ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Διερευνητικές επαφές: Ο δύσκολος δρόμος του διαλόγου Ελλάδας και Τουρκίας


Η επίσημη ανακοίνωση, ύστερα από έντονο διπλωματικό παρασκήνιο, της επανεκκίνησης των «διερευνητικών επαφών» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, επανέφερε στο προσκήνιο μια πρακτική διαλόγου που έχει ως αφετηρία μια πολύ συγκεκριμένη φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Οι «διερευνητικές επαφές» είναι ένα γέννημα της περιόδου που ακολούθησε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Δεκέμβριο του 1999. Η συγκεκριμένη απόφαση ουσιαστικά άνοιγε το δρόμο για δύο κομβικές εξελίξεις: από τη μια την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ ακόμη και χωρίς προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού. «Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει ότι η πολιτική επίλυση του προβλήματος θα διευκόλυνε την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων προσχώρησης δεν έχει επιτευχθεί λύση, η απόφαση του Συμβουλίου όσον αφορά την προσχώρηση θα ληφθεί χωρίς το ανωτέρω να αποτελεί προϋπόθεση», ήταν η χαρακτηριστική διατύπωση.

Από την άλλη, η απόφαση άνοιγε το δρόμο για να ξεκινήσει η ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας και με την ελληνική υποστήριξη. Η απόφαση συνέδεε την γενικότερη πρόοδο της διαδικασίας της διεύρυνσης με την επίλυση των διαφορών που μπορεί να υπήρχαν, μια διατύπωση που σαφώς παρέπεμπε στα ελληνοτουρκικά. Αυτό υπογράμμιζε και η αναφορά σε «συνοριακές διαφορές»: «Εν προκειμένω, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και παροτρύνει τα υποψήφια κράτη να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων. Άλλως, θα πρέπει να φέρουν τη διαφορά ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Το αργότερο στα τέλη του 2004, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανεξετάσει την κατάσταση ως προς κάθε εκκρεμή διαφορά, ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις στην ενταξιακή διαδικασία προκειμένου να προαγάγει την επίλυσή τους μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου.»

Σε εκείνη τη φάση στην κυβέρνηση Σημίτη είχε πρυτανεύσει η λογική ότι η διακηρυγμένη επιδίωξη της Τουρκίας να μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμόρφωνε ένα πεδίο όπου με έναν συνδυασμό πίεσης και συμβιβασμών θα μπορούσε να εξασφαλιστεί όχι μόνο η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ αλλά και η επίλυση του κομβικών πλευρών των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Οι προηγούμενοι γύροι διερευνητικών

Θυμίζουμε ότι είναι μια μεταβατική περίοδος για την Τουρκία με τη σταδιακή άνοδο του πολιτικού Ισλάμ, που τελικά θα το εκπροσωπήσει ο Ερντογάν, που σε εκείνη τη φάση έδειχνε να μην απέχει ως ένα βαθμό από το παραδοσιακό σκληρό εθνικισμό που κυρίως συνδέθηκε με το κεμαλικό ρεύμα. Επιπλέον, ο διεθνής περίγυρος, τόσο από τη μεριά των ΗΠΑ όσο και από τη μεριά τα ΕΕ ευνοούσε τα βήματα ώστε να κλείσουν παλαιά ρήγματα και να επουλωθούν ανοιχτές πληγές.

Βέβαια, το διάστημα πριν από το Ελσίνκι η Τουρκία είχε κάνει σαφή την αναθεωρητική αντίληψη για τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Αυτό είχε φανεί τόσο από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τα θέματα της υφαλοκρηπίδας, από την ψήφιση από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση του casus belli για την περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., και από την ανάδειξη της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών» με αποκορύφωμα την παρ’ ολίγο στρατιωτική σύγκρουση γύρω από τα Ίμια.

Αντίστοιχα, ήδη από τότε αναδεικνυόταν μια πάγια «ασυμμετρία» ως προς τη διαδικασία του διαλόγου: η Τουρκία προέκρινε σταθερά έναν διάλογο εφ’ όλης της ύλης, δηλαδή για το σύνολο των ελληνοτουρκικών διαφορών (χωρικά ύδατα, «γκρίζες ζώνες», αποστρατιωτικοποίηση νησιών, υφαλοκρηπίδα), ενώ η Ελλάδα παγίως θεωρούσε ότι τα πραγματικά ανοιχτά ζητήματα ήταν συγκεκριμένα και κυρίως αφορούσαν την υφαλοκρηπίδα, θεωρώντας ότι τα υπόλοιπα καλύπτονταν από το διεθνές δίκαιο.

Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα των διερευνητικών, ήδη από τον πρώτο μεγάλο κύκλο τους, το 2002-2004, με την κύρια ευθύνη του διαλόγου από την ελληνική πλευρά να την έχει ο καθηγητής Χρήστος Ροζάκης, ήταν ότι στο τραπέζι μπήκαν περισσότερα θέματα. Ουσιαστικά, η ελληνική πλευρά τότε πρότεινε να υπάρξει μια μερική ελληνική απεμπόληση του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 ν.μ. με μια κλιμακωτή επέκταση ανάλογα με το σημείο στα 6, 8, 9 και 12 ν.μ. με ταυτόχρονη αποδοχή της από κοινού προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας. Από τη μεριά της η Τουρκία είχε φανεί θετική σε μια τέτοια προοπτική, αν και διατηρούσε την τάση να επαναφέρει το σύνολο όσων θεωρούσε «συνοριακές διαφορές» (άρα και θέματα καθεστώτος νησιών, βραχονησίδων κ.λπ.). Τελικά, η κυβέρνηση Σημίτη προς το τέλος του 2003 θα εκτιμήσει ότι οι συνολικότεροι πολιτικοί όροι και κυρίως η προοπτική των εκλογών του 2004 δεν ευνοούσαν την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων.

Η κυβέρνηση Καραμανλή θα επιλέξει μια πιο επιφυλακτική στάση, παρότι θα συναινέσει στην επίσημη εκκίνηση της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας. Άλλωστε, η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ σε συνδυασμό με την απόρριψη του «Σχεδίου Ανάν» διαμόρφωσε ένα διαφορετικό τοπίο. Άλλωστε, οι βασικοί τότε σχεδιαστές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (δηλ. ο έμπειρος Π. Μολυβιάτης και ο καθηγητής Γ. Βαληνάκης) ήταν κατεξοχήν υποστηρικτές της αποφυγής της επιτάχυνσης διαδικασιών διαλόγου χωρίς εγγυήσεις επιτυχούς ολοκλήρωσής του. Ωστόσο, η διαδικασία διαλόγου δεν εγκαταλείφθηκε.

Ο διάλογος – και οι διερευνητικές επαφές – θα επιταχυνθούν ξανά στη διάρκεια της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου (που άλλωστε ήταν και ΥΠΕΞ όταν αυτές ξεκίνησαν επί κυβέρνησης Σημίτη). Μάλιστα, φαίνεται ότι ως ένα βαθμό συνέχισαν στο κλίμα των αρχικών διερευνητικών. Όμως, το γεγονός ότι η χώρα μπήκε στα Μνημόνια σήμαινε αναγκαστικά άλλες προτεραιότητες.

Θα υπάρξουν προσπάθειες και τα επόμενα χρόνια, αν και σταδιακά το ζήτημα θα μετατοπίζεται και στα θέματα που αφορούν τις ΑΟΖ, ιδίως όταν άρχισε να διαφαίνεται το ενδεχόμενο μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Ούτως ή άλλως στο μεταξύ η Ελλάδα θα προσανατολίζεται περισσότερο στην αναζήτηση «αξόνων» με χώρες όπως το Ισραήλ ή η Αίγυπτος που θα ασκούσαν πίεση στην Τουρκία. Επιπλέον, η συγκυρία μετά το πραξικόπημα του 2016 και οι εξελίξεις στο συριακό μέτωπο επίσης θα οδηγήσουν σε μια μετατόπιση και του τουρκικού ενδιαφέροντος. Σε αυτό το τοπίο μετά το 2016 σταματούν και οι διερευνητικές και από την κυβέρνηση Τσίπρα.

Το τοπίο γύρω από τον τωρινό γύρο διαλόγου

Της τωρινής εκ νέου απόπειρας διερευνητικών επαφών προηγήθηκε μια περίοδος σημαντικής επιδείνωσης των διμερών σχέσεων. Αυτό σε μεγάλο βαθμό ήρθε ως αποτέλεσμα του τρόπου που η Τουρκία όλο το προηγούμενο διάστημα προσπάθησε να εντατικοποιήσει τις «προβολές ισχύος» που κάνει, στο πλαίσιο της συνολικότερης προσπάθειας να διεκδικήσει ρόλο «περιφερειακής δύναμης στην περιοχή.

Αυτό αποτυπώθηκε στη διεκδίκηση και κατοχύρωση παρουσίας στο έδαφος της Συρίας, στην εμπλοκή στον λιβυκό εμφύλιο πόλεμο, στα ανοίγματα προς την Αφρική, στη στήριξη στο Αζερμπαϊτζάν στη διαμάχη με την Αρμενία, στις σχέσεις με τη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας των S-400. Αποτυπώθηκε ακόμη στην προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων, είτε αυτό αφορούσε το τουρκολιβυκό σύμφωνο για την αμοιβαία χάραξη ΑΟΖ με βάση την τουρκική ερμηνεία του Δικαίου της Θάλασσας, είτε βέβαια όλες τις εξόδους τουρκικών ερευνητικών σκαφών σε περιοχές που η Ελλάδα υποστηρίζει ότι ανήκουν στα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Ταυτόχρονα, κλιμάκωσε την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε σε σχέση με τα «οικόπεδα» της νόμιμα κηρυγμένης Κυπριακής ΑΟΖ, είτε σε σχέση με τη μετατόπιση του πεδίου στη λεγόμενη «λύση «δύο κρατών» δηλαδή ουσιαστικά τη διχοτόμηση του νησιού, μετατόπιση που συνδυάζεται με το άνοιγμα θεμάτων όπως αυτό της Αμμοχώστου.

Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή της Τουρκίας ταυτόχρονα φάνηκε να έχει και ένα ορισμένο όριο. Αυτό αφορά κυρίως τον τρόπο που διαμορφώθηκε ένα ενδεχόμενο συνολικής ρήξης τόσο με την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και με τις ΗΠΑ, ιδίως με το δεδομένο της νέας κυβέρνησης Μπάιντεν. Φάνηκε, δηλαδή, ότι η Τουρκία σε αυτή τη φάση δεν επιθυμεί μια τέτοια συνολική ρήξη με τη «Δύση». Αυτό εξηγεί γιατί η επιστροφή στον διάλογο ακολουθεί τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ όπου υπήρξε σαφής απειλή για κυρώσεις, έστω και συμβολικές, αλλά και τις αμερικανικές εκλογές. Ούτως ή άλλως, η Τουρκία δείχνει να επιθυμεί να προσαρμοστεί και σε μια συνολικότερη δυναμική υπέρβασης κάποιων ρηγμάτων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, όπως φάνηκε στην επαναπροσέγγιση Σαουδικής Αραβίας και Κατάρ, αλλά και στα ανοίγματα της Τουρκίας προς το Ισραήλ. Ούτε είναι τυχαίο το πώς προσπαθεί να διεκδικήσει έναν ρόλο αναχώματος και απέναντι στο Ιράν και εν μέρει και απέναντι στη Ρωσία.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι σαφές ότι η τουρκική ηγεσία έκρινε ότι έπρεπε να στείλει το μήνυμα ότι δεν είναι αντίθετη σε οποιονδήποτε διάλογο με την Ελλάδα, ιδίως όταν για τις περισσότερες χώρες προτεραιότητα δεν είναι απαραίτητα η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών αλλά η αποφυγή εντάσεων, ή πολύ περισσότερο «θερμών επεισοδίων» και μια εικόνα «διαλόγου».

Από τη μεριά της Ελλάδας, είναι σαφές ότι επίσης η κυβέρνηση προκρίνει επίσης σε αυτή τη φάση να δοκιμάσει το δρόμο του διαλόγου. Παρότι και η τωρινή κυβέρνηση έχει συνεχίσει την επιλογή της προηγούμενης για την οικοδόμηση δυνάμει «αντιτουρκικών αξόνων», δείχνει να κινείται και με την επίγνωση ότι αυτές οι συμμαχίες από μόνες τους δεν συνιστούν επαρκή πίεση ή εγγύηση για την αποφυγή πιέσεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την κορύφωση της έντασης το καλοκαίρι, η κυβέρνηση δείχνει να κινείται με γνώμονα την αποφυγή ενός «αυτοεγκλωβισμού» σε μια συνθήκη που θα έκανε τη κλιμάκωση της έντασης μονόδρομο. Αυτό δείχνει και η «σιωπηρή» μετατόπιση ως προς τις «κόκκινες γραμμές» στις τουρκικές έρευνες εντός της δυνάμει ελληνικής υφαλοκρηπίδας που ουσιαστικά πλέον έχει υποχωρήσει σε περιοχές αρκετά κοντά στα ελληνικά χωρικά ύδατα.

Τα διλήμματα του διαλόγου

Τα μηνύματα από την Τουρκία παραπέμπουν σε μια συζήτηση όπου θα προσπαθήσει να επαναφέρει το σύνολο των διμερών ζητημάτων, άρα και αυτά που η Ελλάδα θεωρεί «εκτός συζήτησης» όπως είναι η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών ή τα ζητήματα βραχονησίδων και «γκρίζων ζωνών». Το εάν αυτό θα σημαίνει μια εξαρχής υπονόμευση του διαλόγου ή θα είναι απλώς τακτική κίνηση, είναι κάτι που θα φανεί από την ίδια την εξέλιξη των διερευνητικών.

Ούτως ή άλλως το ανοιχτό ερώτημα είναι το πώς ορίζει σήμερα η Τουρκία το «σημείο ισορροπίας» σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά σε μια συγκυρία αρκετά διαφορετική από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Τότε η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας έδειχνε πιο πραγματική, δεν υπήρχε τέτοιας κλίμακας τουρκική στρατιωτική παρουσία εκτός συνόρων, η Ελλάδα δεν είχε περάσει την εμπειρία της δεκαετίας του 2010 και η Κύπρος ετοιμαζόταν να γίνει μέλος της ΕΕ. Για να το πούμε πιο απλά: τότε ο πραγματικός συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στις δύο χώρες ήταν διαφορετικός από τον σημερινό.

Όλα αυτά γεννούν και τα πραγματικά δύσκολα διλήμματα αυτού του διαλόγου. Από τη μια η επίγνωση του τροποποιημένου συσχετισμού θα μπορούσε να αποτελέσει επιχείρημα υπέρ μιας ανάγκης να «κερδηθεί χρόνος» για να διαμορφωθεί σε όλα τα επίπεδα ένα καλύτερος συσχετισμός, με τον υπαρκτό κίνδυνο αυτό να οδηγήσει όχι μόνο σε ακόμη περισσότερα τουρκικά «τετελεσμένα» αλλά και στον αυξημένο κίνδυνο «θερμού επεισοδίου» και άρα τον αντίστοιχο κίνδυνο αυτό να οδηγήσει ακόμη πιο μεγάλη πίεση για συμβιβασμό με κάθε κόστος. Από την άλλη, είναι προφανές ότι ένας ελληνοτουρκικός διάλογος για να ευοδωθεί θα είναι και «εφ’ όλης της ύλης», όμως αυτό τον κάνει πάρα πολύ δύσκολο και βέβαια ενέχει τον κίνδυνο η κυβέρνηση που θα επιχειρήσει μια τέτοια συνολική διευθέτηση να κατηγορηθεί για «ενδοτισμό» (και πριν κάποιος βιαστεί να πει ότι αυτές είναι αντιπαραθέσεις του παρελθόντος ας θυμηθούμε τον πρόσφατο δημόσιο διάλογο για το Μακεδονικό). Αυτά τα διλήμματα ορίζουν και τις λεπτές ισορροπίες που πρέπει να αντιμετωπίσει η ελληνική διπλωματία.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια