ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Ο πόλεμος των NAVTEX και το ναυάγιο μιας προαναγγελθείσας μεσολάβησης


Η επίσκεψη του γερμανού υπουργού Εξωτερικών στις δύο πρωτεύουσες δεν φαίνεται ικανή να συμβάλει στην αποκλιμάκωση. Η διγλωσσία της Άγκυρας αποδεικνύεται από την αλυσίδα των τακτικισμών το τελευταίο 48ωρο. Ο πόλεμος των NAVTEX δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για την γερμανική πρωτοβουλία, η οποία φαίνεται καταδικασμένη σε πενιχρά αποτελέσματα, σημειώνει στο liberal.gr ο επίκουρος καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου του ΑΠΘ, Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης.

Και όσο η Γερμανία θα περιορίζεται στην εκδήλωση λύπης για τις τουρκικές προκλήσεις, τόσο θα απομακρύνεται το ενδεχόμενο των κυρώσεων, και θα ενθαρρύνεται ο τουρκικός αναθεωρητισμός, με μια ρεβάνς για το περιστατικό της επακούμβησης, είτε με ένα άλλο, ακόμη πιο σοβαρό επεισόδιο.

Επισημαίνει ότι η πιθανότητα μεταφοράς της έντασης νότια της Κρήτης είναι ένα πραγματικό και καθόλου μακρινό σενάριο, το οποίο εφόσον επαληθευτεί, τότε θα αντιμετωπίσουμε επιχειρησιακές προκλήσεις παρόμοιες με την κατάσταση νότια του συμπλέγματος της Μεγίστης. “Κάποιοι παρ' όλα στην ΕΕ επιμένουν να βλέπουν το ποτήρι μισοάδειο και κάποιοι μισογεμάτο ανάλογα με τα επιμέρους συμφέροντά τους”, τονίζει χαρακτηριστικά.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

Τι δείχνει η στάση της Τουρκίας το τελευταίο 48ωρο, η οποία συντηρεί το σκηνικό έντασης, αφενός με την ρητορική Ερντογάν, αφετέρου με την έκδοση και νέας NAVTEX για ασκήσεις νότια της Κρήτης, σε συνέχεια της επέκτασης εκείνης που αφορά τις έρευνες του Oruc Reis;


Η επέκταση της αγγελίας προς ναυτιλλομένους (NAVTEX) αναφορικά με τις έρευνες του Oruc Reis αποτελεί φυσιολογική εξέλιξη μετά την ανακοίνωση της προηγούμενης Παρασκευής για το κοίτασμα του φυσικού αερίου στον Εύξεινο Πόντο.

Το καθεστώς Ερντογάν απευθύνεται στο ακροατήριό του στο εσωτερικό της Τουρκίας αλλά και σε διεθνές επίπεδο, και επιχειρεί να πείσει για τις επιτυχίες του εκμεταλλευόμενο κάθε «πολύτιμη σταγόνα», κατά δήλωση του τούρκου Υπουργού Άμυνας, της αποκαλούμενης «Γαλάζιας Πατρίδας». Το μόνο κόστος αυτής της ενέργειας, όπως φαίνεται, είναι η λύπη του γερμανικού ΥΠΕΞ για ένα «βήμα στη λάθος κατεύθυνση» παραμονές της γερμανικής μεσολαβητικής πρωτοβουλίας.

Η νεότερη NAVTEX που εξέδωσε η Τουρκία για ασκήσεις νότια της Κρήτης, αποτελεί ακόμη μια αλυσίδα στους τακτικισμούς της, προκειμένου να πετύχει πολλαπλά διπλωματικά κέρδη. Αφενός, θεωρεί ότι με αυτό τον τρόπο απαντά στην αντίστοιχη αεροναυτική άσκηση της Ελλάδας, και επιχειρεί να δείξει πως η Αθήνα είναι εκείνη που προκαλεί, ενόψει της γερμανικής πρωτοβουλίας, και αφετέρου καλύπτει έναν χώρο δικαιοδοσίας που διεκδικεί με το παράνομο και ανυπόστατο τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Άγκυρα δείχνει την αποφασιστικότητά της γύρω από τα υποτιθέμενα κεκτημένα της χάρη στο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Παράλληλα, αυτοσυστήνεται ως η περιφερειακή δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου που τηρεί τις δεσμεύσεις της και συμβάλλει στην σταθερότητα και την ενεργειακή ασφάλεια, και προδιαθέτει για τον τρόπο με τον οποίο επιθυμεί να κινηθεί αναφορικά με την επανέναρξη του διαλόγου με την Ελλάδα. Δηλαδή τις πάγιες θέσεις της για τη μη απόδοση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στα ελληνικά νησιά, όπως αυτές εκφράζονται με το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Τέλος, η τουρκική NAVTEX κλιμακώνει κατακόρυφα την ένταση σε επιχειρησιακό επίπεδο, καθώς αφορά σε θαλάσσια περιοχή που εκτός των παραπάνω, καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από την ελληνική NAVTEX που εκδόθηκε για τη διεξαγωγή αεροναυτικών ασκήσεων.

Με άλλα λόγια, το ανθρώπινο λάθος εκεί που υπάρχει υπερσυγκέντρωση στρατιωτικών μονάδων δεν απέχει πολύ από την υπολογισμένη πρόκληση και την προβοκάτσια, ειδικά εφόσον έχει προηγηθεί το περιστατικό της επακούμβησης μεταξύ των δύο φρεγατών. Όπως γίνεται αντιληπτό, η Άγκυρα παίζει με τον θερμοστάτη, είτε επιζητά τη ρεβάνς για το περιστατικό της επακούμβησης είτε επιθυμεί ένα σοβαρό επεισόδιο που θα σύρει την Ελλάδα σε διαμεσολάβηση με πρόθυμους τρίτους που δείχνουν ανοχή απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό.

Τι να περιμένουμε επομένως ενόψει της σημερινής επίσκεψης σε Αθήνα και Άγκυρα του γερμανού υπ. Εξωτερικών Χ.Μάας; Τι θα συμβεί αν η γερμανική μεσολάβηση δεν φέρει άμεσα αποτελέσματα για επανέναρξη του διαλόγου;

Η επίσκεψη του γερμανού υπουργού Εξωτερικών στις δύο πρωτεύουσες δεν φαίνεται ικανή να συμβάλει στην αποκλιμάκωση, καθώς η διγλωσσία της Άγκυρας πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Το καθεστώς Ερντογάν θα δηλώσει ακόμη μια φορά την προσήλωσή του στην ειρήνη και την σταθερότητα στην περιοχή και την ίδια στιγμή θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να επιρρίψει τις ευθύνες για την ένταση στην Ελλάδα, ακόμη κι αν αυτό απαιτεί ένα χονδροειδές blame game που μάλλον ενοχλεί παρά πείθει.

Επειδή, λοιπόν, η Άγκυρα ενεργεί και προβαίνει σε δηλώσεις ανάλογα με τον συνομιλητή της, η Αθήνα δεν πρέπει να αφήσει στον γερμανό υπουργό Εξωτερικών καμιά αμφιβολία για τις κόκκινες γραμμές της και για το περιεχόμενο των ενδεχόμενων διερευνητικών επαφών. Δεν συζητάμε για τα πάντα, γιατί δεν αποτελούν τα πάντα, όσα δηλαδή εγείρει μαξιμαλιστικά η Άγκυρα, ελληνοτουρκικές διαφορές.

Και επειδή η απόσταση ανάμεσα στον διάλογο και τις διερευνητικές επαφές ως την έναρξη διαπραγματεύσεων μπορεί να διανυθεί σε σύντομο πολιτικό χρόνο, δεν πρέπει να επιτρέψουμε τη δημιουργία ασαφειών, ιδιαίτερα δημιουργικών, που θα μπορούσαν να επεκτείνουν μια ενδεχόμενη ατζέντα διαπραγματεύσεων πέρα από το ζήτημα της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα έχουμε ανοίξει διάπλατα την πόρτα για τη διεύρυνση των διαφορών μας με την Τουρκία, και συνεπώς θα έχουμε αποδεχθεί αυτόματα τη νομική υποχρέωση να τις επιλύσουμε.
Συνεπώς, η γερμανική πρωτοβουλία φαίνεται πως είναι εξαρχής καταδικασμένη σε πενιχρά αποτελέσματα σε σχέση με την επίλυση της ελληνοτουρκικής διαφοράς για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών δικαιοδοσίας.

Αυτό συμβαίνει, κυρίως διότι το καθεστώς Ερντογάν έχει φθάσει σε ένα σημείο απ’ όπου δεν υπάρχει γυρισμός, καθώς δεν θα μπορούσε να μεταπείσει το εσωτερικό του ακροατήριο για οποιαδήποτε έκπτωση σε σχέση με τις πομπώδεις διακηρύξεις του. Ούτε φυσικά θα μπορούσε να φανεί κατώτερο του οράματος που καλλιεργεί αναφορικά με το γόητρο και την ισχύ της νεο-οθωμανικής αυτοκρατορίας που επιχειρεί να επανιδρύσει σε διεθνές επίπεδο.

Το καλύτερο που θα μπορούσε να επιτύχει η γερμανική πρωτοβουλία, θα ήταν η υπόσχεση της Τουρκίας να μην επανέλθει για έρευνες σε περιοχές που η Ελλάδα ασκεί δικαιοδοσία ή έχει νόμιμα αποκλειστικά δικαιώματα, τουλάχιστον μέχρι την Άνοιξη, οπότε ο καιρός θα επιτρέπει την επανέναρξη των σεισμολογικών ερευνών, χωρίς τη Γερμανία στην προεδρία της ΕΕ.

Στο μεσοδιάστημα, η επανέναρξη των διερευνητικών επαφών θα πρόσφερε τα προσχήματα και στην Αθήνα και στην Άγκυρα προκειμένου να διατηρήσουν χαμηλούς τόνους. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η Ελλάδα θα πρέπει να αναστείλει οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή προσπάθεια αφορά στην προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Συνεπώς, δεν μπορεί να ανασταλεί η πρόοδος που συντελείται στην Ανατολική Μεσόγειο σχετικά με τον αγωγό EastMed, ούτε και θα πρέπει να σταματήσουμε τις διπλωματικές επαφές για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με τις όμορες χώρες. Η Άγκυρα πολύ εύκολα μπορεί να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά της και να βρεθούμε εκ νέου αντιμέτωποι με ξαφνική κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή.

Τo ρωτώ γιατί υπάρχει και το σενάριο η επόμενη τουρκική κίνηση να αφορά προσπάθεια ερευνών σε περιοχές του τουρκολιβυκού μνημονίου, στα νότια ή τα ανατολικά της Κρήτης…

Η πιθανότητα μεταφοράς της έντασης νότια της Κρήτης είναι ένα πραγματικό και καθόλου μακρινό σενάριο. Σε αυτή την περίπτωση, οι επιχειρησιακές προκλήσεις τις οποίες θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε δεν διαφέρουν καθόλου με την κατάσταση νότια του συμπλέγματος της Μεγίστης. Υπό αυτή την έννοια, η Τουρκία διαθέτει το πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης, καθώς χρησιμοποιεί την εξαναγκαστική διπλωματία των ερευνητικών και γεωτρητικών σκαφών της.

Με αυτό τον τρόπο, προκαλεί σε ένα διπλό επίπεδο. Πρώτον, η διεξαγωγή σεισμολογικών ερευνών παραβιάζει το αποκλειστικό κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας, η οποία καλείται να αντιδράσει τόσο μέσω του ΥΠΕΞ όσο και επιχειρησιακά. Και δεύτερον, η επιχειρησιακή αντίδραση είναι ιδιαίτερα σύνθετο ζήτημα, καθώς τα ερευνητικά σκάφη της Τουρκίας συνοδεύονται πάντα από έναν στολίσκο πολεμικών πλοίων.

Με άλλα λόγια, οποιαδήποτε επιχειρησιακή αντίδραση ενέχει τον πραγματικό κίνδυνο της εμπλοκής, άρα του επεισοδίου και ενδεχομένως της περαιτέρω κλιμάκωσης. Επειδή, λοιπόν, κάθε μορφή κρίσης που κλιμακώνεται με εμπλοκή στρατιωτικών μονάδων παράγει τετελεσμένα και οδηγεί σε πρωτοβουλίες τρίτων χωρών για αποκλιμάκωση και συνεπάγεται γκριζάρισμα και διαμορφώνει συνθήκες για τη δημιουργία διαφοράς, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι τόσο σε επίπεδο αποτροπής όσο και σε επίπεδο εξαναγκασμού, ώστε να μην επαναληφθεί το προηγούμενο των Ιμίων.

Τι πρέπει να κάνει σε διπλωματικό επίπεδο η Ελλάδα αν η στήριξη από την Ευρώπη συνεχίσει να είναι χλιαρή και δεν δούμε κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας;


Οι διμερείς σχέσεις των κρατών-μελών της ΕΕ με τρίτα κράτη, και τα διαφορετικά και πολλές φορές μεταξύ τους ανταγωνιστικά συμφέροντα, καθιστούν πολλές φορές την ΕΕ αναποτελεσματική σε επίπεδο άσκησης εναρμονισμένης εξωτερικής πολιτικής.

Πρόσφατη απόδειξη είναι ο ευφυής τρόπος με τον οποίο χαρακτηρίστηκε ως «συμπληρωματική» η σχέση Παρισιού και Βερολίνου αναφορικά με την ένταση που προκαλεί η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Φυσικά, πρόκειται για ευφημισμό που επιχειρεί να καλύψει τη διαφορετική αντιμετώπιση του καθεστώτος Ερντογάν από τις δύο χώρες και να αποκρύψει τη θεσμική βραδύτητα της ΕΕ απέναντι στις προκλήσεις που θέτει ο τουρκικός αναθεωρητισμός.

Το μεν Παρίσι επιθυμεί μια περισσότερο δυναμική αντιμετώπιση της Τουρκίας και συμπαρατάσσεται με την Ελλάδα, ενώ το Βερολίνο είναι απρόθυμο να τραυματίσει τις άριστες σχέσεις που παραδοσιακά διατηρεί με την Τουρκία.

Πάντως, είτε πρόκειται για συμπληρωματική σχέση είτε για διελκυστίνδα, μιλάμε για το ίδιο πράγμα. Απλά κάποιοι στην ΕΕ βλέπουν το ποτήρι μισοάδειο και κάποιοι μισογεμάτο ανάλογα με τα επιμέρους συμφέροντά τους.

Η ουσία όμως είναι πως η συνεχιζόμενη τουρκική προκλητικότητα θέτει σε αμφισβήτηση όχι μόνο την αλληλεγγύη εντός της ΕΕ αλλά και την ασφάλεια και την σταθερότητα σε μια περιοχή που έχει ιδιαίτερη σημασία, τουλάχιστον για την Ευρώπη του Νότου.

Εν τω μεταξύ, ας μην ξεχνάμε ότι οι τουρκικές γεωτρήσεις στα ανοιχτά της Κύπρου έχουν κάνει την υφαλοκρηπίδα της να μοιάζει με ελβετικό τυρί. Ωστόσο, επειδή η Κύπρος δεν μπορεί να κάνει προβολή ισχύος αντίστοιχη με αυτήν της Ελλάδας, η συζήτηση για περαιτέρω κυρώσεις για την παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων σε θαλάσσια ζώνη που ανήκει σε κράτος-μέλος της ΕΕ και συνεπώς είναι θαλάσσια ζώνη της ΕΕ, είναι τουλάχιστον αναιμική. Αυτό θα έπρεπε να προκαλεί τουλάχιστον θεσμική αμηχανία στην ΕΕ, και να αποτελεί στοιχειώδη οδηγό για την στάση της Αθήνας απέναντι στις επιδιώξεις της Άγκυρας.

Liberal

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια