ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Ο θαυμασμός του Τραμπ για τον νεοσουλτάνο, οι σκληροί χαρακτηρισμοί του Μπάιντεν και η στρατηγική του Ελληνισμού


Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ομιλεί τους υποστηρικτές του στο αεροδρόμιο στο Londonderry στην πολιτεία New Hampshire. EPA, CJ GUNTHER

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Η αμερικανική πολιτική σε ελληνοτουρκικά και Κυπριακό έχει μια παραδοσιακή κατεύθυνση χωρίς ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στα δυο κόμματα, Ρεπουμπλικανικό και Δημοκρατικό. Ανέκαθεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα συμφέροντα, όπως άλλωστε ισχύει για τις πάγιες επιδιώξεις και πρακτικές που ακολουθούνται από άλλες μεγάλες δυνάμεις.
Σε κάθε προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ (μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τη μεταπολίτευση στην Ελλάδα το 1974) επιδιώκεται από οργανώσεις της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και το λεγόμενο ελληνικό λόμπι να υπάρξει κάποια δήλωση ή ανακοίνωση από τους υποψηφίους για τα ελληνικά ζητήματα.

Ορισμένοι υποψήφιοι για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον (σε ψήφο και χρήμα) της Ομογένειας είχαν συμπεριλάβει σε προεκλογικές υποσχέσεις τους και αναφορές ότι ως ένοικοι του Λευκού Οίκου θα εργαστούν για την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων από την Κύπρο και θα στηρίξουν τα δίκαια της Ελλάδας.
Κάθε φορά όμως που καλλιεργήθηκαν τέτοιες προσδοκίες πως θα υπάρξει μια διαφορετική αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας, εκ των υστέρων αποδεικνυόταν ότι ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ «λησμονούσε» τα όσα είχε υποσχεθεί προς τους Ελληνοαμερικανούς ψηφοφόρους.

Πέρα της σταθερής πολιτικής σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά, υπήρξαν και σκαμπανεβάσματα στην αμερικανική εμπλοκή, αλλά συνήθως με μια βασική παράμετρο: συμπόρευση με τις επιδιώξεις της Άγκυρας σε Κύπρο και Αιγαίο. Κύριο επιχείρημα της εκάστοτε ηγεσίας των ΗΠΑ (είτε με Δημοκρατικό είτε με Ρεπουμπλικανικό πρόεδρο) ήταν η «τεράστια γεωστρατηγική αξία» της Τουρκίας.

Ακόμα και όταν το 2003 η Άγκυρα είχε πει «όχι» στην Ουάσινγκτον για να εισέλθουν τα αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ από την Τουρκία, πολλοί αναλυτές είχαν υποστηρίξει ότι η ανοικτή ρήξη στις σχέσεις των δυο χωρών δεν θα είναι ένα συγκυριακό φαινόμενο, αφού οι νεοσυντηρικοί που κατεύθυναν τότε την αμερικανική πολιτική απειλούσαν ότι η Τουρκία θα πληρώσει βαρύ τίμημα.

Κι όμως, οι μετέπειτα εξελίξεις στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις δεν έδειξαν ότι η Τουρκία πλήρωσε κάποιο βαρύ τίμημα. Αντιθέτως, μέσα από διάφορες διακυμάνσεις, όλα επέστρεψαν στην «κανονική πορεία» τους…

Το 2004, αξιωματούχοι της κυβέρνησης του Ρεπουμπλικανού προέδρου Τζορτζ Μπους του νεότερου απειλούσαν τους Ελληνοκύπριους ότι θα πέσουν κεραμίδια στο κεφάλι τους εάν δεν αποδέχονταν το ρατσιστικό σχέδιο Ανάν, με το οποίο οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι δεν θα έφτιαχναν ένα κανονικό, κυρίαρχο κράτος, αλλά ένα ανελεύθερο κρατικό έκτρωμα με αποικιοκρατικές δομές, υπό τον έλεγχο της Τουρκίας.

Το 2009, ο Δημοκρατικός Μπαράκ Ομπάμα συμπεριέλαβε την Τουρκία στο πρώτο του ταξίδι στην Ευρώπη, μετά την ιστορική ορκωμοσία του ως ο πρώτος Αφροαμερικανός πρόεδρος των ΗΠΑ. Ο Ομπάμα είχε εκθειάσει το «τουρκικό πρότυπο» της μουσουλμανικής δημοκρατίας, το οποίο τελικά αποδείχθηκε ότι είναι πρότυπο του ισλαμοφασισμού.

Μετά απ’ αυτή την επίσκεψη και τις αυταπάτες του προέδρου Ομπάμα, δεν είχε περάσει αρκετός καιρός και στην Ουάσινγκτον άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις των δυο χωρών και ότι ο Ερντογάν ήταν επικίνδυνος για τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή.
Σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα, ειδικά ο τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και σημερινός υποψήφιος των Δημοκρατικών για την προεδρία, Τζο Μπάιντεν, δεν είχε κρύψει τον θυμό του για τη συμπεριφορά και τις ενέργειες του Τούρκου προέδρου.

Όταν ο Ομπάμα επισκέφθηκε την Αθήνα, στο τέλος της οκταετούς προεδρικής θητείας του, είχε εκφράσει ευγνωμοσύνη για τα «όσα πρόσφερε η Ελλάδα στην ανθρωπότητα». Οι εγκωμιαστικές αναφορές του θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ένα «αργοπορημένο δώρο» προς τον Ελληνισμό, γιατί η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, μιας και είχε προηγηθεί η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.

Η αμερικανική πολιτική έχει λοιπόν μια παράδοση όσον αφορά την στήριξη της Τουρκίας, όχι επειδή υπάρχει φιλοτουρκισμός, αλλά λόγω συγκεκριμένων στρατηγικών και οικονομικών συμφερόντων. Την ίδια στιγμή όμως, δεν πρέπει να υποτιμούνται κάποιες παροδικές παρεμβάσεις της Ουάσινγκτον που βοήθησαν την Αθήνα και τη Λευκωσία να αποφύγουν τα χειρότερα και ίσως να λειτούργησαν καθοριστικά για την αποφυγή θερμού επεισοδίου ή ακόμα και στρατιωτικής σύρραξης.

Η άσχημη εξέλιξη των αμερικανοτουρκικών σχέσεων τα τελευταία χρόνια οφείλεται αποκλειστικά στην πολιτική και τις επιλογές του Ταγίπ Ερντογάν. Παρά τις αντιαμερικανικές ενέργειές του σε μια σειρά ζητημάτων που αφορούν τόσο τα διμερή θέματα όσο και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, η Ουάσινγκτον εξακολουθεί (με σταδιακή μείωση της υπομονής της) να επενδύει στην πιθανότητα ότι ακόμα υπάρχουν προοπτικές για να ξεπεραστούν τα προβλήματα.

Ο νεοσουλτάνος επιμένει όμως να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση και το «βαθύ κράτος» των ΗΠΑ φαίνεται ότι εδώ και καιρό βρίσκεται σε μεγάλα διλήμματα σε σχέση με την Τουρκία. Οι απειλές για κυρώσεις έρχονται και φεύγουν, ενώ η εφαρμογή του νόμου CAATSA, λόγω της αγοράς των ρωσικών πυραύλων, παραμένει μετέωρη.

Και μέσα απ’ όλα αυτά, υπάρχουν δυο σημαντικές αλήθειες, που, έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω των επικείμενων εκλογών του Νοεμβρίου:

Η μία αλήθεια αφορά τον πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος επανειλημμένα έπλεξε το εγκώμιο του Ερντογάν και έδειξε ότι δεν επιθυμεί καμία τιμωρία της Τουρκίας.

Η δεύτερη αλήθεια αφορά τον Μπάιντεν, ο οποίος χαρακτήρισε τον Ερντογάν «αυταρχικό» και είπε ότι θα πρέπει να πληρώσει τίμημα για την ευρύτερη στάση του.
Βέβαια, επειδή και στην πολιτική τα πάντα ρει, τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτο στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις με βάση τα προαναφερόμενα, αλλά και δεν μπορούν να αγνοηθούν αυτές οι αλήθειες, γιατί στο τέλος ενδέχεται να είναι καταλυτικές όσον αφορά την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου.

Επιπλέον, το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο των ΗΠΑ, είτε με τον Τραμπ είτε με τον Μπάιντεν στην προεδρία, είναι πολύ πιθανό να συνεχίσει να καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε η Τουρκία να επανακτήσει τη θέση της στη Δυτική Συμμαχία, δείχνοντας ετοιμότητα να την ικανοποιήσει σε αρκετές από τις απαιτήσεις της.

Επομένως, από μέρους του Ελληνισμού χρειάζεται να αναπτυχθεί συγκροτημένη στρατηγική εθνικής ασφάλειας για όλα τα ενδεχόμενα.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια