ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Ελληνοτουρκικός διάλογος; Ναι, με το "ελληνικό δαιμόνιο"


Διάλογος, το "Παράδειγμα της Πηνελόπης" και το επόμενο βήμα στα ελληνοτουρκικά

Του Σπύρου Ν. Λίτσα

"…Οι δε γάμον σπεύδουσιν, εγώ δε δόλους τολυπεύω"
Οδύσσεια, Τ: 137

Είναι ο διάλογος συνταγή επίλυσης των διαφορών; Μια εύκολη και γρήγορη απάντηση είναι: ασφαλώς, ναι! Ας ξεφύγουμε όμως της συμβατικής ανάλυσης και ας μπούμε στην ουσία της διεθνοπολιτικής αναζήτησης, στον πυρήνα των διακρατικών ζυμώσεων εκεί που δεν υφίσταται ο "από μηχανής Θεός" και το κυρίαρχο νόμισμα είναι αυτό της ισχύος και στις 3 μορφές αυτής, σκληρή, ήπια και οξεία. Στον πυρήνα λοιπόν της διεθνοπολιτικής διεργασίας ο διάλογος είναι ένα χρήσιμο εργαλείο με διαφορετικές όμως χρηστικές ιδιότητες.
Μια πρώτη είναι η εξεύρεση λύσεων εμπρός σε αδιέξοδα. Για να πετύχει ο διάλογος τους συγκεκριμένους σκοπούς τότε είναι απαραίτητη η κοινή βούληση για επίλυση των διαφορών και από τα δύο μέρη, αλλά και η δυνατότητα των μερών να παύσουν την όλη διαδικασία στην περίπτωση αυτή που κατά το μάλλον ή ήττον δεν εξυπηρετούνται τα εθνικά συμφέροντα. Η έξοδος διαφυγής είναι απαραίτητη προϋπόθεση για κάποιον που επιθυμεί να κάτσει στο τραπέζι του διαλόγου, αλλά όχι δεδομένη. Άπαξ και ο διάλογος ξεκινήσει τότε απαιτείται η μέγιστη διπλωματική ευελιξία αλλά και τα απαραίτητα αποθέματα ισχύος ώστε να σηκωθεί κάποιος από το τραπέζι. Στην περίπτωση αυτή το ‘blame game’ θα αποβεί εις βάρος του αν δεν έχει έτοιμο αφήγημα εκλογίκευσης της στάσης του.

Μια δεύτερη χρηστική ιδιότητα του διαλόγου είναι να κερδίσει κάποιος πολύτιμο χρόνο. Στην περίπτωση αυτή ο διάλογος εξελίσσεται ακολουθώντας το "Παράδειγμα της Πηνελόπης". Η πλευρά που θέλει να κερδίσει χρόνο υφαίνει το "σάβανο του Λαέρτη" σε κοινή θέα και όταν βρίσκει την ευκαιρία το ξηλώνει. Με τον τρόπο αυτό δεν θα κατηγορηθεί ότι αρνείται να καθίσει στο τραπέζι του διαλόγου, ενώ ταυτόχρονα δεν θα μπει σε διαδικασία απεμπόλησης κυριαρχικών δικαιωμάτων εν τη ροή της επιδερμικής συνεννόησης. Για να έχει το "Παράδειγμα της Πηνελόπης" επιτυχημένη εφαρμογή χρειάζεται μεγάλη διπλωματική ευελιξία, ανεπτυγμένη οξεία ισχύς που θα λειτουργήσει ως το βασικό εργαλείο για να ξηλώνεται το σάβανο δίχως να αφήνονται ίχνη, ενώ ταυτόχρονα χρειάζονται και σημαντικά αποθέματα ισχύος που θα λειτουργήσουν ως μέσο απορρόφησης των κραδασμών αν το "Παράδειγμα αποκαλυφθεί".

Μια τρίτη ιδιότητα της διαδικασίας του διαλόγου εμφανίζεται μέσα από τη στόχευση να κερδηθούν οι εντυπώσεις. Η μια ή και οι δυο πλευρές που προσέρχονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ως μοναδική στόχευσης έχουν όχι την επιτυχή έκβαση των συνομιλιών αλλά τη βελτίωση της δημόσιας εικόνας του ηγέτη, ή του κράτους που για διαφόρους λόγους έχουν πληγεί σε μεγάλο βαθμό. Στην περίπτωση αυτή το πολιτικό παίγνιο φεύγει από τη σφαίρα της διπλωματίας και εισέρχεται σε αυτή της προβολής από σημαντικούς διαμορφωτές της διεθνούς κοινής γνώμης. Προκύπτει ως αυτονόητο ότι σε μια τέτοια περίπτωση το κράτος θα πρέπει να διαθέτει είτε σημαντικούς και με διεθνή ακτινοβολία διαμορφωτές της κοινής γνώμης ή να έχει έντονη δημόσια διπλωματία ώστε να μπορεί να "περάσει" τις θέσεις του σε διεθνή δημοσιογραφικά μέσα αναγνωρισμένης αξίας και εμβέλειας. Σε διαφορετική περίπτωση η συμμετοχή σε μια τέτοια διαδικασία διαλόγου μπορεί να αποβεί εξαιρετικά αρνητική για τα εθνικά συμφέροντα του κράτους που δεν έχει προνοήσει για μια τέτοια προοπτική.

Εδώ και μήνες υφίσταται, ας μη το κρύβουμε, συντονισμένη προσπάθεια από συγκεκριμένους διαμορφωτές της κοινής γνώμης στην Ελλάδα να εμφανιστεί ο διάλογος με την Τουρκία ως η μοναδική προοπτική που έχουμε ώστε να διατηρηθεί η ειρήνη και το status quo στο Αιγαίο. Δεν είναι μια καινούργια άποψη αυτή. Έχει σταθερή παρουσία στο δημόσιο διάλογο ακόμη από την εποχή των πρώτων δεκαετιών του Ψυχρού Πολέμου. Οι διαμορφωτές της θέσης αυτής βρίσκονται σε περίοπτη θέση σε κάθε κυβερνητικό σχήμα είτε αυτό ανήκει στην Κεντροδεξιά, στην Κεντροαριστερά ή στη ριζοσπαστική Αριστερά και ουσιαστικά προάγουν το ιδεολόγημα του Κατευνασμού ως τη μόνη ρεαλιστική προοπτική για την πατρίδα μας. Προφανώς, τις ώρες της παράδοσης για την Υψηλή Στρατηγική Βρετανίας και Γαλλίας στη δεύτερη φάση του Μεσοπολέμου έλειπαν από το αμφιθέατρο.

Απέναντι σε αυτή την τάση υφίσταται η αντιδιαμετρικώς αντίθετη προσέγγιση, αυτή της καθολικής άρνησης. Είναι η προσέγγιση που επιτρέπει στο θυμικό να καταλαμβάνει το χώρο της λογικής, τρέφεται με ιστορικούς μύθους ενός τεχνητού μεγαλείου και συνηθίζει να βλέπει την εξωτερική πολιτική της χώρας ως μια αέναη κυκλική διαδικασία που επιτρέπει το εξουθενωτικό αναμάσημα ιστορικών δεδομένων για να ερμηνευτεί το πολύπλοκο και πυκνό παρόν. Η προσέγγιση αυτή είναι εξίσου παλαιά με την πρώτη. Οδηγεί τη χώρα στη μεγάλη καταστροφή του 1897 μέσα από τον λαϊκίστικό υπεραπλουστευτισμό ενός εμφατικού συνδρόμου Μεγαλείου και από τότε κάνει έντονη την παρουσία της σε διάφορα κυβερνητικά και πολιτικά σχήματα παντός ιδεολογήματος και εκλογικής δυναμικής.

Απέναντι σε αυτό το ενοχλητικά αδιέξοδο μανιχαϊσμό που κατατρέχει την Ελληνική εξωτερική πολιτική σε επίπεδο σκέψης αλλά και εφαρμογής οφείλει να υπάρξει ένας λελογισμένος και διμέτωπος αντίλογος. Το Αριστοτελικό μέσο έχει και εδώ σημείο εφαρμογής. Ο διάλογος είναι επιβεβλημένος ως μέθοδος και ως κατεύθυνση για μια αστική φιλελεύθερη δημοκρατία όπως η Ελλάδα. Από εκεί και πέρα όμως είναι λάθος να αποφασίζεται μέσα από το πρίσμα της μονοθεματικής προσέγγισης του κατευνασμού και να προκύπτει ως κανονιστικό απότοκο της διπλωματίας των Κανονιοφόρων. Δεν ενισχύεται το ηθικό των Ενόπλων Δυνάμεων που για τόσους μήνες προάσπισε τα εθνικά συμφέροντα με επιτυχία όταν η Ελλάδα οδηγείται στο τραπέζι του διαλόγου με την Τουρκία, ενώ η Άγκυρα συνεχίζει να απειλεί και να στοχοποιεί, έστω και μέσα από τον αδιέξοδο βερμπαλισμό της, εθνικό χώρο των Ελλήνων. Από την άλλη, το να θεωρεί κάποιος ότι η Ελλάδα μπορεί να απαντήσει στον αναθεωρητισμό της Τουρκίας με μια ανάλογη συνταγή δείχνει ότι προφανώς και δεν αντιλαμβάνεται με όρους νηφαλιότητας τους υλικούς και αύλους συντελεστές ισχύος που διαμορφώνουν το οντολογικό γίγνεσθαι του Ελληνικού κράτους το 2020.

Όλα δείχνουν ότι ένας νέος κύκλος διερευνητικών συνομιλιών ξεκινά μεταξύ Ελλάδα και Τουρκίας. Ας το πράξουμε όσο πιο πολυμήχανα γίνεται, ενώ ταυτόχρονα ας επικεντρωθούμε σε μια διαδικασία ουσιαστικής ποιοτικής ενδυνάμωσης όλων των ζωτικών πτυχών του κράτους και της κοινωνίας μας. Εδώ χρειάζονται αποφασιστικές κινήσεις και για τα τρία επίπεδα της ισχύος της Ελλάδας του 21ου αιώνα. Οι αντοχές της Τουρκίας ώστε να συνεχίσει την απερισκεψία του αναθεωρητισμού έχουν ξεπεράσει το σημείο θραύσεως της. Επαναλαμβάνω και από αυτό εδώ το μέσο, όπως κάνω όλους αυτούς τους μήνες σε όλες τις δημόσιες τοποθετήσεις μου, πως ο χρόνος είναι υπέρ μας. Αρκεί να εισέλθουμε σε φάση δομικής ενδυνάμωσης και να μη προσφέρουμε "εύκολες νίκες" σε επίπεδο δημόσιας εικόνας στην άλλη πλευρά, όπως για παράδειγμα μια φωτογραφία του Κυριάκου Κ. Μητσοτάκη και του Recep Tayyip Erdoğan στο τραπέζι των συνομιλιών, με μενού τις τουρκικές αμφισβητήσεις έναντι των ημετέρων δεδομένων ή μια καταφυγή στη Χάγη για να καταφύγουμε σε διαιτησία επί των ήδη διευθετημένων από διεθνείς συνθήκες και συμβάσεις.

* Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο US Foreign Policy in the Eastern Mediterranean: Power Politics and Ideology Under the Sun κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Springer.
Capital


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια