ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Η Γερμανία κοιτά ανατολικά, η Γαλλία δυτικά


Του Κώστα Ράπτη

Η δημοσίευση την Τρίτη στο ιατρικό περιοδικό Lancet των αποτελεσμάτων των δοκιμών τρίτης φάσης του ρωσικού εμβολίου κατά του κορονοϊού Sputnik-V ήρθαν στην καταλληλότερη για τους παραγωγούς του στιγμή. Και αυτό διότι ενώ η ρωσική πλευρά είχε ήδη προβεί σε συμφωνίες προμήθειας ή συμπαραγωγής του εμβολίου με χώρες όπως η Ινδία, η Νότιος Κορέα και η Βραζιλία, η Δύση αντιμετώπιζε το όλο εγχείρημα με επιφύλαξη, μη διαθέτοντας στοιχεία για την αποτελεσματικότητά του, και άφηνε υπαινιγμούς για αδιαφανή και εσπευσμένη διαδικασία.

Μόνη χώρα της Ε.Ε. η οποία είχε προχωρήσει σε συμφωνία προμήθειας του Sputnik-V, κάνοντας χρήση έκτακτου μηχανισμού παράκαμψης των κοινών πολιτικών, ήταν η Ουγγαρία, η οποία επίσης την Τρίτη παρέλαβε 40.000 δόσεις του ρωσικού εμβολίου.

Τα στοιχεία που θέλουν το Sputnik-V να εμφανίζει αποτελεσματικότητα της τάξης του 92% δικαιώνουν αναδρομικά τους επισπεύδοντες. Αλλά δεν είναι τόσο τα επιστημονικά στοιχεία όσο τα πολιτικά δεδομένα, εν προκειμένω η αποτυχία του εμβολιαστικού προγράμματος της Κομισιόν, που αλλάζουν το κλίμα έναντι του ρωσικού εμβολίου στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Και η πρώτη χώρα που δίνει το σήμα είναι η Γερμανία.

Την Παρασκευή, ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας και ηγέτης των Χριστιανοκοινωνιστών Μάρκους Ζέντερ δήλωσε ότι οι εποπτικές αρχές της Ε.Ε. θα πρέπει επειγόντως να εξετάσουν τα ρωσικά και κινεζικά εμβόλια. Την Κυριακή, η Franfurter Allgemeine Zeitung παρέθετε σχόλιο του ομοσπονδιακού υπουργού Υγείας Γενς Σπαν ότι "ανεξάρτητα της χώρας προέλευσής τους, τα εμβόλια που θα αποδειχθούν ασφαλή και αποτελεσματικά, θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της πανδημίας”.

Ήδη από τις 5 Ιανουαρίου άλλωστε η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν συζήτησε το ενδεχόμενο παραγωγής του Sputnik-V στην Γερμανία, ενώ στις 29 Ιανουαρίου η ρωσική πλευρά προθυμοποιήθηκε να παράσχει στην Ε.Ε. 100 εκατομμύρια δόσεις του εμβολίου κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.

Το 2021 είναι χρονιά ομοσπονδιακών εκλογών στην Γερμανία και η πολιτική ηγεσία ενδιαφέρεται ό,τι είναι δυνατόν για να κατευνάσει την δυσφορία του πληθυσμού για τα συνεχιζόμενα lockdown καθώς και την απορία του για το πώς είναι δυνατόν να μένει εμβολιαστικά ακάλυπτη η χώρα στην οποία εδρεύει η BioNTech, συμπαραγωγός του εμβολίου της Pfizer.

Πέρα από το άμεσο πρόβλημα, ωστόσο, η ετοιμότητα του Βερολίνου να ανοίξει ένα νέο πεδίο συνεργασίας με τη Μόσχα έρχεται στο φόντο μιας ήδη καταγεγραμμένης τάσης για την ανάπτυξη ειδικής σχέσης με τη ρωσική πλευρά, παρά τις αντιρρήσεις εταίρων και συμμάχων,

Τίποτε δεν εικονογραφεί την τάση αυτή καλύτερα από την επιμονή της κυβέρνησης Μέρκελ στην ολοκλήρωση του (ήδη κατασκευασμένου κατά 95%) υποθαλάσσιου αγωγού ρωσικού φυσικού αερίου NordStream2, που αντιμετωπίζεται στις Βρυξέλλες ως μοχλός ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης και έχει βρεθεί στο στόχαστρο των κυρώσεων της Ουάσιγκτον.

Παρά τις νέες τριβές που δημιουργεί η "υπόθεση Ναβάλνι", που σε μεγάλο βαθμό εκτυλίχθηκε επί γερμανικού εδάφους, η Άνγκελα Μέρκελ πιστεύει ότι οι κυρώσεις δεν αποτελούν το καταλληλότερο εργαλείο προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ότι εν πάση περιπτώσει οι γερμανορωσικές οικονομικές σχέσεις θα πρέπει να "διαμερισματοποιηθούν" σε σχέση με τα πολιτικά προβλήματα.

Διόλου τυχαία, το Παρίσι επιλέγει στη φάση αυτή την ακριβώς αντίθετη στάση. Για πρώτη φορά η γαλλική κυβέρνηση τάχθηκε δημόσια κατά του σχεδίου του NordStream2, δια του υφυπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Κλεμάν Μπον, ο οποίος σε ραδιοφωνική συνέντευξή του τόνισε ότι, μολονότι ασφαλώς η απόφαση εναπόκειται στους Γερμανούς, η γαλλική πλευρά έχει ήδη διαβιβάσει τις επιφυλάξεις της.

Στο φόντο του ενδοευρωπαϊκού μπρα-ντε-φερ και της παγερής στάσης της Γερμανίας απέναντι στις προτάσεις Μακρόν για την εμβάθυνση της ευρωζώνης και τον ευρωστρατό, το Παρίσι δεν είναι παράλογο να επιχειρεί να αναδειχθεί σε προνομιακό Ευρωπαίο συνομιλητή της νέας κυβέρνησης Μπάιντεν στις ΗΠΑ. Άλλωστε οι γερμανο-αμερικανικές εντάσεις κάθε άλλο παρά αποτελούν παρελθόν με την αποχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η νεοψυχροπολεμική επανασυσπείρωση της Δύσης που θα επιχειρήσει ο Τζο Μπάιντεν απέναντι στις ευρασιατικές δυνάμεις θα εντείνει τα διλήμματα του Βερολίνου.

Capital

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια