ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Αμερικανικές εκλογές: It’s the democracy, stupid


Ο Τραμπ αν και αύξησε τον αριθμό των ψήφων του σε σχέση με την προηγούμενη αναμέτρηση, καταφέρνει τελικά να χάσει. Για την ακρίβεια έχασε σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο του τον - κακό - εαυτό

Γράφουν οι Πέτρος Ιωαννίδης – Ηλίας Τσαουσάκης

Τον Μάιο γράφαμε ότι η εύκολη νίκη του Τραμπ έγινε ντέρμπι λόγω του κορονοϊού. Η εκλογική αναμέτρηση του 2020 τελικά χαρακτηρίστηκε από την ακραία πόλωση και φυσικά από την σκληρή προσωπική μάχη μεταξύ των 2 υποψηφίων για την Προεδρία των Η.Π.Α.

Κυρίως όμως σφραγίστηκε από τον αστάθμητο παράγοντα της πανδημίας που έφερε την πλήρη αναδιάταξη της προεκλογικής ατζέντας, θέτοντας νέα διακυβεύματα και νέα διλλήματα στους ψηφοφόρους, όπως είναι τα μέτρα προστασίας από τον κορονοιό, ο ρόλος της δημόσιας υγείας και η προσβασιμότητα σε αυτή. Αυτή η μάχη φαίνεται να τελειώνει και νέος Πρόεδρος θα είναι ο Μπάιντεν, ο υποψήφιος που έχει κερδίσει τις περισσότερες ψήφους από οποιονδήποτε άλλον στην ιστορία των αμερικανικών εκλογών.

Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτές οι εκλογές καταγράφουν τη μεγαλύτερη ποσοστιαία συμμετοχή ψηφοφόρων από το 1900 και μετά. Είχαν όμως και κάτι ακόμα. Δίχασαν απόλυτα την Αμερικανική κοινωνία. Δεν ήταν μόνο η σκληρότητα με την οποία αγωνίστηκαν τα δύο επιτελεία, οι μεγάλες διαφορές σε κεφαλαιώδη ζητήματα πολιτικής, όπως αυτό της πρόσβασης στη δημόσια υγεία που προαναφέρθηκε και η σύγκρουση γύρω από τα χαρακτηριστικά του προσωπικού προφίλ των υποψηφίων, με βίαιες επιθέσεις, ακραίες και για τα αμερικανικά δεδομένα, ακραίες και για τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά, αλλά και κάτι πιο δομικό που χώρισε την κοινωνία στα δύο. Μια ανάγνωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των exit polls είναι αποκαλυπτική:

Στους Αμερικάνους με εισόδημα κάτω των 100.000 δολαρίων το αποτέλεσμα ήταν 57%-42% υπέρ του Μπάιντεν. Σε εκείνους με εισόδημα άνω των 100.000 δολαρίων ο Τραμπ συγκέντρωσε 54% και ο Μπάιντεν 43%. Επίσης ο Μπάιντεν έλαβε 60% όσων κατοικούν σε πόλεις άνω των 50.000 κατοίκων, 66% όσων ψήφισαν για πρώτη φορά, 76% όσων ψήφισαν με κριτήριο το ποιος μπορεί να ενώσει το έθνος, 80% εκείνων που είναι υπέρ του Obamacare, 61% των LGBT, 72% όσων πιστεύουν ότι οι εκτρώσεις πρέπει να είναι νόμιμες, 80% εκείνων που θεωρούν ότι η αντιμετώπιση της πανδημίας είναι πάνω από την οικονομία, 70% όσων είναι υπέρ του Black Lives Matters και 64% εκείνων που πιστεύουν ότι το να φοράνε μάσκα είναι κοινωνική ευθύνη.

Ο Τραμπ κέρδισε το 54% όσων κατοικούν σε ημιαστικές/αγροτικές περιοχές, 78% όσων είναι κατά του Obamacare, 75% όσων θεωρούν ότι πρέπει να απαγορευτούν οι εκτρώσεις, 76% όσων βάζουν τη λειτουργία της οικονομίας πάνω από την αντιμετώπιση της πανδημίας, 71% όσων επέλεξαν να ψηφίσουν με κριτήριο ποιος είναι δυνατός ηγέτης και 85% εκείνων που είναι κατά του Black Lives Matters[1].

Τα προηγούμενα δείχνουν ότι ο πολιτικός διχασμός είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό και κοινωνικό και, προπάντων, πολιτισμικό υπόστρωμα – κάτι που τον καθιστά πιο βαθύ.
Η νίκη Μπάιντεν και οι δημοσκοπήσεις

Παρ' όλη την απίστευτη πόλωση όμως, η νίκη του υποψηφίου των Δημοκρατικών θεωρείται πλέον δεδομένη. Tην ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο η διαφορά είναι πάνω από 4 εκατομμύρια ψήφοι και αυξάνεται. Οι δημοσκοπήσεις αν και λοιδωρήθηκαν τις πρώτες ώρες μετά το κλείσιμο της κάλπης, τελικά έδειξαν την τάση. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το σενάριο που ζήσαμε εξαιτίας των εκατομμυρίων early votes, δηλαδή της τελικής κατανομής των εκλεκτόρων, ήταν από τα πιο πιθανά, κάτι που οι περισσότεροι αναλυτές έβλεπαν και έλεγαν τις προηγούμενες ημέρες, ασχέτως με την εκτίμηση που έκαναν για την εθνική ψήφο. Μετά όμως το κλείσιμο της κάλπης επικράτησε μια αρκετά μεγάλη σύγχυση για το που οδηγείται το αποτέλεσμα.

Τα πρώτα αποτελέσματα ήταν θετικά για τον Τραμπ και οι αναλυτές και τα επιτελεία λειτούργησαν λες και είχαν ξεχάσει ότι μόλις την προηγούμενη μέρα η YouGov[2] κατέγραφε την πρόθεση ψήφου για εκείνους που δεν είχαν ψηφίσει ακόμα στο 69% για τον Τραμπ.

Σε όσους όμως είχαν ψηφίσει – και ήταν σαφώς περισσότεροι – η ψήφος στον Μπάιντεν έφτανε το 66%. Για αυτό ακριβώς όσο προχωρούσε η ώρα, τα ποσοστά των Δημοκρατικών ανέβαιναν και οι Πολιτείες άλλαζαν σταδιακά χρώμα. Αν η καταμέτρηση των επιστολικών ψήφων γινόταν ταυτόχρονα με τις υπόλοιπες, είναι σαφές δεν θα υπήρχε αυτό το θρίλερ και το αποτέλεσμα θα ήταν καθαρό νωρίτερα. Πιθανώς, ο πανικός των πρώτων ωρών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στις μνήμες των εκλογών του 2016.

Ο Τραμπ αν και αύξησε τον αριθμό των ψήφων του σε σχέση με την προηγούμενη αναμέτρηση, καταφέρνει τελικά να χάσει. Για την ακρίβεια έχασε σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο του τον – κακό – εαυτό. Και μπορεί όπως έδειξαν τα exit poll[3], η οικονομία (35%) να ήταν τελικά ο σημαντικότερος παράγοντας επιλογής υποψηφίου για τους ψηφοφόρους, αλλά και οι φυλετικές διακρίσεις (20%), η διαχείριση της πανδημίας (17%), το σύστημα υγείας (11%) και φυσικά η θεσμική απορρύθμιση των τελευταίων ετών έπαιξαν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην τελική ήττα.
Το «σύμπτωμα Τραμπ»

Ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων είχε απέναντι του έναν μη χαρισματικό, άχρωμο και άοσμο με όρους επικοινωνίας, κεντρογενή πολιτικά, ηλικιωμένο υποψήφιο, ο οποίος ευνοήθηκε τόσο από την αλλοπρόσαλλη πολιτική στη διαχείριση της πανδημίας από τον απερχόμενο Πρόεδρο, όσο και από την ιδιότυπη προεκλογική εκστρατεία που επέβαλαν οι υγειονομικοί κανόνες. Ο Μπάιντεν πραγματοποίησε λιγότερες εμφανίσεις και μικρότερες περιοδείες, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, έχοντας μια πολύ καλή δικαιολογία. Αυτόν όμως τον υποψήφιο, ο Τραμπ δεν κατάφερε να κερδίσει στα debates που παίζουν σημαντικό ρόλο στις αμερικανικές εκλογές. Δεν κατάφερε όμως ούτε και να ορίσει εκείνος την προεκλογική ατζέντα συζήτησης.

Έτσι ο Τραμπ έγινε (όπως όλα δείχνουν) μόλις ο τρίτος εκλεγμένος Πρόεδρος των ΗΠΑ που δεν κατάφερε να επανεκλεγεί μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Φυσικά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ενώ ο Τραμπ έκανε καμπάνια με αρωγούς κυρίως την οικογένεια του, ο Μπάιντεν υποστηρίχθηκε σθεναρά από τον Ομπάμα, τον Σάντερς, την Κορτέζ, τα περισσότερα στελέχη του κόμματος του και φυσικά από ένα τεράστιο δίκτυο δημοσίων προσώπων που στελέχωσαν το κίνημα VOTE, για την συμμετοχή στις εκλογές και στήριξαν ένα μεγάλο ρεύμα καταψήφισης του Τραμπ. Αυτό που δεν έκαναν οι Δημοκρατικοί τόσο πετυχημένα όσο οι υποστηρικτές του ρεπουμπλικανικού κόμματος ήταν το door-to-door campaign. Οι Ρεπουμπλικάνοι αψήφησαν σε μεγάλο βαθμό τα μέτρα προστασίας για τον κορωναϊό με αποτέλεσμα να είναι πολύ πιο δραστήριοι στο πεδίο από τους αντιπάλους τους.

Κάτι όμως που προκύπτει αβίαστα σε αυτές τις εκλογές είναι το συμπέρασμα ότι η εκλογή του Τράμπ το 2016 δεν ήταν τελικά ένα «ατύχημα» γιατί απέναντι του είχε την αντιδημοφιλή Κλίντον. Κέρδισε γιατί εξέφρασε – και εξακολουθεί να εκφράζει σε μεγάλο βαθμό – μια φοβισμένη, ξενοφοβική και εσωστρεφή Αμερική που δεν αφομοίωσε τις μεγάλες αλλαγές της παγκοσμιοποίησης, που ονειρεύεται ένα γηγενή και αποκομμένο καπιταλισμό, που βρίσκεται σε εθνικιστικό παροξυσμό και νιώθει διαρκώς να καταδιώκεται. Μια Αμερική που βρίσκεται σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι.

Το «σύμπτωμα», ο Τραμπ έχασε τις εκλογές. Οι αιτίες παραμένουν. Μήπως το βασικό διακύβευμα αυτών των εκλογών δεν ήταν τελικά η οικονομία -όπως έδειξαν τα exit polls- αλλά η ίδια η Δημοκρατία;

* Ο Πέτρος Ιωαννίδης είναι πολιτικός αναλυτής της aboutpeople και ο Ηλίας Τσαουσάκης είναι πολιτικός επιστήμονας και σύμβουλος στρατηγικής της Cloud7

ΙΝ

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια