και να βγάζεις «σέλφι» μπροστά από τα αξιοθέατα για να μας δείξεις ότι πήγες ΚΑΙ εκεί. Ο κοσμοπολίτης είναι αυτός που μέσα από τις περιπλανήσεις του, μέσα από αυτά που είδε και γνώρισε, έμαθε να αποδίδει σε όλους τον ανάλογο σεβασμό ξεχωρίζοντας όμως το ωραίο και το εγνωσμένης αξίας, από το τυχάρπαστο και το χαμηλής αισθητικής.

Έτσι, για εμένα, πιο κοσμοπολίτης ήταν για παράδειγμα ο γέρο Λαλής από τη Λέρο[13] που ήταν σχεδόν αγράμματος αλλά ως σφουγγαράς γύρισε όλη τη Μεσόγειο για να καταλήξει τελικά μέσα στα ορυχεία του Σαρλερουά και να πεθάνει από καρκίνο στον τόπο του, παρά ένας επιστήμονας που γύρισε όλο τον κόσμο σε συνέδρια, έχει ένα κάρο δημοσιεύσεις, αλλά δεν έχει το θάρρος της γνώμης του έξω από το γραφείο του ή έξω από το εργαστήριο του ή το ιατρείο του.

Ας επιστρέψουμε όμως στο μέγα θέμα της αιτιολόγησης των πολιτικών αποφάσεων. Όταν δεν αιτιολογούνται επαρκώς οι αποφάσεις, ειδικά όταν ο κοσμάκης συμπιέζεται μέσα σε μια μέγγενη δυσεπίλυτων προβλημάτων, αρχίζει να πλανάται η καχυποψία και η αντιπαλότητα ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες. Οι πολίτες αρχίζουν να πιστεύουν ότι οι κυβερνήτες τους τους περιφρονούν και ότι υποτιμάται η νοημοσύνη τους. Έτσι, παγιώνεται μέσα στο θυμικό τους η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει περίπτωση να εκτιμάται η γνώμη τους, πόσο μάλλον να υπάρχει και το ενδεχόμενο οι κυβερνήτες να διδαχθούν και κάτι από αυτούς. Ο Πλούταρχος διασώζει ένα πολύ διδακτικό περιστατικό, που ταιριάζει γάντι στην περίπτωση που συζητάμε: μια φορά, ο Αλκιβιάδης, έκανε σύσταση στον Περικλή να μην κόπτεται τόσο πολύ στο να λογοδοτεί στους Αθηναίους συντάσσοντας αναλυτικούς και τεκμηριωμένους λόγους, παρά μόνο θα πρέπει να σκέφτεται το πώς να μην λογοδοτεί σε αυτούς. Ο Περικλής όμως επέμενε να τεκμηριώνει όσο το δυνατόν καλύτερα τη σκέψη του στους πολίτες. Ποιος δικαιώθηκε;

Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι ο δρόμος του καταναγκασμού υπήρξε πάντοτε πιο εύκολος από τον δρόμο της ενσυνείδητης πράξης ηρωισμού. Είναι δε ευκολότερος καθώς αυτός που εξαναγκάζεται σε κάτι, αποκτά αυτομάτως ένα πικρό «άλλοθι» για τις δικές του ανεπάρκειες. Πρόκειται για έναν βλαπτικό αμυντικό μηχανισμό που σε αποκόπτει τεχνηέντως από την κατανόηση και την ανάληψη των ευθυνών σου. Άρα σου στερεί το δικαίωμα να ωριμάσεις ως προσωπικότητα. Ο ανώριμος πολίτης δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι οι άνθρωποι με ηθικό φρόνημα ρίχνονται στον αγώνα των κοινών, όχι για χρήματα, ούτε για τιμές, αλλά επειδή συναισθάνονται την ανάγκη να γλιτώσουν την Πολιτεία τους από ενδεχόμενες ζημιές. Και η μέγιστη ζημιά είναι να άρχεσαι από αναξιότερό σου, αν δεν θελήσεις ο ίδιος να άρχεις[14].

Έτσι, δεν μπορούμε παρά να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η ελευθερία, ειδικά η ελευθερία της σκέψης, είναι μια συνθήκη δύσκολη και τραγική. Εξαναγκασμός και ελευθερία είναι τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα που σαν υπερφυσικές κουτάλες ανακινούν τον ζωμό της ανθρώπινης Ιστορίας, ενώ αυτός βράζει μέσα στη χύτρα του χρόνου. Όλες οι εποχές έχουν το μερτικό τους σε αύτη την κατάσταση. Και η δική μας το ίδιο.

Εμείς όμως έχουμε την ατυχία να έχουμε για πολυμήχανους σεφ την ψευτιά και την επιτηδειότητα. Αυτές οι δύο κατάφεραν να μας «σερβίρουν» κάτι το πρωτοφανές. Κατάφεραν να περάσουν τον καταναγκασμό για ελευθερία και την ελευθερία (εννοώ την πραγματική ελευθερία του πνεύματος, δηλαδή αυτή την εσωτερική περιπέτεια που σε προικίζει με αυταξίες και με πραότητα) για οπισθοδρομισμό και για εξαλλοσύνη. Πώς το κατάφεραν; έριξαν μέσα στη σούπα της Iστορίας μπόλικα μπαχαρικά ηδονισμού και ψευτοελευθεριών και σέρβιραν το πιάτο συνοδευόμενο με το μεθυστικό κρασί της αμφισβήτησης των καθιερωμένων. Έτσι, τώρα πια, πολύ εύκολα η υποταγή λογαριάζεται για ύψιστη αρετή και η διεκπεραίωση ακόμα και των πλέον στοιχειωδών εργασιών, θεωρείται πράξις σπουδαία και ηρωική.

Τί γίνεται όμως με τους συμπολίτες μας οι οποίοι δεν αισθάνονται ότι εξαναγκάζονται σε κάτι αλλά ούτε και αισθάνονται ακριβώς ελεύθεροι. Αυτή η αμήχανη συνθήκη προέρχεται από τη μεγάλη αντινομία που προκύπτει ανάμεσα στη διάσταση που λαμβάνει το πρακτέο, όταν συγκρούεται η θέληση των υποκειμένων του ατόμου και της Πολιτείας. Συνήθως, στην περίπτωση μιας τέτοιας αντινομίας, ήτοι να συγκρούεται η θέληση του ατόμου από τη μια με τη θέληση της Πολιτείας από την άλλη, η λύση είναι αρκετά δύσκολη. Δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές παρά μόνο υπαινιγμοί μέσα από τα διδάγματα της ιστορίας. Το άτομο οφείλει τα πράξει σύμφωνα με την ηθική σκοπιά, ενώ η Πολιτεία οφείλει να πράξει σύμφωνα με την πολιτική σκοπιά. Μάλιστα, πολλές φορές, το άτομο δεν νομιμοποιείται να πράττει όπως θα έπραττε η Πολιτεία ακόμα και όταν αυτό συμμετέχει σε ομάδες με συγκεκριμένες αποστολές. Και αυτό επειδή το άτομο ως υποκείμενο οφείλει να ενεργεί κατ΄ αρχήν ως ηθικό υποκείμενο. Επειδή όμως το άτομο ενεργεί ως τμήμα ενός ευρύτερου υποκειμένου (είναι πολίτης σε συντεταγμένη Πολιτεία), υπόκειται στην ιεραρχία και στον σκοπό που ετέθη. Αν τώρα ο σκοπός προϋποθέτει την τέλεση (κατά την κρίση του ατόμου) ανήθικων πράξεων προκειμένου να επιτευχθεί, τότε το άτομο δύναται να αποφασίσει τί θα πράξει σύμφωνα με το μέτρο της πίστης του προς τον σκοπό. Εδώ υπεισέρχεται ο κόσμος των Ιδεών. Η ισοτιμία είναι πρακτικά αδύνατον να καθοριστεί όταν αυτές οι δύο συνειδήσεις συγκρούονται κατ’ αρχήν ή όταν συγκρούονται αργότερα σύμφωνα με την αρχή της ετερογονίας των σκοπών[15].

Ποιος όμως μπορεί να αμφισβητήσει ότι αυτοί οι σκοποί υπαγορεύονται από την ετερογένεια (νοούμενη περισσότερο ως η έλλειψη ομοιογένειας μεταξύ των στοιχείων ενός συνόλου παρά ως ποικιλία) των στόχων; Αυτό είναι και το μεγάλο αγκάθι της ελληνικής πραγματικότητας. Η ετερογένεια των στόχων των διάφορων φατριαστικού τύπου οργανωμένων υποσυνόλων της κοινωνίας, που εκ προοιμίου στουμπώνουν το πολιτικό σκηνικό με το μπαρούτι της ακραίας πόλωσης. Μιας πόλωσης συχνά ανεξήγητης αλλά πάντα καταστροφικής.

Οι καλοί κυβερνήτες δεν εξουσιάζουν την ελευθερία αλλά την γεννούν και την μοιράζονται με τους υπόλοιπους. Πιστεύω ακράδαντα ότι ο κόσμος μας σήμερα είναι ένας κόσμος βαθιά ανελεύθερος. Το ίδιο πιστεύω για τη χώρα μας. Ζούμε σε πλήρη ένταση την εποχή του «γνωστικού παλαιολιθισμού». Αυτός ο γνωστικός παλαιολιθισμός επικράτησε στην Ελλάδα πολύ εύκολα. Επικράτησε τόσο, που φαίνεται ότι η λογική και η γνώση έγιναν έννοιες τόσο σχετικές, όσο απαιτείται για να αιτιολογηθούν τα συμφέροντα του καθενός. Δηλαδή ο καθένας, ανάλογα με το τί ακριβώς θέλει να πετύχει ανά περίσταση, επιλέγει να φωτίζει ή να συσκοτίζει τις επιστημονικές ή τις κοινωνικοπολιτικές κατακτήσεις, προκειμένου να καρπωθεί κάποιο όφελος. Ταυτόχρονα, ο γνωστικός παλαιολιθισμός ευνοεί τη δεισιδαιμονία. Ακριβώς επειδή η «γνώση» στις μέρες μας έλαβε τόσο εκρηκτικές διαστάσεις ενώ ταυτόχρονα ο άνθρωπος τρέχει από πίσω της ασθμαίνοντας προκειμένου να την προφτάσει, στο τέλος της διαδρομής, αυτή δεν γίνεται κατανοητή, παρά μόνο ενσωματώνονται τμήματά της (αποσπασματικά πάντα) με μοναδικό ίσως κριτήριο την εξυπηρέτηση της κακώς νοούμενης υποκειμενικότητας του καθενός.

Έχοντας τώρα κατά νου αυτή την «ατμόσφαιρα», μπορούμε ευκολότερα να κατανοήσουμε τη μεγάλη μας ανεπάρκεια. Αυτή δεν είναι άλλη – όσο τετριμμένο κι αν ακουστεί – από την έλλειψη πολιτικής παιδείας. Μάλλον, για να είμαστε πιο λεπτολόγοι στα συμπεράσματά μας, υποφέρουμε από έλλειψη «ορθόδοξης» πολιτικής παιδείας, δηλαδή υποφέρουμε από την έλλειψη εκείνης της πολιτικής παιδείας που έχει ως όραμα την ενστάλαξη και την κατοπινή εφαρμογή μεθόδων και πρακτικών που αξιώνουν την καταγωγή τους μέσα από την παράδοση και τις γενικώς αποδεκτές κατακτήσεις του ανθρωπίνου πνεύματος.

Η πολιτική παιδεία, ιδωμένη από μια πιο ρεαλιστική σκοπιά, είναι εκείνο το τμήμα της πολιτιστικής παιδείας που αναφέρεται και αφορά στον τρόπο της διακυβέρνησης, και συνίσταται σε διαθέσεις, πεποιθήσεις, αξίες και δεξιότητες που διατρέχουν το σύνολο του πληθυσμού σαν διακυβερνητικές επιλογές[16]. Η πολιτική παιδεία περιλαμβάνει τα στοιχεία των πολιτικών ιδεών και τους λειτουργικούς τύπους. Οι πρώτες αφορούν τις επιδιώξεις της πολιτικής ζωής και οι δεύτεροι αποτελούν υποδείγματα συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν τον τρόπο της διακυβέρνησης. Η παιδεία λοιπόν έχει τη δύναμη να σε απελευθερώνει κατά τρόπο πνευματικό, δεσμεύοντάς σε από αρκετά νωρίς πάνω σε σταθερές αξίες που σε συντροφεύουν και σε παρηγορούν, για μια ολόκληρη ζωή. Αυτή η αρχική δέσμευση, που φαινομενικά αποτελεί στέρηση ατομικών ελευθεριών αφού, ουσιαστικά, κάποιος άλλος, χωρίς να σε ρωτήσει, αποφασίζει για το τί εσύ θα διδαχθείς, είναι κρίσιμη για τη δημιουργία των ψυχολογικών θεμελίων που αργότερα θα επιτρέψουν στον άνθρωπο να αυτενεργήσει με γνώμονα την επίτευξη της μέγιστης δυνατής ελευθερίας. Σχήμα οξύμωρο δεν νομίζετε; κάτι να σε ελευθερώνει ενώ σε περιορίζει;

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, οι εργασίες σε αυτό το κομμάτι δεν πήγαν καλά για τη χώρα μας. Δεν είναι υπερβολή αν ισχυριστούμε ότι τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα λαμβάνει χώραν η ακμή της «αμοραλιστικής οικογενειοκρατίας» (amoral familism[17]). Με άλλα λόγια, «δράκιασε» το σύστημα της πατρωνίας και του πελάτη, με αποτέλεσμα οι πλείστοι εξ ημών να κινούνται πολιτικά με πρωταρχικό στόχο να αποκομίσουν ίδιον όφελος. Έτσι, η παραδοσιακή ελληνική πολιτική παιδεία δεν ευνόησε την ανάπτυξη μιας υγιούς και ισχυρής δημοκρατικής ψυχολογίας[18]. Κι εδώ έρχομαι να υπενθυμίσω την υπόθεση εργασίας που αναφέρθηκε στην πρώτη γραμμή του κειμένου που κρατάτε στα χέρια σας. Κανείς δεν αγαπά την Ελλάδα. Το διορθώνω λοιπόν: κανείς δεν αγαπά την Ελλάδα επειδή κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μας μάθει πώς να την αγαπάμε. Το μόνο που μας έμαθαν είναι πώς να δομούμε σχέσεις αλληλεξάρτησης με το πολιτικό σύστημα με σκοπό την άγραν πάσης φύσεως προνομίων. Σήμερα ήρθε η ώρα της πληρωμής. Πώς θα αποφύγουμε την ώρα της κρίσεως όταν εμείς κολυμπούσαμε εδώ και δεκαετίες μέσα σε μια θάλασσα φατριαστικών συμπεριφορών και έντονης, στα όρια της παράνοιας, πολιτικής πόλωσης;

Ζούμε εδώ και ένα χρόνο σε καθεστώς πανδημίας. Με όλες τις αμφισημίες που έφερε ή που ανέδειξε αυτή η κατάσταση. Κάποιος θα ισχυριζόταν ότι είναι υπεραρκετό διάστημα προκειμένου ο πολίτης να συνειδητοποιήσει πέντε πράγματα και να τολμήσει να εκφράσει μια κάποια βούληση, είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Παρόλα ταύτα, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι στην Ελλάδα του σήμερα, τίποτα δεν μπορεί να παραχθεί κατά τρόπο πρωτότυπο. Δεν παράγεται τίποτα πρωτότυπο γιατί άπαντες εχθρεύονται αυτό το Κράτος. Κανένας δεν καταθέτει την πίστη του σε αυτό. Άπαντες το βλέπουν σαν ένα μαρμαρένιο αλώνι, σαν μια επαρχιώτικη παλαίστρα των αυτοκρατορικών χρόνων της Ρώμης. Τα Κράτη όμως δεν υπάρχουν για πάντα, ούτε και είναι ακατάλυτα στοιχεία του Φυσικού περιβάλλοντος, όπως λόγου χάριν το νερό ή ο αέρας. Επίσης, τα Κράτη δεν υπάρχουν ως αυτοσκοποί. Κάποτε μπορεί να χαθούν. Υπάρχουν γιατί εξυπηρετούν τον σκοπό της δημιουργίας, της προαγωγής και της προάσπισης των κατάλληλων συνθηκών για την εν ομονοία πολιτισμική δημιουργικότητα των πολιτών τους. Όταν η συμβολή τους σε αυτό το έργο μηδενίζεται, μηδενίζεται και ο λόγος της ύπαρξής τους[19]. Και αυτό γιατί τέτοιες πολιτείες καταντούν να εκπροσωπούν μονάχα τον κόσμο της βίας και η ύπαρξή τους δεν έχει πλέον καμία δικαιολογία. Έτσι, άλλοτε σβήνουν από μόνες τους και άλλοτε τις καταλύουν άλλοι. Η περίοδος που ζούμε αποτελεί για το ελληνικό Κράτος μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία η ισχύς και η αξία του είναι σχετικές παράμετροι που υπόκεινται σε συνεχή ετεροπροσδιορισμό. Με δυσμενείς όρους. Αυτό είναι ένα στοιχείο απολύτως αρνητικό για τη συνέχεια.

Ένα βαρύ και δυσοίωνο προαίσθημα βαραίνει την ατμόσφαιρα και τους ουρανούς της Πατρίδας μας. Θυμίζει έντονα τον γνώριμο άνεμο της επερχόμενης συντριβής. Γνώριμος, αφού τόσες φορές τον αισθανθήκαμε ως έθνος να μας ραπίζει το πρόσωπο. Η σχέση μας μαζί του κρατά από τα βάθη των αιώνων και μας επισκέπτεται τακτικά μέχρι και τις μέρες μας. Τα αειθαλή λόγια του Αισχύλου[20] θα μας κεντρίζουν πάντα, σε κάθε εποχή, σαν ένα εκατομμύριο μέλισσες μαζεμένες:

τὸν φρονεῖν βροτοὺς ὁδώ-

σαντα, τὸν πάθει μάθος

θέντα κυρίως ἔχειν.

στάζει δ᾽ ἀνθ᾽ ὕπνου πρὸ καρδίας

μνησιπήμων πόνος· καὶ παρ᾽ ἄ-

κοντας ἦλθε σωφρονεῖν.

δαιμόνων δέ που χάρις βιαίως

σέλμα σεμνὸν ἡμένων.

**********

αυτόν [τον Δία], που τους θνητούς οδήγησε

στης φρόνησης τον δρόμο, που νόμο

θέσπισε: το πάθος μάθος·

σταλάζει στην καρδιά και μες στον ύπνο ακόμη,

πικρή των παθημάτων θύμηση, ο πόνος·

κι η σωφροσύνη έρχεται έστω κι αθέλητά μας·

δωρεά σκληρή κάπως των θεών

σε σεβαστή καθέδρα καθισμένων.


Αθήνα 08 – Μαρτίου – 2021

[1] Σοφοκλέους Αντιγόνη, στ.685-720.

[2] Βλέπε Οιδίπους Τύραννος.

[3] Ηράκλειτος: οἷον εἴ τις εἰς πηλόν ἐμβάς πηλῷ ἀπονίζοιτο.

[4] Romano Guardini: Το τέλος των Νέων Καιρών.

[5] Π. Κονδύλης. Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (Εκδόσεις Θεμέλιο), σελ:44.

[6] Κ. Τσάτσου, Πολιτική – Θεωρία Πολιτικής Δεοντολογίας (Εκδόσεις των Φίλων), σελ:17.

[7] Ηράκλειτος: ἁρμονίη ἀφανής φανερῆς κρείτων.

[8] Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει νοσηρός νους πίσω από τον συντονισμό των περιστατικών παρά μόνο η τύχη.

[9] «Παρακαλώ, όσους την αλήθειαν αγαπώσι να μάθωσι, και να κρίνωσι δικαίως, να συλλογιθούν ότι η τύχη εις τοιαύτας επιχειρήσεις έχει άκραν δύναμιν, ωσάν όπου το παραμικρόν συμβάν εις τας μεγάλας υποθέσεις δύναται πολλάκις να ανατρέψει το πάν». Απόσπασμα από την Ελληνική Νομαρχία του Ανωνύμου του Έλληνος. Ο συγγραφέας της Νομαρχίας το έγραψε με αφορμή τη δολοφονία του Ρήγα Φεραίου, όπου ένα τυχαίο γεγονός οδήγησε στη σύλληψη και στη δολοφονία του.

[10] Το μετά νοῦ και τέχνης διακιότατον ἀεί διανέμοντες (Πολιτικός, 297b).

[11] Κ. Τσάτσου, Πολιτική – Θεωρία Πολιτικής Δεοντολογίας (Εκδόσεις των Φίλων), σελ:122.

[12] Τα φοβερά Ντοκουμέντα της Εποχής μας (Εκδόσεις Φυτράκη), Τόμος: Η Ατομική Βόμβα της Χιροσίμα.

[13] Θ. Β. Παραπονιάρη, Τα Τετράδια του Λαλή (Εκδόσεις ΑΩ).

[14] Πλάτων, Πολιτεία (347 a-d).

[15] Σύμφωνα με τον γερμανό ψυχολόγο και φιλόσοφο Βίλχελμ Βουντ (Wundt, 1832–1920), η αρχή της ετερογονίας των σκοπών (heterogony of ends) σημαίνει ότι οι συνέπειες των πράξεων μας ξεπερνούν τον σκοπό που αρχικά έχουμε θέσει και δημιουργούν νέα κίνητρα που με τη σειρά τους έχουν νέες επιδράσεις, έτσι που τελικά μια αρχική αιτία παράγει αποτέλεσμα διαφορετικό από το επιζητούμενο.

[16] Β. Πολύδωρας. Πολιτική Ανάπτυξη στην Ελλάδα (Εκδόσεις Καστανιώτη), σελ:45.

[17] O Edward Banfield σε μελέτη του για τη Νότιο Ιταλία ορίζει την αμοραλιστική οικογενειοκρατία ως την κατάσταση της αυξημένης δυσπιστίας και εχθρότητας προς τους άλλους. Το αποτέλεσμα είναι τα μέλη μιας ευρείας οικογένειας να στρέφονται κατά παντός άλλου συνόλου και ταυτόχρονα να απομονώνονται.

[18] Β. Πολύδωρας. Πολιτική Ανάπτυξη στην Ελλάδα (Εκδόσεις Καστανιώτη), σελ:54.

[19] Κ. Τσάτσου, Πολιτική – Θεωρία Πολιτικής Δεοντολογίας (Εκδόσεις των Φίλων), σελ:295.

[20] Αισχύλου, Αγαμέμνων, στ.176-183, απόδοση Κυριακή Ξυλά (Στο βιβλίο: Περί Ανθρώπου και Παιδείας, Εκδόσεις ΜΙΕΤ)

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια