ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Η χουντική ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος θεωρούσε ανέφικτη κάθε βοήθεια στην Κύπρο

Η ορκωμοσία της πρώτης μεταπολιτευτικής κυβέρνησης στη σκιά της καταστροφής της Κύπρου. Φώτο Αρχείου

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων στην Ελλάδα, το 1974, έχει σοβαρές ευθύνες για τη μη ενίσχυση της Κύπρου μετά την εισβολή της Τουρκίας στο νησί. Ευθύνες έχουν και για το γεγονός ότι άφησαν με το πραξικόπημα κενά στην άμυνα του νησιού. Από το πόρισμα του Φακέλου της Κύπρου, της ελληνικής Βουλής προκύπτουν και πολιτικές ευθύνες. Ευθύνες για ολιγωρία και
αναποφασιστικότητα. Οι Αμερικανοί δεν ήθελαν σύγκρουση Ελλάδος και Τουρκίας, δύο μελών του ΝΑΤΟ. Αυτό η Αθήνα δεν το αξιοποίησε ποσώς στη διαχείριση που γινόταν.

Τα μέλη της Επιτροπής για τον Φάκελο της Κύπρου, της ελληνικής Βουλής, αξιολογώντας τις καταθέσεις πρωταγωνιστών των συσκέψεων που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα, τον Αύγουστο του 1974, κατέληξαν σε σημαντικά συμπεράσματα.

Από τη μελέτη του περιεχομένου των πρακτικών αυτών προκύπτουν τα εξής σε σχέση με τις απόψεις της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων. Και οι τέσσερις αρχηγοί (Μπονάνος – Γαλατσάνος – Αραπάκης – Παπανικολάου) υπερθεματίζουν στη διατύπωση της άποψης ότι η όποια αποστολή ουσιαστικής (αριθμητικά ικανής) στρατιωτικής βοήθειας στην Κύπρο ήταν ανέφικτη και πέραν τούτου «χαμένη υπόθεση» και στην ουσία δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την ήδη διαμορφωθείσα κατάσταση στο νησί.

Από εκείνα που αναφέρθηκαν από τους στρατιωτικούς αρχηγούς, διαπιστώνονται και διαφοροποιήσεις. Ο Μπονάνος ανέφερε πως ήταν αδύνατη η άμυνα με τις δυνάμεις που διέθετε ο στρατηγός Καραγιάννης στην Κύπρο. «Τεχνικώς αδύνατος η αποστολή βοηθείας. Δυνατή η αποστολή ενισχύσεως στρατιωτών εφοδιασμένων με ελαφρά όπλα. Η βοήθεια όμως αυτή δεν είναι δυνατόν να επηρεάσει την κατάσταση».

Ο Γαλατσάνος, συμφωνεί και προτείνει όμως και συγκεκριμένο σχέδιο ενέργειας των δυνάμεων που υπάρχουν στην Κύπρο. Λέγει επί λέξει: «Η μόνη δυνατότης των ημετέρων δυνάμεων είναι η υποχωρητική κίνησις με παράλληλον τήρησιν της επαφής». Η θέση του Γαλατσάνου παρατίθεται όπως ακριβώς διατυπώθηκε, γιατί από την εξέλιξη των γεγονότων, ήταν εκείνη που εφαρμόστηκε τελικά σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων στην Κύπρο. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι προχωρεί και σε περαιτέρω εκτίμηση και δηλώνει «μέχρις εσχάτων άμυνα πιθανόν να εξωθούσε τους Τούρκους να προχωρήσουν και πέραν των αντικειμενικών σκοπών των»! Δηλαδή, να στραφεί προς την Ελλάδα. Ο Αραπάκης, είχε αναφέρει πως «το Ναυτικόν έχει τη δυνατότητα εκτελέσεως επιχειρήσεων εν Κύπρω διά των Υ/Β, ωσαύτως δε μεταφορά ενισχύσεων μετά ελαφρού οπλισμού». Συνεχίζει όμως και εκφράζει την άποψη ότι και η βοήθεια αυτή κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα δεν θα έχει.

Για τα μέλη της Επιτροπής, χαρακτηρίζεται περίεργη η εξής τοποθέτηση Αραπάκη (όπως ακριβώς είναι γραμμένο το πιο πάνω πρακτικό): «Ωσαύτως επεσήμανε ότι ΑΜΥΝΑ ημετέρων δυνάμεων ούσα παραβίαση της εκεχειρίας και από πλευράς μας θα δυσχεράνει πιθανώς διεθνή θέση μας διπλωματικώς»!!! Εάν η λέξη ΑΜΥΝΑ, αναφέρεται στο πόρισμα, «είναι ακριβώς αυτή που χρησιμοποίησε ο Αραπάκης, τότε είναι πολύ περίεργη από κάθε άποψη η θέση του ότι η άμυνα που προϋποθέτει επίθεση των Τούρκων, αποτελεί κατά οποιονδήποτε τρόπο παραβίαση της εκεχειρίας. Εάν η λέξη άμυνα είναι λάθος, στη γραπτή διατύπωση και αντί αυτής χρησιμοποίησε τη λέξη «βοήθεια», «ενίσχυση» ή παρόμοια έκφραση, τότε και πάλι είναι περίεργη η θέση του αυτή. Γιατί η αποστολή δυνάμεων δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην παραβίαση της εκεχειρίας και μάλιστα όταν οι Τούρκοι έχουν αποβιβάσει στο νησί 40.000 στρατό και 150-200 άρματα. Επιμένουμε στο σημείο αυτό γιατί ο Αραπάκης είναι ο ΜΟΝΟΣ στρατιωτικός που εκφέρει πολιτική κρίση (διπλωματικές δυσχέρειες χειρισμών). Και νομίζουμε ότι εάν συνδυασθεί με το γεγονός ότι στην κρίσιμη φάση των διαπραγματεύσεων για την εκεχειρία, κατά περίεργο τρόπο οι Αμερικανοί τον Αραπάκη βρήκαν μόνο από όλη την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Χούντας και διαπραγματεύθηκαν και συμφώνησαν τους όρους της κατάπαυσης του πυρός, δημιουργεί ερωτήματα για τη στάση του». Κατά την εκτίμηση της Επιτροπής, ο ρόλος του Αραπάκη γενικότερα στην Κυπριακή τραγωδία δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως από τα στοιχεία που έχουμε στους Φακέλους της Επιτροπής. Ο Παπανικολάου συμφωνεί με τους άλλους αρχηγούς περί της πλήρους αδυναμίας παροχής βοήθειας, αλλά και της αδυναμίας επηρεασμού της κατάστασης και σε περίπτωση αποστολής βοήθειας.

Οι ίδιοι όμως αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων στη σύσκεψη υπό τον κ. Κ. Καραμανλή στις 3 Αυγούστου 1974 σε ερώτηση του Πρωθυπουργού: Γιατί δεν έστειλαν βοήθεια κατά την εισβολή (ΑΤΤΙΛΑ Ι) ή και την πρώτη ημέρα, όταν η άμυνα πήγαινε καλά, απάντησαν ότι: «Είχε από μακρού προγραμματιστεί και σχεδιαστεί η αποστολή βοήθειας, ήτις ήτο και έτοιμος. Εν όψει των κινδύνων που θα διέτρεχαν οι ενισχύσεις κατά την μεταφοράν των… κ.λπ.». Σύμφωνα με το πόρισμα, το σημείο όμως αυτό του πρακτικού αποδεικνύει την παραπλάνηση, αλλά και το ψεύδος της τότε ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων και του αποπροσανατολισμού της πολιτικής ηγεσίας. Διότι: Ενώ στις 3 Αυγούστου ισχυρίζονται ότι ήταν σχεδιασμένη η αποστολή ενισχύσεων και «ήτο έτοιμος» (ασφαλώς η δύναμη των στρατευμάτων που θα αποστέλλονταν), στις 14 Αυγούστου 1974 (μετά την έναρξη των εχθροπραξιών του ΑΤΤΙΛΑ II) κατά τη σύσκεψη στο Υπουργείο Άμυνας με συμμετοχή Καραμανλή – Αβέρωφ – Ράλλη, μετά την εντολή Καραμανλή για τη συγκρότηση μεραρχίας στην Κρήτη για αποστολή στην Κύπρο, οι ίδιοι αρχηγοί εζήτησαν 6-7 ημέρες ίσως και περισσότερο για να σχηματισθεί η μεραρχία, διότι «η μεραρχία θα εσχηματίζετο από διάφορα τμήματα από όλη τη χώρα και από την Ήπειρο ακόμη»!!!, όπως έλεγαν. Η διαβεβαίωση επομένως στις 3 Αυγούστου των αρχηγών περί «ετοίμου» και μάλιστα από πριν, στρατιωτικής δύναμης για βοήθεια στην Κύπρο ήταν «ασύστολο ψεύδος». Άλλωστε από κανένα στοιχείο του Φακέλου ή από καταθέσεις δεν προκύπτει ότι είχε εκπονηθεί συγκεκριμένο στρατιωτικό σχέδιο ενίσχυσης της Κύπρου (Το σχέδιο «Κ» δεν εφαρμόστηκε ποτέ).

Οι ευθύνες των διαχειριστών

Στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από τις 24.7.74 (μεταπολίτευση) μέχρι την εισβολή του ΑΤΤΙΛΑ II (14.8.74), δύο βασικά πολιτικοί χειρίσθηκαν το θέμα της αποστολής στρατιωτικής βοήθειας στην Κύπρο, αναφέρεται στο πόρισμα της ελληνικής Βουλής: α) Ο Πρωθυπουργός κ. Κ. Καραμανλής β) Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας κ. Ευάγγελος Αβέρωφ. Ο κ. Γεώργιος Μαύρος (Υπουργός Εξωτερικών) είχε αποδεχθεί την άποψη περί του ανέφικτου της αποστολής βοήθειας (όπως τον διαβεβαίωναν οι στρατιωτικοί και ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας). Για το λόγο αυτό αναφέρει στην επιστολή του προς την Επιτροπή μας, ότι ακριβώς επειδή δεν υπήρχε η δυνατότητα στρατιωτικής βοήθειας, όλη η προσπάθεια έγινε στο διπλωματικό επίπεδο. Οι χειρισμοί του Γ. Μαύρου έγιναν με τις οδηγίες και τη σύμφωνη γνώμη του Πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή. Ο κ. Γεώργιος Ράλλης, είχε συμμετοχή και δυνατότητα επηρεασμού για διαμόρφωση αποφάσεων μόνο στη σύσκεψη της 14 Αυγούστου 1974 (ημέρα έναρξης του ΑΤΤΙΛΑ II). Στη σύσκεψη αυτή ο κ. Γ. Ράλλης διεφώνησε πλήρως με τις απόψεις Αβέρωφ και αποδέχθηκε τις προτάσεις Καραμανλή. Και όταν ο κ. Καραμανλής πείσθηκε από τα επιχειρήματα του κ. Αβέρωφ, συμφώνησε και αυτός.

Οι στρατιωτικοί έθεταν συνεχώς προσκόμματα

Το πρακτικό της σύσκεψης μεταξύ Πρωθυπουργού κ. Κ. Καραμανλή, Υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Ευαγ. Αβέρωφ, Υπουργού Προεδρίας κ. Γ. Ράλλη και των αρχηγών των ΕΔ (14 Αυγούστου 1974), είναι αποκαλυπτικό της κατάστασης. Το πρακτικό- δήλωση του Ευάγγελου Αβέρωφ στην Επιτροπή για τον Φάκελο της Κύπρου στην Ελληνική Βουλή, παρουσιάζει μια κατάσταση αδυναμίας, απελπισίας της Ελλάδος να αντιμετωπίσει την τουρκική προέλαση στην Κύπρο.

Ο Αβέρωφ είχε ενημερωθεί τηλεφωνικώς από τον Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων ότι είχε αρχίσει νέα μαζική τουρκική επίθεση στην Κύπρο. Είχε φθάσει πρώτος στο Πεντάγωνο και είχε, εν αναμονή των υπολοίπων, την ευκαιρία να ενημερωθεί εκ νέου. «Έκρινα την κατάστασιν απελπιστικήν», όπως αναφέρει ο ίδιος στη δήλωση του στην Επιτροπή για τον Φάκελο της Κύπρου.

Στο Πεντάγωνο είχε φθάσει λίγο αργότερα ο Καραμανλής συνοδευόμενος από τον Υπουργό κ. Γ. Ράλλην. Ο Πρωθυπουργός ενημερώθηκε επί χάρτου και λεπτομερώς από τη στρατιωτική ηγεσία. Μετά την ενημέρωση ο Καραμανλής έδωσε τις εξής οδηγίες:

Διέταξε όπως τα τρία υποβρύχια (τα οποία ήδη από την προηγούμενη ημέρα είχαν λάβει εντολή να κατευθυνθούν προς την Κύπρο) επισπεύσουν με τη «μεγίστη ταχύτητά των τον πλούν των και να επιδοθούν εις τορπιλισμούς των τουρκικών πλοίων, πολεμικών ή εμπορικών, τα οποία συμμετείχαν εις την εισβολή». Διέταξε, επίσης, όπως σμήνος αεροσκαφών, που βρίσκονταν στο Ηράκλειο της Κρήτης απογειωθεί «εντός της πρωίας προς Κύπρον, και βομβαρδίση τους σημαντικώτερους στόχους που θα ανεύρη, κατά προτίμησιν πλοία».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αβέρωφ, οι Αρχηγοί «εφάνησαν αμήχανοι και διετύπωσαν κατά τρόπον γενικόν αμφιβολίας ως προς την σκοπιμότητα και την δυνατότητα της επιχειρήσεως». Ο Καραμανλής επέμεινε, ο Αβέρωφ διαφώνησε με τον Πρωθυπουργό, με τον οποίο συμφώνησε ο Ράλλης.

Από τη συζήτηση προέκυψε πως ούτε αεροπλάνα μπορούσαν να σταλούν στην Κύπρο, ούτε υποβρύχια. Αεροπλάνα θα εντοπίζονταν και θα καταρρίπτονταν από τους Τούρκους ενώ «ο χρόνος παραμονής των εις τον εναέριο χώρο της Κύπρου θα ήταν μεταξύ 5 και 10 λεπτών της ώρας και λόγω ανεπαρκείας καυσίμων και λόγω αντιμετωπίσεως εχθρικών μαχητικών αεροσκαφών ως και αντιαεροπορικών πυρών. Ούτω περιορίζετο και η ευχέρεια επιτυχίας σκοπεύσεως. Μετά την ρίψιν των βομβών των, τ’ αεροσκάφη μας έπρεπε ή α) να εγκαταλειφθούν υπό των χειριστών, σωζομένων δι’ αλεξιπτώτων, ή β) να προσγειωθούν εις τας βρετανικάς βάσεις της Κύπρου, ή γ) να προσγειωθούν εις Λίβανον, όπερ και έχει σχεδιασθή ως ορθότερον. Τούτο εσήμαινε απώλειαν όσων αεροσκαφών δεν θα κατερρίπτοντο, τούτο δε δι’ άδηλον χρόνο.

Δεδομένου ότι η ενέργεια ήτο πιθανόν να οδήγηση αμέσως εις γενικωτέραν Ελληνο-τουρκικήν σύρραξιν, η προστασία από αέρος του ηπειρωτικού και νησιωτικού εδάφους της Χώρας, θα εμειούτο καθ’ ο μέτρον θα εχάνοντο τα αεροσκάφη και οι χειρισταί του εις Κρήτην σμήνους…»

Η συζήτηση που ακολούθησε χωρίς τους αρχηγούς διαφοροποίησε την κατάσταση.

Μετά τη συζήτηση εκλήθησαν και πάλιν οι 4 Αρχηγοί και ο Καραμανλής τους ανακοίνωσε πως εγκαταλείπεται ο προηγούμενος σχεδιασμός και διέταξε όμως όπως ετοιμάσουν το ταχύτερον δυνατόν μίαν πλήρη μεραρχίαν, εφοδιασμένην και με άρματα μάχης, όπως την μεταφέρουν εις Ρόδον και Ανατολικήν Κρήτην, ή όπου έκριναν σκοπιμώτερον, ώστε να είναι έτοιμη προς ταχείαν μεταφοράν εις Κύπρον. Ρώτησε τους στρατιωτικούς πόσο χρόνο χρειάζονταν για την προετοιμασία και αυτοί απάντησαν 6-7 ημέρες!

Την επομένη και ενώ οι Τούρκοι προέλαυναν στην Κύπρο, πραγματοποιήθηκε νέα σύσκεψη και τα θέματα αυτά συζητήθηκαν και με τον υπουργό Εξωτερικών, Γεώργιο Μαύρο. Συμφωνήθηκε όπως ζητηθεί από τους Βρετανούς η εξασφάλιση της νηοπομπής. Συμφωνήθηκε όπως λεχθεί, στον Βρετανόν Πρέσβη, ότι αφού η Αγγλία ως εγγυήτρια δύναμη, και παρά τας επί τόπου βάσεις της, «δεν ηδύνατο να αποκαταστήση την συνταγματικήν τάξιν, η Ελλάς, ετέρα εγγυήτρια δύναμις, επικαλούμενη το ίδιον δικαίωμα που επικαλείται η Τουρκία διά να καταλάβη την νήσον, εζήτει από την Μεγ. Βρετανίαν να της εξασφαλίση την μεταφοράν και αποβίβασιν πλήρους μεραρχίας προς προστασίαν των Ελληνοκυπρίων και της Συνταγματικής τάξεως». Το αίτημα διαβιβάσθηκε στον Βρετανό πρέσβη.

Την 17ην Αυγούστου ο Βρετανός Πρεσβευτής εκόμισε έγγραφο- επιστολή του Άγγλου Πρωθυπουργού προς τον Καραμανλή. Οι Βρετανοί απάντησαν αρνητικά στο ελληνικό αίτημα.

Η αποστολή της νηοπομπής χαρακτηρίζετο ως μέγα σφάλμα. Ο Αβέρωφ στην κατάθεση του σημειώνει πως από συνομιλία την οποίαν είχε με τον Βρετανό πρέσβη, προέκυψε ότι η αρνητική απάντηση είχε δοθεί κατόπιν προηγουμένης συνεννοήσεως με την αμερικανικήν Κυβέρνηση.

Η συγκέντρωση της μεραρχίας και του πολεμικού της υλικού είχε ολοκληρωθεί τη Δευτέρα 19 Αυγούστου.

Η νηοπομπή, ο Καραμανλής,

ο Αβέρωφ και οι δεύτερες σκέψεις

Σύμφωνα με τον Ευάγγελο Αβέρωφ, αργά το απόγευμα της 17ης Αυγούστου τον κάλεσε ο Καραμανλής. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός είχε πει στον Αβέρωφ, σύμφωνα με τον τελευταίο: Οι σκέψεις του ήτο ότι παρά τη θερμή υποστήριξη της Διεθνούς Κοινής Γνώμης, τα ποικίλα δεδομένα του προβλήματος (γεωγραφικά, άφρον εγχείρημα κατά Μακαρίου, απροθυμία των Μεγάλων να παρέμβουν δυναμικά κατά της Τουρκίας κ.ά.) καθίστων τον χειρισμόν του Κυπριακού πολύ δύσκολον και εξέθεταν την χώραν. Διηρωτάτο μήπως υπό τας συνθήκας αυτάς έπρεπε να στείλωμε την Μεραρχίαν άνευ συνοδείας. Διά την ασφάλειάν της θα επιβαίναμεν των πλοίων, εκείνος και εγώ, και μόλις η νηοπομπή απέπλεε θα ανακοινώναμε τούτο διεθνώς, πράγμα που θα ημπόδιζε τους Τούρκους να την βομβαρδίσουν. Με ρώτησε ο Πρόεδρος αν δέχωμαι και του απήντησα αδιστάκτως ναι. Μου εζήτησε να σκεφθώ το θέμα και να του ειπώ την γνώμη μου όταν θα έχει ολοκληρωθεί η μεταφορά της Μεραρχίας εις Κρήτην. Συνεζητήσαμε και πάλιν το θέμα, αργά την εσπέραν της 19ης. Ουδείς έτερος ήτο παρών. Αι παρατηρήσεις μου ήσαν αι εξής: Α. Η ασφάλεια της νηοπομπής θα ήτο κατά την γνώμην μου πλήρης. Β. Η διεθνής απήχησις θα ήτο ευμενεστάτη. Γ. Ημείς όμως οι δυο και ιδίως εκείνος θα έπρεπε να επιστρέψωμε ενώ η μεραρχία θα έμενε. Αεροπορική κάλυψίς της θα ήτο αδύνατος, ο δε ανεφοδιασμός της θα εξηρτάτο από την καλήν διάθεσιν της τουρκικής αεροπορίας. Δ. Υπό τας συνθήκας αυτάς αν αι σαφώς υπέρτεραι εν Κύπρω Τουρκικαί δυνάμεις επετίθεντο κατά της Μεραρχίας, θα έπρεπε να θεωρήται βέβαιον, ότι μετά μίαν ηρωϊκήν αντίστασιν αρκετών ημερών θα την συνέτριβαν. Η ήττα όμως και συντριβή μιας οργανωμένης Ελληνικής Μεραρχίας θα είχεν εντελώς άλλην σημασίαν από την υποχώρησιν της Κυπριακής Εθνοφρουράς. Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως μου είπεν ότι ακριβώς την ιδίαν ανάλυσιν είχε κάμει και ο ίδιος. Παρά ταύτα, είπε, δεν έπρεπε να αποκλεισθή το ενδεχόμενον και δι’ αυτό η Μεραρχία έπρεπε να παραμείνη εν Κρήτη, τόσον μάλλον καθ’ όσον ήτο έτσι αρκετά καλά τοποθετημένη διά να ενισχύση την άμυναν των νήσων του νοτίου και μέσου Αιγαίου».

https://www.apopseis.com

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια