ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Η Ελλάδα εκσυγχρονίζει τις Ε.Δ. της και η Τουρκία ανησυχεί


Πως θα αντιδράσει ο νεοσουλτάνος Ερντογάν;

Στην ιστοσελίδα με αμυντικά θέματα meta-defense.fr δημοσιεύεται άρθρο του Fabrice Wolf, με τίτλο:«Ποια η απάντηση της Άγκυρας στο γρήγορο εκσυγχρονισμό του ελληνικού στρατού;»

Αναφέρει, μεταξύ άλλων:

Το άρθρο αναφέρεται στο αίτημα της ελληνικής πλευράς για απόκτηση 18 έως 24 αεροσκαφών F35A, από την Ουάσιγκτον σε σύντομο χρονικό διάστημα, εκ των οποίων τα πρώτα 6 θα ήταν μεταχειρισμένα αεροσκάφη με μικρό αριθμό ωρών πτήσεων, και τα οποία θα μπορούσε να παραλάβει η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία το πρώτο εξάμηνο του 2021.

Αυτή η πιθανή παραγγελία, η οποία είναι προφανώς το αποτέλεσμα εντατικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των ΗΠΑ και των ελληνικών αρχών για θέματα άμυνας, που αφορά επίσης, την απόκτηση 4 φρεγατών MMSC, προστίθεται σε αυτή των 18 αεροσκαφών Rafale που σύντομα θα επισημοποιηθεί από το ελληνικό κοινοβούλιο.

Επίσης, έχουν υπογραφεί διάφορα προγράμματα εκσυγχρονισμού σχετικά με τα μαχητικά αεροσκάφη Mirage 2000-5 και F-16 καθώς και για τις φρεγάτες Meko 200.

Προφανώς, η Αθήνα καταβάλλει μια τεράστια προσπάθεια για την εντατική και ταχεία ενίσχυση των στρατιωτικών της εξοπλισμών, ως απάντηση κυρίως στις πολλαπλές εντάσεις μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, καθώς και των στρατών τους, τους τελευταίους μήνες.

Εάν τα αιτήματα της Αθήνας γίνουν αποδεκτά από την Ουάσιγκτον, και είναι μικρή η πιθανότητα να μην γίνουν, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις θα εφοδιαστούν γρήγορα με πολύ ανώτερο εξοπλισμό σε ποιότητα, αλλά και σε ποσότητα, έναντι εκείνου από την άλλη πλευρά του Αιγαίου και του Βοσπόρου.
Στην πραγματικότητα, για πρώτη φορά σε 30 χρόνια, η Αθήνα θα μπορούσε κάλλιστα να έχει το στρατιωτικό πλεονέκτημα έναντι της Άγκυρας, ακόμα κι αν από την άποψη των επίγειων δυνάμεων, η Τουρκία εξακολουθεί να έχει ένα σημαντικό αριθμητικό πλεονέκτημα, και η λειτουργία των συστημάτων S-400 αυξάνει τις αμυντικές της δυνατότητες

Μπορεί λοιπόν να αναρωτηθεί κανείς για την απάντηση που θα μπορούσε να δώσει η Άγκυρα, και ο Πρόεδρός της, R.T Erdogan, σε μια τέτοια μεταστροφή.

Πριν από δύο χρόνια, η Τουρκία, με αμυντικό προϋπολογισμό τέσσερις φορές μεγαλύτερο από αυτόν της Ελλάδας, είχε πράγματι όλα τα χαρτιά στο χέρι για να κερδίσει το πλεονέκτημα έναντι του ευρωπαίου γείτονά της,

Αλλά μεταξύ της τουρκικής επέμβασης στη βόρεια Συρία εναντίον των Κούρδων συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών και των Ευρωπαίων, στη Λιβύη παραβιάζοντας τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και της άφιξης των S-400 , το οικοδόμημα που χτίστηκε από τον Πρόεδρο Erdogan ταλαντεύεται τους τελευταίους μήνες.

Πράγματι, η Άγκυρα είδε τους Βρετανούς, και συγκεκριμένα την Rolls-Royce να αποχωρεί από το πρόγραμμα T-FX, τους Γερμανούς να αντιτίθενται στον εκσυγχρονισμό των Leopard 2s και στη χρήση κινητήρων MTU για το Altay, τους Γάλλους να θέτουν βέτο στο πρόγραμμα των αντιαεροπορικών πυραύλων μεσαίας εμβέλειας, και τους Αμερικανούς να αποκλείουν τη χώρα από το πρόγραμμα των F-35.

Ακόμη και ο Καναδάς, απομακρυσμένος και μάλλον διακριτικός, έχει σταματήσει τις εξαγωγές των οπτικών σφαιρών και των κινητήρων του drone TB2 της Bayraktar. Όσον αφορά την Ιταλία, που έχει εμπλοκή σε αρκετά προγράμματα αμυντικής συνεργασίας με την Άγκυρα, έκανε ένα βήμα πίσω, ενώ η Ελλάδα και η Κύπρος προσπάθησαν, από την πλευρά τους, να πείσουν το Βερολίνο να αναστείλει τη βοήθειά του για το τουρκικό υποβρύχιο πρόγραμμα .

Στην πραγματικότητα, και παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες της στη Λιβύη και το Αζερμπαϊτζάν τους τελευταίους μήνες, η Τουρκία βρίσκεται πολύ απομονωμένη και η ανοικοδόμηση των στρατιωτικών της μέσων, αγαπητή στον πρόεδρό της, επιβραδύνεται αναμφίβολα και εξασθενεί.

Ωστόσο, για τον R.T Erdogan, μια τέτοια κατάσταση σίγουρα θα φαίνεται απαράδεκτη, ακόμη και επικίνδυνη, καθώς η εικόνα του στην τουρκική κοινή γνώμη συνδέεται με την εικόνα της δύναμης, που δείχνει η χώρα στη διεθνή σκηνή. Είναι επομένως πολύ πιθανό ότι δεν θα παραμείνει χωρίς να αντιδράσει στις τελευταίες ανακοινώσεις της Αθήνας. Αλλά ποιες είναι οι επιλογές της Άγκυρας σε αυτό το θέμα.

Η πρώτη και πιο προφανής λύση θα ήταν να στραφεί στη Μόσχα για άλλη μια φορά για να αντικαταστήσει τις χαμένες συνεργασίες με νέες με τη ρωσική αμυντική βιομηχανία.

Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ του Ρώσου Προέδρου Vladimir Poutine και του Τούρκου ομολόγου του είναι τώρα πολύ πιο τεταμένες από ό, τι πριν από λίγους μήνες. Εν τω μεταξύ, η κρίση της Λιβύης και της Συρίας και, κυρίως, η σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ έχει επιδεινώσει έντονα τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών και των δύο ηγετών.

Επιπλέον, ακόμη κι αν παραδεχτούμε ότι οι ρωσικές αρχές θα μπορούσαν να αποδεχθούν ευαίσθητες μεταφορές τεχνολογίας και την πώληση εξοπλισμού όπως τα μαχητικά αεροσκάφη Su-35 ή ακόμη και Su-57 στην Άγκυρα, μια τέτοια απόφαση θα προκαλούσε χωρίς καμία αμφιβολία το θυμό της Ουάσιγκτον, με τον κίνδυνο να πληγεί (η Άγκυρα) από σοβαρές οικονομικές και διπλωματικές κυρώσεις.

Η στροφή στο Πεκίνο θα είχε επίσης, τις ίδιες συνέπειες για την Τουρκία, ακόμη και αν είναι πιθανό η οικονομική υποστήριξη της Κίνας να είναι σε θέση να αντισταθμίσει πιθανές δυτικές κυρώσεις. Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα θα μπορούσε να προσπαθήσει να στραφεί σε λιγότερο ευαίσθητους εταίρους, όπως η Νότια Κορέα, με την υποστήριξη της οποίας ανέπτυξε κυρίως το άρμα μάχης Altay.
Ωστόσο, ενώ η αμυντική βιομηχανία της Νότιας Κορέας έχει σημειώσει τεράστια πρόοδο τα τελευταία χρόνια, ειδικά στον τομέα των μαχητικών αεροσκαφών, των υποβρυχίων και των τεθωρακισμένων οχημάτων, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η Σεούλ θα είναι πραγματικά έτοιμη να δει την ανάδυση ενός δυνητικού ανταγωνιστή, οι δύο χώρες έχουν παρόμοια θέση στην αμυντική αγορά σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, αξιωματούχοι της Νότιας Κορέας μπορεί να φοβούνται τα αντίποινα από την Ουάσιγκτον.

Παραμένει η τρίτη λύση, ίσως η πιο πιθανή, της επιστροφής της Άγκυρας στην Ουάσιγκτον με την ευκαιρία της αλλαγής διοίκησης. Αν και σχέσεις μεταξύ του Προέδρου Trump και του R.T Erdogan ήταν αρκετά καλές, αφού επέτρεψαν κυρίως την απόκτηση των S-400 χωρίς οικονομικές κυρώσεις για την Τουρκία, η αλλαγή διοίκησης και η άφιξη του Προέδρου Biden μπορεί να είναι η ευκαιρία για αλλαγή στάσης εκ μέρους του Προέδρου Erdogan ώστε να ξεκινήσουν εκ νέου οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Βέβαια θα είναι προφανώς απαραίτητο για τις τουρκικές αρχές να κάνουν σημαντικές παραχωρήσεις στην Ουάσιγκτον, ειδικά όσον αφορά τα ρωσικά συστήματα S400, αλλά αυτή θα ήταν αναμφίβολα η λιγότερο επικίνδυνη επιλογή, επιτρέποντας ενδεχομένως στην Άγκυρα να ενταχθεί ξανά στο πρόγραμμα των F35, και να ανανεώσει τις επαφές της με την πλειοψηφία των δυτικών εταίρων της.

Ωστόσο, μια τέτοια αλλαγή στάσης θα μπορούσε να είναι δύσκολο να εξηγηθεί στο εσωτερικό, και ιδίως έναντι της πιο ριζοσπαστικής συνιστώσας του εκλογικού σώματος του κυβερνώντος Κόμματος της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, που θα τη θεωρούσε πιθανότατα παραίτηση εκ μέρους του Προέδρου Erdogan. Επιπλέον, ακόμη και αν ο τελευταίος έχει ήδη δείξει την ικανότητά του να κάνει εκπληκτικές «κωλοτούμπες», ο Τούρκος ηγέτης έχει επίσης δείξει μεγάλη αποφασιστικότητα στο να επιτύχει τους στόχους που έχει θέσει, και οι οποίοι μπορεί να φαίνονται ασυμβίβαστοι με μια νέα υποταγή στην Ουάσιγκτον.

Φαίνεται λοιπόν ότι τόσο η Άγκυρα όσο και ο Πρόεδρός της αντιμετωπίζουν τώρα μια πιο περίπλοκη κατάσταση, χωρίς πραγματικές ευνοϊκές επιλογές. Δυστυχώς, αυτές οι περιπτώσεις, και επιπροσθέτως τέτοιες προσωπικότητες σαν τον Erdogan ευνοούν κυρίως την εμφάνιση κρίσεων, τουλάχιστον προσωρινά, σαν μια αποδεκτή διέξοδο, από πολιτικούς ηγέτες που αναζητούν λαϊκή υποστήριξη.

Ένα πράγμα είναι σίγουρο, είναι πολύ απίθανο οι τουρκικές αρχές να παραμείνουν χωρίς να αντιδράσουν, ενώ η Αθήνα παραγγέλνει αμυντικό εξοπλισμό που μπορεί να της δώσει ένα αποφασιστικό στρατιωτικό πλεονέκτημα σε περίπτωση σύγκρουσης. Τη φύση αυτής της αντίδρασης, θα μας την αποκαλύψει το μέλλον.

Ιστοσελίδα meta-defense.fr, άρθρο του Fabrice Wolf
HellasJournal

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια