ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ



Σήμερα θα πάμε να κάνουμε Χριστούγεννα σε μια απόγκρεμη σπηλιά, έξω από μια παλιά πολιτεία, απέναντι από τη Μυτιλήνη, παρέα με τσομπάνηδες, ξοχάρηδες, γερο ναυτικούς, κυνηγούς και καλόγερους. Ανάμεσα τους κι ο Κόντογλου, χαρούμενος κι ευτυχισμένος, μαζί μ’ ό,τι αγάπησε περισσότερο σε τούτη τη ζωή, τους απλούς ανθρώπους, τη «μάνα του» τη θάλασσα, την Ελλάδα, την Ορθοδοξία και την πατρίδα του, το Αϊβαλί. Κι από πάνω να τους σκεπάζει η ευλογημένη Ανατολή, «η Ιερουσαλήμ», που ο ίδιος δεν απαρνήστηκε ποτέ. 

Χρόνια πολλά στις Χριστίνες και στους Χρήστους, Καλά Χριστούγεννα σ’ όλο τον κόσμο, με τη ευχή, μαζί με τον Χριστό που γεννιέται σήμερα να ξαναγεννηθεί μέσα μας κι η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. 


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ 

(Άρθρο στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ στις 25 Δεκεμβρίου 1953. Το κείμενο περιλαμβάνεται στο πρώτο βιβλίο των Απάντων του Κόντογλου «Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου»)

Χριστούγεννα και χιονιάς πάνε πάντα μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση, Χιόνι δεν έριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ’ αστραπές. Καμιά βδομάδα ο καιρός καλοσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την προπαραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σα μολύβι κι έπιασε κι έριχνε βελονιαστό χιονόνερο. 
Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε σκρόφα βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόβατα απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταγε κατά το πέλαγος. Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά, που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά με τρία τέσσερα χωρίσματα κι αψηλή ως τρία μπόγια. Αρχιτσέλιγγας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένα άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος μαλλιαρός με γένια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαρειά τζεζμέδια (υποδήματα) στα ποδάρια του. Το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ’ ένα μεγάλο μαντήλι σα σαρίκι κι οι μαρχαμάδες (τα κρόσσια) κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος. Είχε δυο παραγιούς, τον Αλέξη και το Δυσσέα, δυο παληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά που τους βοηθούσανε στ’ άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί να’ ναι καθαρό.  Αυτές οι έξη ψυχές εζούσανε σε εκείνο το μέρος κρυφά από το Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο 
Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη και στους τοίχους της κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές (πυτιές) τουφέκια και μαχαίρια λες κι ήτανε λημέρι ληστών. Απ’ έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σα λύκοι. Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μονάχα ο αγκομαχητός του πελάγου μέρα νύχτα. Με το βοριά απάγκιαζε και καμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι, Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. 
Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.
Την παραμονή τα Χριστούγεννα είπαμε πως ο καιρός χάλασε κι οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ’ ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο, αγίζι (πρωτόγαλα) και γιαούρτι κι ο Δυσσέας, που γνώριζε λίγο από ψαλτικά,  είχε μια παλιά Σύνοψη και τη φυλλομετρούσε για να δει τι γράμματα ήτανε να πει. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε και πεταχτήκανε έξω από τη μάντρα. Σε λίγο φανερωθήκανε δυο άνθρωποι με τουφέκια και φωνάζανε στους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά που χιμήξανε πάνω τους. Ο Σκουρής άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια που είχανε οι κυνηγοί κα το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έριξε καταπάνω του και τα σκάγια τον πονέσανε και γύρισε πίσω μαζί με τα’ άλλα μαντρόσκυλα. Τέλος πάντων εβγήκε ο Μπαρμπάκος κι έπιασε το Σκουρή και τον έδεσε – έδιωξε και τ’ άλλα σκυλιά. 
 «Ώρα καλή, βρε παιδιά» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια με το ταγάρι γεμάτο πουλιά. Ο άλλος που ήτανε μαζί του ήτανε ο γιός του ο Δημητρός. «Πολλά τα έτη» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κι η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε». Τους πήγανε στη σπηλιά … «Μωρέ τι ‘ ναι δω; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες» είπε ο μπάρμπα Παναγής δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε. Τους βάλανε να καθίσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι.. Κερασθήκανε. «Βρε αδερφέ» έλεγε ο μπάρμπα Παναγής, ποιος να το ‘λεγε χρονιάρα μέρα πως θα κάναμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε από την Αγία Παρασκευή να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος  κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι και την άλλη μέρα βγήκαμε στο κυνήγι και μια και πέσαμε σε τούτα τα σύνορα είπαμε να ’ρθουμε στ’ αρχοντικό σας... Μωρέ τι σκύλο έχετε; Μπρε, μπρε, μπρε! Το ζαγάρι το πετσόκοψε. Για κοιτάξτε τι χάλια το ‘κανε.»! Και γύρισε σε μι αγωνιά που κλαψούριζε το σκυλί κι έτρεμε σα θερμιασμένο … «Έλα δω Φλόξ! Φλόξ!» Μα η Φλόξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιο βαθιά. 
Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κι έριχνε παγωμένο νερό. Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά και μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί και δυο καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι από το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθίσανε, Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κι έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν Κωνσταντής ο Μπιλικσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Οι άλλοι δυο ήτανε γεμιτζήδες, άνθρωποι του καϊκιού του. Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένια, ομορφάνθρωπος ήτανε ο πάτερ Συλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι σαν τον άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη, Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή. 
Έξω φυσομανούσε ο χιονιάς και βογκούσανε τα δέντρα κι η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα στη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη ανταύγεια της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ  Παναγής έκλεβε κάπου κάπου λίγον ύπνο ρουχάλιζε λιγάκι κι ύστερα ξυπνούσε κι έψελνε μαζί με τη συνοδεία.
Ο καπτά Κωνσταντής τους είπε πως σαν καβατζάρανε τον κάβο Μπαμπά ο αγέρας μπουρίνιασε κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο ως που φτάξανε όξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε και δε μπόρεσε να μπει στο μπουγάζι να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα, Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει και πήγε και φουντάρισε στ’ απάγκεια, πίσω από έναν μικρό κάβο κάτω από το μαντρί. Κι επειδή θυμήθηκε το φίλο του το Μπαρμπάκο πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το μαντρί. Στο τσερνίκι (το καΐκι) αφήσανε τον μπάρμπα Απόστολο και το μούτσο. Σαν είδανε πως στη σπηλιά βρισκόντανε και ο κυρ Παναγής με τον κυρ Δημητρό γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία. 




 «Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ Παναγής «τώρα ψέλναμε το τροπάρι κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο …» φτάσατε κι εσείς οι μάγοι με τα δώρα. Γιατί βλέπω μια νταμιτζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»! Χα, χα χα! Γελούσε δυνατά ο κυρ Παναγής μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας και χάϊδευε την κοιλιά του γιατί ήτανε καλοφαγάς. 
Στο μεταξύ ο πάτερ Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϋμένος και είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίβοντας τα χέρια του : «Δόξα σοι ο Θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος»! κι έκανε το σταυρό του. 
Ο πάτερ Συλβέστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι κι είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κι ύστερα ε τη βροντερή φωνή του έψαλε το «Μεγάλυνον ψυχή μου την τιμιωτέραν και ενδοξωτέραν των άνω στρατευμάτων.  Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον θρόνον χερουβικόν, την Παρθένον, την φάτνην χωρίον εν ώ ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, όν ανυμνούντες μεγαλύνομεν»! 
Ύστερα καθίσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω : Από τα μοσχοβολημένα τ’ αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ’ άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ’ άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσκο. 
Αλήθεια από τη γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε : Το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους μαθητές του που ευλογούσανε την βρώσιν και την πόσιν»

 Φώτη Κόντογλου Αρχείο

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια