ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

O Ομπάμα κάτι ξέχασε στο βιβλίο μιλώντας για τη χρεοκοπία της Ελλάδας…


Αίσθηση έχει προκαλέσει στην Ελλάδα το βιβλίο με τα απομνημονεύματα του Μπάρακ Ομπάμα. Ο λόγος είναι η αναφορά του στην ελληνική οικονομική κρίση, χρεοκοπία επί της ουσίας και την εντός ή εκτός εισαγωγικών διάσωση από την Ευρωζώνη. Σκοπός Βερολίνου και Παρισίων ήταν –σύμφωνα με τον Ομπάμα– η διάσωση των γαλλικών και γερμανικών τραπεζών που ήταν εκτεθειμένες στα ελληνικά ομόλογα.

Του Ζαχαρία Β. Μίχα
Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ΙΑΑΑ/ISDA

Ο τέως Αμερικανός πρόεδρος, ωστόσο, είπε τη μισή αλήθεια. Η υπόθεση είναι περισσότερο πολύπλοκη. Στο βιβλίο δεν αναφέρονται οι ευθύνες και των αμερικανικών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης. Μπορεί οι ευθύνες Γαλλίας και Γερμανίας και του –κατά Σταύρο Λυγερό– “ευρωιερατείου” να είναι υπαρκτές, αλλά είναι το αμερικανοκεντρικό διεθνές οικονομικό σύστημα που οδήγησε στο αδιέξοδο, καθιστώντας τις επιλογές της Ευρωζώνης νόμιμες.

Τι κάνουν τα κράτη; Δανείζονται από τις διεθνείς αγορές. Το ίδιο έκανε και η Ελλάδα. Τα ομόλογα αυτά τα αγόραζαν κυρίως οι ελληνικές συστημικές τράπεζες. Πολλοί καταλογίζουν κυβερνητική καθοδήγηση, δίνοντας την εντύπωση συμπαιγνίας ανάμεσα στις κυβερνήσεις και στις ελληνικές τράπεζες, με σκοπό την ομαλή χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Η αλήθεια είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες ευχαρίστως αγόραζαν ελληνικά ομόλογα, καθώς αποκόμιζαν σημαντικά κέρδη χωρίς επί της ουσίας να κάνουν τίποτα! Πωλούσαν αμέσως τα ομόλογα στην δευτερογενή αγορά (λειτουργεί σαν χρηματιστήριο και όπου τα ομόλογα είναι επενδυτικά προϊόντα) και εισέπρατταν την προμήθεια.

Κάπου εκεί μπαίνουν στην εικόνα οι γαλλικές και γερμανικές (όχι μόνο) τράπεζες, κυρίως οι Deutsche Bank και BNP Paribas. Αγόραζαν ελληνικά ομόλογα, θεωρώντας τα καλή επένδυση, επειδή εκδίδονταν από χώρα-μέλος της Ευρωζώνης και έδινε σχετικά καλύτερη απόδοση. Τα κρατικά ομόλογα, άλλωστε, θεωρούνται ισχυρά assets στο ενεργητικό μίας τράπεζας, ώστε να καλύπτεται η πιστωτική της επέκταση.

Για να αγοραστεί ένα κρατικό ομόλογο μία γαλλική ή γερμανική τράπεζα έπρεπε να ελέγξει την ασφάλεια της επένδυσης σε αυτό. Οι εκθέσεις πιστοληπτικής αξιολόγησης των τριών οίκων S&P, Moody’s και Fitch είναι αξιόπιστη γνωμάτευση. Αλλά και αυτοί οι οίκοι θεωρούσαν αδιανόητο μία χώρα-μέλος της Ευρωζώνης να μην ανταποκριθεί στις δανειακές υποχρεώσεις της. Γι’ αυτό και βαθμολογούσαν υψηλά την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, παρά το υψηλό δημοσιονομικό της έλλειμμα.

Κάπως έτσι το 2010 γερμανικές και γαλλικές τράπεζες βρέθηκαν να έχουν στο χαρτοφυλάκιό τους ελληνικά ομόλογα ύψους περίπου 120 δισ. ευρώ. Εάν η Ελλάδα επέλεγε την οδό της χρεοκοπίας, οι τράπεζες της Γερμανίας και της Γαλλίας θα έπρεπε να δεχθούν ένα σημαντικό “κούρεμα”, να εγγράψουν τεράστιες απώλειες και να τις διαχειριστούν. Έτσι στήθηκε η επιχείρηση δανειακές συμβάσεις και μνημόνια.

Το ότι η Ελλάδα αποδέχθηκε τη δανειοδότηση από την πλευρά της Ευρωζώνης (δανειακές συμβάσεις) με τίμημα τα Μνημόνια ήταν τυπικά επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης πολιτικής. Οι πιέσεις που ασκήθηκαν τότε στην Αθήνα ήταν ασφαλώς τεράστιες και συνοδεύονταν από απειλές. Το ενδεχόμενο να έβγαλαν κάποιοι χρήματα, παίζοντας με τα λεγόμενα CDS (ασφάλιστρα για ομόλογα) είναι πιθανόν, αλλά αυτό είναι το περιθώριο κι όχι ο κορμός της υπόθεσης.

Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, οι συνέπειες από την ένταξη της Ελλάδα στα Μνημόνια ήταν η επαχθέστερη επιλογή. Άλλοι διαφωνούν. Δεν είναι όμως αυτό το αντικείμενο του σημερινού άρθρου. Πάντως, οι Γερμανοί και οι Γάλλοι έσωσαν τις τράπεζές τους, οποίες έχοντας εσωτερική πληροφόρηση, ξεφορτώθηκαν τα “τοξικά” ομόλογα, δηλαδή όσα έληγαν μετά την ημερομηνία που έγινε το PSI στις αρχές του 2012. Όσα έληγαν νωρίτερα πληρώθηκαν στο άρτιο, ενώ όσα έληγαν μετά πληρώθηκαν κουρεμένα.

Με τη δανειακή σύμβαση και το Μνημόνιο το ελληνικό χρέος από χρέος προς ιδιώτες έγινε χρέος προς τα κράτη της Ευρωζώνης. Οι ελληνικές τράπεζες, τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία και οι ιδιώτες μικροομολογιούχοι έμειναν με τον μουτζούρη στο χέρι!

Με την απαξίωση των ελληνικών ομολόγων, οι ελληνικές συστημικές τράπεζες δεν είχαν assets αξίας να αντισταθμίσουν την “πιστωτική επέκταση” του προηγουμένου διαστήματος. Υπενθυμίζουμε ότι οι πιστωτικές κάρτες δίδονταν σαν φέιγ-βολάν, διακοποδάνεια, εορτοδάνεια, καθώς και δανειοδοτήσεις προς κάθε είδους ημετέρους.

Έτσι οι ελληνικές τράπεζες οδηγήθηκαν σε αλλεπάλληλες ανακεφαλαιοποιήσεις με χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου. Δεν συνέβη το ίδιο με τις γαλλικές και τις γερμανικές τράπεζες, οι οποίες, με τη μεθόδευση των κυβερνήσεών τους στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, απέφυγαν να πληρώσουν το κόστος της απρονοησίας τους. Σε κάθε περίπτωση, όπως όλοι, ευθύνη έχουν και οι κυβερνήσεις Γαλλίας και Γερμανίας.

Ευθύνες, λοιπόν, έχουν πολλοί. Έχουν οι ελληνικές κυβερνήσεις που επέτρεψαν τα δημόσια οικονομικά φτάσουν στον γκρεμό. Έχουν οι ελληνικές τράπεζες που αγόραζαν ελληνικά ομόλογα ενώ ήταν ορατό δια γυμνού οφθαλμού ότι δεν ήταν καθόλου σίγουρη η αποπληρωμή τους.

Έχουν οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες που έβλεπαν μόνο το κέρδος. Έχουν οι κυβερνήσεις στο Βερολίνο και στο Παρίσι που ευνοούσαν αυτό το πάρτι για να πουλάνε οι γερμανικές και γαλλικές βιομηχανίες μαζικά τα προϊόντα τους στην Ελλάδα.

Έχουν βέβαια ευθύνες και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης. Δεν ήταν, εξάλλου, η πρώτη φορά που έπεσαν τελείως έξω. Στη διεθνή κρίση του 2007-08 είχαν διαπράξει εγκλήματα, χωρίς να τα πληρώσουν. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, η αναφορά του Ομπάμα στο θέμα της ελληνικής χρεοκοπίας είναι αποσπασματική, δίνοντας με απαλό ελλειπτικό τρόπο την εικόνα ενός μεγάλου παιχνιδιού.

Μπορεί ο Ομπάμα, μέσω δύο Αμερικανών υπουργών Οικονομικών, να συνέστησε μία ηπιότερη αντιμετώπιση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, αλλά το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σκηνικό έχει στηθεί με τις κινήσεις που ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ.

Επί προεδρίας Κλίντον, με κεντρικό τραπεζίτη τον περίφημο Άλαν Γκρίνσπαν, έγινε η απορρύθμιση της αγοράς και η πλήρης απελευθέρωση των “παραγώγων“. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε η τεράστια φούσκα στη διεθνή οικονομία, με το πραγματικό χρήμα που υπάρχει να ανέρχεται σε λίγο παραπάνω από το 30% αυτού που διεκδικούν από τις νόμιμες συναλλαγές οι επενδυτές, ιδιώτες και οργανισμοί.

Defence-Point

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια