ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Είναι η αντιμετώπιση της Τουρκίας μαξιμαλισμός;


Πριν από λίγες ημέρες ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος δήλωσε ότι οι ένοπλες δυνάμεις θα κάψουν όποιον εισβάλλει σε Ελληνικό έδαφος.

Η δήλωση θεωρήθηκε πολεμοχαρής και προκάλεσε πολλές αντιδράσεις, φτάνοντας στο σημείο να κατηγορηθεί ο κ. Φλώρος ότι υπερέβη του θεσμικού του ρόλου ασκώντας προσωπική εξωτερική πολιτική. Είναι κατανοητό γιατί η δήλωση του θεωρήθηκε ακραία, ωστόσο η αντίδραση απέναντι του ήταν υπερβολική. Αφενός μια τέτοια δήλωση δεν αποτελεί άσκηση εξωτερικής πολιτικής, αφετέρου ο ρόλος του αρχηγού ΓΕΕΘΑ είναι να προάγει την αποτρεπτική ικανότητα και τη βούληση των Ενόπλων Δυνάμεων να προστατεύσουν τα πάτρια εδάφη και αυτό έπραξε παρά την κριτική που του ασκήθηκε. Επιπλέον, ένας ακόμη λόγος που μια πρόταση του αρχηγού ΓΕΕΘΑ έγινε στόχος αμέτρητων επιθέσεων, είναι ότι οποιαδήποτε δήλωση υπέρ της αμυντικής προσέγγισης στην αντιμετώπιση της Τουρκίας αντιμετωπίζεται με καχυποψία από εκείνους που επιθυμούν να έρθουν σε συμφωνία οι χώρες μας.

Από τον Ιανουάριο παρατηρείται μία οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια από μια μερίδα του πολιτικού κόσμου συνεπικουρούμενων κάποιων μέσων ενημέρωσης να πειστεί το Ελληνικό κοινό για μια διπλωματική ή δικαστική διευθέτηση των θαλάσσιων ζωνών μεταξύ των δύο κρατών, ώστε να αποφευχθεί μια στρατιωτική αναμέτρηση. Το να τερματιστούν οι Τουρκικές προκλήσεις και να εξασφαλιστεί η καλή γειτονία των δύο χωρών είναι ένας πολύ αξιοσέβαστος στόχος, δυστυχώς όμως, η πρόταση για διευθέτηση των διαφορών μας στη Χάγη δεν έχει ερείσματα στην πραγματικότητα. Πέραν του ότι καμία Τουρκική κυβέρνηση μέχρι σήμερα δεν έχει αναγνωρίσει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, πολύ λίγο αναφέρεται ότι ο σημερινός Πρόεδρος της Τουρκίας είναι τελείως αναξιόπιστος.

Ο Πρόεδρος Erdoğan ύστερα από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 μετέτρεψε την Τουρκική Δημοκρατία σε ένα αυταρχικό καθεστώς, υπερσυγκεντρώνοντας εξουσίες στο πρόσωπο του και ασκώντας διώξεις εναντίον εκατοντάδων χιλιάδων Τούρκων πολιτών και μόνο με την υποψία ότι αμφισβητούν την ηγεσία του. Ως προς την εξωτερική πολιτική δε ο Erdoğan έχει παραβιάσει όλες τις συμφωνίες που έχει συνάψει η χώρα του. Έσπασε την Τουρκική αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ υποστηρίζοντας την τρομοκρατική οργάνωση της Χαμάς, παραβίασε τις διεθνείς οικονομικές κυρώσεις που ασκούνται κατά του Ιράν για να στηρίξει την οικονομία του, ενίσχυσε οικονομικά το Ισλαμικό Κράτος μέσω του παράνομου εμπορίου πετρελαίου, θεωρείται ύποπτος ότι παρείχε όπλα στους Ισλαμοφασίστες που διεξάγουν γενοκτονία εναντίον των Χριστιανών της Νιγηρίας και πρόδωσε το ΝΑΤΟ αγοράζοντας ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα S-400, παρά τις οικονομικές κυρώσεις που ασκούνται κατά της Ρωσίας για την παράνομη κατοχή της Κριμαίας και τη στρατιωτική της επέμβαση στην Αν. Ουκρανία. Ο Erdoğan έσπασε τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για τους Σύρους πρόσφυγες, όταν οργάνωσε την εισβολή λαθραίων μεταναστών και πρόωρα αποφυλακισμένων εγκληματιών στον Έβρο.

Η βασική αιτία που διέρρηξε ο Τούρκος Πρόεδρος την αμφιλεγόμενη συμφωνία του με την ΕΕ ήταν, ότι επιθυμούσε να του δοθούν ακόμη περισσότερα χρήματα για να διεξάγει γενοκτονία εις βάρος των Κούρδων κατοίκων της Β. Συρίας και να τους αντικαταστήσει με Άραβες Σουνίτες φίλα προσκείμενους στον ίδιο. Το πιο πρόσφατο κατόρθωμα της κυβέρνησης Erdoğan είναι η πρόκληση θερμού επεισοδίου με τη Γαλλία υπό την απειλή επίθεσης σε Γαλλικό πολεμικό πλοίο ως συνέχεια της παράβασης του εμπάργκο όπλων στη Λιβύη.

Συνεπώς, η αναξιοπιστία του Προέδρου της Τουρκίας καθιστά αδύνατη την οποιαδήποτε δικαστική ή διπλωματική διευθέτηση των θαλάσσιων ζωνών με την κυβέρνηση του. Η απόπειρα να έρθει η Ελληνική πλευρά σε συμβιβασμό, θα ερμηνευθεί ως αδυναμία αποτροπής της Τουρκικής επιθετικότητας και αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε περισσότερες και διαρκείς διεκδικήσεις. Η Τουρκική Δεξαμενή Σκέψης SETA τον Απρίλιο δημοσίευσε έκθεση, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα υπό Τουρκική πίεση θα αναγνωρίσει την αμυντική της αδυναμία και θα έρθει σε συμβιβασμό με την Τουρκία, όπως ήδη έπραξε τρεις φορές στο παρελθόν.

Ο συγγραφέας της έκθεσης κατηγορεί την Ελλάδα, ότι από τη δεκαετία του 1970 ασκεί ακροσφαλή διπλωματία (brinkmanship) απέναντι στην Τουρκία ως προς την έρευνα και εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή σύμφωνα με το SETA η Ελλάδα φτάνει την κατάσταση στο χείλος του πολέμου και παύει τις προκλήσεις της, όταν η Τουρκία δείχνει, ότι δε θα συνεχίσει άλλο να τις ανέχεται ειρηνικά.

Το κείμενο διακατέχεται από Τουρκικές προβολές, όπου η Ελλάδα και η ΕΕ κατηγορούνται για κακομεταχείριση των Σύρων προσφύγων και για το ότι έχουν φορτώσει το βάρος της δικής τους ασφάλειας έναντι της Ρωσίας στις Τουρκικές επιχειρήσεις στη Β. Συρία, χωρίς να συμβάλλουν στην Τουρκική ειρηνευτική προσπάθεια. Φυσικά, σε αυτή την πολύ βολική ερμηνεία της εξωτερικής πολιτικής του καθεστώτος Erdoğan, δε γίνεται καμία αναφορά στο ότι η Τουρκική εμπλοκή στον Συριακό Εμφύλιο συνέβαλε στη δημιουργία εκατομυρίων Σύρων προσφύγων, στο ότι εργαλειοποιεί τους Σύρους πρόσφυγες στο έδαφος της Τουρκίας για να καρπώνεται Ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις και στο ότι παίζει διπλό παιχνίδι όντας μέλος της Βορειατλαντικής Συμμαχίας, ενώ παράλληλα αγοράζει από τον Πούτιν Ρωσικά αντιαεροπορικά συστημάτα.

Αν αποπειραθεί να έρθει η Ελλάδα σε ένα συμβιβασμό με την Τουρκία, είναι βέβαιο ότι θα ενθαρρύνει τη χειρότερη Τουρκική κυβέρνηση, που έχει ποτέ της αντιμετωπίσει, να αυξήσει τις αξιώσεις της έτι περαιτέρω απέναντι στην Ελλάδα και την ΕΕ. Βέβαια, η άρνηση στον συμβιβασμό μπορεί να είναι η στρατιωτική αναμέτρηση και αν εξακολουθήσει η Ελληνική κυβέρνηση να είναι αδιάλλακτη, να οδηγηθεί εν τέλει σε εμπόλεμη κατάσταση. Όμως, οι αντίπαλοι της αμυντικής προσέγγισης με τον Erdoğan προοιωνίζουν ότι η στρατιωτική λύση θα φέρει μια ήττα με ακόμη χειρότερες συνέπειες, από ότι ένας συμβιβασμός με την Τουρκία. Παραλείπουν να πουν ότι δεν υπάρχει μόνο μια στρατιωτική στρατηγική, ότι δεν είναι εξασφαλισμένη η Τουρκική επικράτηση, ότι η Ελλάδα δε θα είναι μόνη της σε αυτή τη σύγκρουση και ότι η Τουρκία μπορεί να χάσει πολλά περισσότερα από όσα ευελπιστεί ότι θα κερδίσει.

Αν η Ελληνική κυβέρνηση επενδύσει σε μια στρατηγική που λαμβάνει υπόψη τα Ελληνικά γεωγραφικά πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, χωρίς να επιδιώξει μαξιμαλιστικούς στόχους, όπως η αποκατάσταση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου ή το να δώσει ένα οριστικό τέλος στην Τουρκική επεκτατικότητα, τότε η Ελλάδα θα μπορεί να επικρατήσει σε μια στρατιωτική αναμέτρηση με την Τουρκία. Η Ελλάδα σήμερα αποκτά έναν αξιόπιστο στρατιωτικό σύμμαχο το Ισραήλ, που έχει δείξει ότι αντιλαμβάνεται τις Τουρκικές προκλήσεις ως υπαρξιακή απειλή, ενώ γνωρίζει ότι η επιβολή της Τουρκίας επί της Ελλάδας θα αυξήσει την απειλή που υφίσταται το ίδιο το Ισραήλ.

Μέρος του προβλήματος στη χρόνια επιθετικότητα της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα είναι, ότι η Ελληνική πολιτική ελίτ από τη Μεταπολίτευση και ύστερα απέφευγε να επιλύσει το πρόβλημα. Η Τουρκία εδώ και δεκαετίες έχει θέσει ως casus belli την επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια των χωρικών υδάτων των Ελληνικών νησιών και καμία Ελληνική κυβέρνηση δεν έθετε στρατηγικό στόχο την εν λόγω επέκταση με ένα χρονοδιάγραμμα και μια στρατηγική για να την επίτευξη αυτού του στόχου. Κατά τις δύο πρώτες τετραετίες της ηγεσίας του Erdoğan, οι Ελληνικές κυβερνήσεις ήταν πολύ ικανοποιημένες από το ότι είχε εγκαταλείψει την επιθετικότητα των Κεμαλιστών προκατόχων του, ώστε μείωναν σταδιακά τις Ελληνικές αμυντικές δαπάνες. Βέβαια, το ότι η Τουρκία ξεκινούσε επενδύσεις εγχώριων οπλικών συστημάτων έπρεπε να είχε ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά των Ελληνικών κυβερνήσεων.

Η ανάπτυξη και κατασκευή πυραύλων πολύ μεγάλης εμβέλειας για τα Τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη και η ναυπήγηση αντιτορπιλικών με εκτόπισμα άνω των 7.000 τόνων ήταν αμφίβολο ότι θα στρέφονταν εναντίον ένοπλων Κούρδων αποσχιστών και θα έπρεπε να είχε υποψιαστεί η Ελληνική πολιτική ηγεσία, ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι ο πραγματικός τους στόχος. Η σημερινή κυβέρνηση μετά από δεκαετίες αδράνειας δείχνει να προχωρά στην ανάπτυξη εγχώριου τυφεκίου και στον εκσυγχρονισμό των τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς πεζικού Leonidas 1/2. Ευχής έργο, το τελευταίο μέτρο να επεκταθεί και στον απέραντο Ελληνικό στόλο κύριων αρμάτων μάχης Leopard 1 για να αποκτήσουν οι Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ένα αξιόπιστο τεθωρακισμένο όχημα για το πεζικό με χαμηλό κόστος και να πάψουν να μοιάζουν με τον Ρωσικό στρατό, ο οποίος παρόμοια βασίζεται στον μεγάλο αριθμό κύριων αρμάτων μάχης αντί για την αεροπορία ως προς τη δύναμη πυρός.

Η πραγματικότητα σήμερα καταγράφει ότι η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με την Τουρκία ως προς την άμυνα της, αυτό όμως δε σημαίνει ότι η υπεράσπιση των εθνικών της συμφερόντων με όλα τα μέσα που διαθέτει συνιστά έναν αυτοκαταστροφικό μαξιμαλισμό. Σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης η Ελληνική ενδοτικότητα και οι συμβιβασμοί με την Τουρκία είχαν σαν αποτέλεσμα να διογκώσουν τον Τουρκικό επεκτατισμό με αποτέλεσμα να μαθαίνουμε τώρα ότι ο Erdoğan έχει εγκρίνει από το 2014 σχέδιο Τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Ελλάδα.

Η ίδια η ονομασία του σχεδίου που πήρε το όνομα του Τούρκου ναυάρχου Çaka Bey, που έδρασε στα τέλη του 11ου αιώνα, και οι Τουρκικές αποβατικές δυνατότητες σήμερα δείχνουν ότι πρόκειται για σχέδιο εισβολής σε Ελληνικά νησιά. Εάν λοιπόν μετά και την αποκάλυψη αυτού του σχεδίου η Ελληνική κυβέρνηση αποφασίσει τον συμβιβασμό, τότε ο Πρόεδρος Erdoğan δε θα έχει τον παραμικρό ενδοιασμό να εκπονήσει σχέδιο απόβασης ακόμη και στην Αττική.

Εάν οι Ελληνικές κυβερνήσεις πριν τη μεταπολίτευση είχαν επιδείξει την ίδια συμπεριφορά, σήμερα θα εξακολουθούσαμε να αντιμετωπίζουμε παρόμοια προβλήματα με τη Βουλγαρία και την Ιταλία. Η κάθε πολιτική ηγεσία οφείλει να υπερασπίζεται τα σύνορα που με αυτοθυσία εξασφάλισαν για εμάς οι προηγούμενες γενιές Ελλήνων, αλλά και να επιδιώξει να εξουδετερώσει την Τουρκική επιθετικότητα, δίνοντας ένα τέλος στον κύκλο, στον οποίο η κάθε γενιά πολιτικών ηγετών περνάει την ευθύνη της αντιμετώπισης της Τουρκίας στην επόμενη.

Κωνσταντίνος Λεντάκης
Πρώτο Θέμα

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια