ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Η επέκταση χωρικών υδάτων ως στρατηγική επιλογή

Κωνσταντίνος Γκίνης


Του Κωνστανίνου Γκίνη Στρατηγού ε.α. – Επιτίμου Α/ΓΕΣ

Η ανακοίνωση από τον Πρωθυπουργό στη Βουλή, την 26 Αυγούστου 2020, στο πλαίσιο της συζητήσεως για τη κύρωση των συμφωνιών οριοθετήσεως της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ Ελλάδος - Ιταλίας και Ελλάδος – Αιγύπτου, ότι η Ελλάδα θα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα προς Δυσμάς από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου πελάγους μέχρι το ακρωτήριο Ταίναρο, όπως επίσης και ότι επιφυλάσσεται να ασκήσει μελλοντικά το ίδιο δικαίωμα και σε άλλες θαλάσσιες περιοχές, με σεβασμό στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θαλάσσης (ΣΔΘ), δεν αποτελεί ένα απλό διαδικαστικό ζήτημα αλλά συνιστά μια στρατηγική επιλογή της Ελλάδος.
Κατ’ αρχάς, ενασκείται ένα αναμφισβήτητο κυριαρχικό δικαίωμα της χώρας (Αρ. 3, ΣΔΘ) το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τις τρέχουσες συζητήσεις για διμερείς διαπραγματεύσεις και παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης της οριοθετήσεως των θαλασσίων ζωνών (υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ) με την Τουρκία. Η κυριαρχία της Ελλάδος επεκτείνεται πλέον πέραν της ηπειρωτικής της επικράτειας και των εσωτερικών υδάτων της, στην παρακείμενη θαλάσσια ζώνη των χωρικών υδάτων από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια (Αρ. 3 ΣΔΘ).

Επίσης η κυριαρχία αυτή επεκτείνεται στο βυθό και στο υπέδαφος της χωρικής θαλάσσης καθώς επίσης και στον εναέριο χώρο άνωθεν αυτής (Αρ. 2 παρ. 2 ΣΔΘ). Το τελευταίο δημιουργεί αυτομάτως την υποχρέωση της εναρμονίσεως του ελληνικού εθνικού εναερίου χώρου (10 ν.μ. - ΦΕΚ Α΄ 325/1931), στη συγκεκριμένη περιοχή, με το νέο εύρος των χωρικών υδάτων (12 ν.μ) .

Παρότι εκ πρώτης όψεως το ζήτημα φαίνεται απλό και ήδη χάρτες εμφανίσθηκαν με την σχετική απεικόνιση, ο τρόπος τον οποίο θα επιλέξει η Χώρα για την επέκταση των χωρικών της υδάτων είναι κομβικός. Υπάρχουν δύο τρόποι. Ο πρώτος, είναι η προέκταση των χωρικών υδάτων επιπλέον 6 ν.μ από την υπάρχουσα οριοθέτηση του 1936 (6 ν.μ. από τη φυσική ακτογραμμή του ηπειρωτικού χώρου και των νήσων- ΦΕΚ Α΄450/1936), ενώ ο δεύτερος είναι η επαναχάραξη των χωρικών υδάτων με βάση τις προβλέψεις της ΣΔΘ. Ο πρώτος τρόπος είναι ο απλούστερος, ενώ ο δεύτερος διευρύνει τη θαλάσσια περιοχή της ελληνικής κυριαρχίας και σηματοδοτεί μελλοντικά σημαντικές επιλογές για την Ελλάδα.



Η ΣΔΘ παρέχει τη δυνατότητα όταν η ακτογραμμή παρουσιάζει βαθιές κολπώσεις και οδοντώσεις ή όταν κατά μήκος της και σε άμεση γειτνίαση με αυτή υπάρχει συστάδα νήσων, να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος των ευθειών γραμμών, που συνδέουν κατάλληλα σημεία, ώστε να χρησιμοποιηθούν για τη χάραξη γραμμής βάσεως από την οποία μετριέται το εύρος της χωρικής θαλάσσης (Αρ. 7, παρ. 1 ΣΔΘ).

Η χάραξη των ευθειών γραμμών βάσεως πρέπει να ακολουθεί τη γενική κατεύθυνση της ακτής, ενώ οι θαλάσσιες περιοχές που κείνται εντός των γραμμών βάσεως μπορούν για να υπαχθούν στο καθεστώς των εσωτερικών υδάτων (Αρ. 7 παρ.3 ΣΔΘ). Στην προσδιορισθείσα από την Κυβέρνηση περιοχή για επέκταση των χωρικών υδάτων υπάρχουν και κόλποι αλλά και τα συστάδα νήσων (Επτάνησα) κατά μήκος της ηπειρωτικής ακτογραμμής και σε άμεση γειτνίαση με αυτή. Ως εκ τούτου υπάρχουν προϋποθέσεις για την χάραξη γραμμών βάσεως, αλλά και εντάξεως θαλασσίων περιοχών στα εσωτερικά ύδατα.

Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να χαράξει γραμμές βάσεως με τρείς τρόπους. Πρώτος, να «κλείσει» τους κόλπους (Αμβρακικός, Πατραϊκός, Μεσσηνιακός). Δεύτερος, να συνδέσει τα δυτικότερα σημεία στη γενική γραμμή των Επτανήσων ( Οθωνοί, Κέρκυρα, Παξοί, Λευκάδα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Στροφάδες, Σχίζα, Σαπιέντζα και εκείθεν στο ακρωτήριο Ταίναρο). Τρίτος, ο συνδυασμός των δύο μεθόδων, δηλαδή ευθείες γραμμές βάσεως από τους Οθωνούς μέχρι τη Σαπιέντζα και «κλείσιμο» του Μεσσηνιακού κόλπου.

Ο πρώτος τρόπος βελτιώνει την παρούσα κατάσταση, όμως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μείζονα αλλαγή. Με το δεύτερο τρόπο, εφόσον υιοθετηθεί, διευρύνεται η ελληνική κυριαρχία καθώς τμήματα των «πρώην χωρικών υδάτων» μετατρέπονται σε εσωτερικά ύδατα. Όμως, το σημαντικότερο είναι ότι συνιστά ρηξικέλευθη αλλαγή της φιλοσοφίας με την οποία βλέπει η Ελλάδα το νησιωτικό της χώρο καθώς με αυτόν εισέρχεται δυναμικά στην αντίληψη του μεικτού αρχιπελαγικού κράτους (κράτος αποτελούμενο από ηπειρωτικό χώρο και ένα ή περισσότερα αρχιπελάγη).

Μια αντίληψη την οποία η ελληνική αντιπροσωπεία που διαπραγματεύθηκε τη ΣΔΘ, την είχε προβάλει δεόντως και διεκδικήσει, πλην όμως δεν έτυχε της αποδοχής της παγκόσμιας κοινότητος για πολιτικούς λόγους, με αποτέλεσμα Ελλάδα με τον ηπειρωτικό κορμό της και τον τεράστιο, ενιαίο και συμπαγή νησιωτικό της χώρο να μην χαρακτηρίζεται αρχιπελαγικό κράτος, και ως εκ τούτου να μην απολαμβάνει τα σχετικά πλεονεκτήματα της ΣΔΘ (Αρ.46-54 ΣΔΘ). Ο τρίτος τρόπος είναι σαφώς καλύτερος του πρώτου, όμως στο τελικό του τμήμα (κλείσιμο Μεσσηνιακού κόλπου) αποδυναμώνει την αντίληψη του μεικτού αρχιπελαγικού κράτους.

Η επιλογή ως σημείου τερματισμού, της παρούσης φάσεως της επεκτάσεως των χωρικών υδάτων, του ακρωτήριου Ταινάρου είναι κομβική. Εφόσον η Ελλάδα, υιοθετήσει την αντίληψη του μεικτού αρχιπελαγικού κράτους συνολικά, τότε ανοίγεται η δυνατότητα χαράξεως γραμμών βάσεως προς Κήθυρα, Αντικύθηρα, Κρήτη, Γαύδο, συγκρότημα της Μεγίστης (υπό προϋποθέσεις) και εκείθεν προς βορρά Δωδεκάνησα, νήσοι Αν. και Β. Αιγαίου, Σαμοθράκη, εκβολές Έβρου ποταμού.

Όπως γίνεται αντιληπτό η χάραξη αυτή ενσωματώνει και ομογενοποιεί τον ελληνικό θαλάσσιο με τον ηπειρωτικό χώρο και δημιουργεί ένα τεράστιο χώρο εσωτερικών υδάτων. Φυσικά αυτό επιβάλει την ανάγκη σχεδιασμού και οριοθετήσεως θαλασσίων διαδρόμων και αεροδιαδρόμων, ώστε να μην παρεμποδίζεται η διεθνής ναυσιπλοΐα και η εναέρια κυκλοφορία, κάτι το οποίο είναι μεν χρονοβόρο πλην όμως απολύτως εφικτό.



Σαφώς όμως αυτό συνιστά μια μείζονα γεωπολιτική και γεωστρατηγική αλλαγή η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή και ανακατανομή της ισχύος στην περιοχή. Αβίαστα προκύπτει ότι αυτή η αλλαγή θα πυροδοτήσει έντονες διεθνείς ενστάσεις και αντιδράσεις, τις οποίες η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει. Πέραν αυτού του σεναρίου υπάρχει η δυνατότητα η Ελλάδα να κινηθεί συντηρητικότερα, με περιορισμένη χρησιμοποίηση της αντιλήψεως του μεικτού αρχιπελαγικού κράτους ή εντελώς συμβατικά με το απλό κλείσιμο των κόλπων και ενσωμάτωση των παρακείμενων στην ακτογραμμή νήσων. Είναι περιττό να λεχθεί ότι η συνολική εφαρμογή της αντιλήψεως του μεικτού αρχιπελαγικού κράτους διασφαλίζει, πέραν πάσης αμφιβολίας, πλήρως τα εθνικά συμφέροντα σε όλο το πλάτος και το βάθος του ελληνικού χώρου και προσδίδει νέες διαστάσεις στη γεωπολιτική ισχύ της Ελλάδος.

Υπό το φως των ανωτέρω η απόφαση της Κυβερνήσεως και ο τρόπος που θα επιλέξει για την αύξηση των χωρικών υδάτων στην περιοχή του Ιουνίου πελάγους συνιστά μια σοβαρή στρατηγική επιλογή. Η αύξηση αυτή θα γίνει σε «καθαρό» περιβάλλον. Όμως ο τρόπος χαράξεως των γραμμών βάσεως θα σηματοδοτήσει και θα διαμορφώσει ένα πλαίσιο το οποίο δύναται να αξιοποιήσει μελλοντικά η Ελλάδα στον ανταγωνιστικό χώρο του Αιγαίου και της Αν. Μεσογείου.

Στο χώρο αυτό η απόφαση για την αύξηση των χωρικών υδάτων δεν αποτελεί απλά ένα νομικό και τεχνικό ζήτημα αλλά μια καθαρά γεωπολιτική και γεωστρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα. Αναντίρρητα, η απόφαση αυτή θα προκαλέσει μια σύγκρουση ισχύος, στην οποία η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη και πρόθυμη να συμμετάσχει, ενώ κυρίαρχοι θα είναι οι πολιτικοί και στρατηγικοί παράγοντες.

Η Τουρκία αντιλαμβανόμενη τις δυνατότητες της Ελλάδος και τα πλεονεκτήματα τα οποία της παρέχει η ΣΔΘ, έχει αναλάβει την πρωτοβουλία και έχει πυροδοτήσει τη σύγκρουση αυτή, την τρέχουσα χρονική περίοδο, με στόχο τον γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό περιορισμό ακόμη και υποταγή της Ελλάδος. Η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει σθεναρά την τουρκική επίθεση χρησιμοποιώντας, αν καταστεί αναγκαίο, ακόμη και το χαρτί των χωρικών υδάτων, προκειμένου να διατηρήσει την ελευθερία ενεργείας της αλλά και τον κομβικό στρατηγικό της ρόλο στην περιοχή των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και της Αν. Μεσογείου.

Συνοψίζοντας, είναι απαραίτητο να ληφθούν εγκαίρως αποφάσεις και να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες επεκτάσεως των χωρικών υδάτων στο χώρο του Αιγαίου και αν απαιτηθεί να ενταχθούν ως μια στρατηγική επιλογή στην ευρύτερη στρατηγική αντιμετωπίσεως του νεο-οθωμανικού ιμπεριαλισμού, αλλά και υποστηρίξεως της ελληνικής γεωπολιτικής θέσεως στην περιοχή.

Ο Κωνστανίνος Γκίνης είναι Στρατηγός ε.α. – Επίτιμος Α/ΓΕΣ

*Αναδημοσίευση κατόπιν αδείας από το Περιοδικό «Ιππικό Τεθωρακισμένα»

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια