ΤΡΟΧΑΔΗΝ

6/recent/ticker-posts

Header Ads Widget

Κράτος-κίνδυνος για επενδυτές

Του Γεώργιου Κ. Μπήτρου
Από σήμερα και για όσα άρθρα χρειαστούν, θα ενημερώνω το αναγνωστικό κοινό της στήλης, και ασφαλώς όσους άλλους ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, για τα μαρτύρια και την οικονομική καταστροφή που υφίσταται ένας καλοκάγαθος συμπολίτης μας, ο οποίος πριν από τριάντα τόσα χρόνια είχε την ατυχία να κάνει το σφάλμα της ζωής του. 
Αυτό δεν ήταν άλλο παρά να αγοράσει ένα οικόπεδο σε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη προκειμένου να κατασκευάσει και να λειτουργήσει ένα υψηλής στάθμης εστιατόριο. Θα εξιστορήσω την περίπτωσή του όσο γίνεται πιο περιληπτικά και χωρίς αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα, που εξάλλου δεν ενδιαφέρουν, γιατί παρόμοιες περιπτώσεις μπορεί να αριθμούν χιλιάδες στη χώρα μας. Αλλά παρέχω τη διαβεβαίωση ότι πρόκειται για μια αληθινή ιστορία και ότι οι μόνες αλλαγές αναφέρονται στα ονόματα και στα τοπωνύμια.
Κάποια στιγμή, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τότε δηλαδή που η Ελλάδα έδειχνε να έχει προοπτικές, ο Γιώργος με τα αδέλφια του επέστρεψαν από τη μακρινή χώρα όπου είχαν μεταναστεύσει και έστησαν ένα εστιατόριο με προδιαγραφές όπως τα μεγάλα εστιατόρια στη χώρα στην οποία είχαν μεταναστεύσει. Μέσα σε λίγα χρόνια, το εστιατόριο έγινε πόλος έλξης για πολλούς και επώνυμους θαμώνες. Στους τοίχους του φιγουράριζαν οι φωτογραφίες πρωθυπουργών, υπουργών και άλλων μεγαλόσχημων της ελληνικής ελίτ.

Το εστιατόριο πήγαινε καλά, μέχρι που η πολιτεία αποφάσισε την κατασκευή ενός αυτοκινητόδρομου, ο οποίος παρέκαμπτε την παλαιά οδό και αποξένωνε το εστιατόριο από την πελατεία του. Μέχρις εδώ, τίποτε το μεμπτό, αν και σε άλλες πολιτισμένες χώρες οι αρχές θα φρόντιζαν να αποζημιώσουν όσους είχαν επιλέξει να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά κατά μήκος της παλαιάς οδού. 
Αλλά καθώς το εστιατόριο δεν μπορούσε πλέον να καλύψει οικονομικά όλα τα αδέλφια που είχαν επενδύσει και εργάζονταν σ’ αυτό, ο Γιώργος ζήτησε και έλαβε από τα αδέλφια του το μερίδιό του σε μετρητά, προκειμένου να επιχειρήσει μόνος. Πράγματι, με το πολύ σεβαστό ποσό που έλαβε από τα αδέλφια του και τις άλλες οικονομίες του, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Γιώργος αγόρασε ένα οικόπεδο αξίας 100 εκατομμυρίων δραχμών σε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη για να ξεκινήσει το δικό του εστιατόριο. Όταν το αγόρασε, το οικόπεδο ήταν απολύτως ελεύθερο και οικοδομήσιμο, καθότι βρίσκεται εντός του σχεδίου της πόλης.
Σε μια από τις γωνίες έχει μάλιστα τη βίλα ενός οπλαρχηγού του 1821, την οποία ο Γιώργος σχεδίαζε να χρησιμοποιήσει ως σημείο αναφοράς για να κάνει το εστιατόριό του ευρύτερα γνωστό. Πλην, όμως, σχεδίαζε μάταια, γιατί το οικόπεδο έγινε αιτία να καταστραφεί. 
Αυτή η συμφορά θα μπορούσε να τον βρει φυσικά αν η επιχειρηματική του ιδέα ήταν ασύμβατη με την τοποθεσία του οικοπέδου, τις ροές δυνητικών πελατών και εκατοντάδες άλλους παράγοντες που κρίνουν την τύχη μιας επένδυσης. Αλλά το κακό τον βρήκε πριν καν ξεκινήσει. Τηλεγραφικά, η ακολουθία των γεγονότων έχει ως εξής:
 Ο Γιώργος αγόρασε το οικόπεδο το 1991 και, ύστερα από εφαρμογή ρυμοτόμησης και δωρεάς προς τον δήμο, η έκταση του οικοπέδου προσδιορίστηκε στα 4.810 τ.μ.
 Το 1994 ο Γιώργος στερήθηκε το δικαίωμα εκμετάλλευσης του οικοπέδου του, συνεπεία ανακήρυξης από το ΥΠΕΧΩΔΕ ως διατηρητέας της βίλας του οπλαρχηγού του 1821 που υπήρχε στη γωνία του οικοπέδου.
 Θεωρώντας την ενέργεια αυτή παράνομη και καταχρηστική, ο Γιώργος κατέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο με απόφασή του το 1997 ακύρωσε την απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ.
 Αφού δεν τα κατάφερε μέσω του ΥΠΕΧΩΔΕ, το 1998 ο δήμος επανήλθε ανοιχτά και χαρακτήρισε το σύνολο του οικοπέδου ως χώρο πρασίνου, αλλά χωρίς να αποζημιώσει τον Γιώργο, ως όφειλε.
 Ο Γιώργος κατέφυγε και πάλι στη Δικαιοσύνη. Αλλά ο χρόνος περνούσε και η Δικαιοσύνη δεν βιαζόταν. Οπότε, το 2002 αναγκάστηκε να ενδώσει και κατόπιν αιτήσεώς του ο δήμος ακύρωσε εν μέρει την προηγούμενη απόφασή του, διατηρώντας τη δέσμευση μόνο επί των 1.427 τ.μ. του οικοπέδου και αποχαρακτηρίζοντας το υπόλοιπο.
 Το 2003 ο δήμος χαρακτήρισε εκ νέου το σύνολο του οικόπεδου ως χώρο πρασίνου, χωρίς και πάλι να καταβάλει την προβλεπόμενη αποζημίωση.
 Από το 2003 μέχρι το 2011 ο Γιώργος δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να πληρώνει δικαστικά παράβολα και δικηγόρους για να βρει το δίκιο του. Ξετινάχτηκε οικονομικά. Αλλά έχοντας ζήσει στη μακρινή χώρα στην οποία είχε μεταναστεύσει δεν μπορούσε να χωνέψει ότι «αυτό είναι το ελληνικό κράτος και όποιον πάρει ο οικονομικός Καιάδας».
 Αποφάσισε λοιπόν να καταφύγει στα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Προς τούτο, ζήτησε από μελετητική εταιρεία να του κάνει μια εκτίμηση της ζημιάς που είχε υποστεί. Η εταιρεία εκτίμησε ότι μπορούσε εύλογα να θεμελιώσει απαίτηση αποζημίωσης μεταξύ 5,5 και 9,5 εκατομμυρίων ευρώ.
Ύστερα από σχεδόν 20 χρόνια δικαστικών αγώνων να σώσει την περιουσία του και να υλοποιήσει τα επιχειρηματικά του σχέδια, το 2011 ο Γιώργος, του οποίου την περίπτωση εξιστορώ, είχε στα χέρια του μια άρτια μελέτη βάσει της οποίας μπορούσε να διεκδικήσει από τον δήμο αποζημίωση μεταξύ 5,5 και 9,5 εκατομμυρίων ευρώ. Η συμβουλή της μελετητικής εταιρείας ήταν να υποβάλει αγωγές κατά του δημάρχου και των δημοτικών συμβούλων και να επιδιώξει την αποζημίωσή του από τις προσωπικές τους περιουσίες, γιατί ήταν προφανές ότι τα δικαστήρια τον είχαν δικαιώσει και δεν μπορούσε πλέον να περιμένει αποδέσμευση της περιουσίας από τις καταχρηστικές αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου μέσω της δικαστικής οδού που σωστά είχε ακολουθήσει.
Αλλά ο Γιώργος, για τους δικούς του λόγους, απέρριψε τη συμβουλή της μελετητικής εταιρείας. Προτίμησε να συμβιβαστεί με τον δήμο και να λάβει σε αντάλλαγμα τη συγκατάθεση του δημάρχου ώστε να προχωρήσει στην έκδοση οικοδομικής άδειας, προκειμένου να προχωρήσει στην κατασκευή του εστιατορίου που είχε προγραμματίσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. 
Αν και στους ώμους του είχαν προστεθεί εν τω μεταξύ πολλά χρόνια, τουλάχιστον με την άδεια που θα ελάμβανε, ο Γιώργος θα περιέσωζε ένα μικρό μέρος της περιουσίας του και παράλληλα θα απέφευγε να δημιουργήσει εχθρότητες και αντιπάθειες μεταξύ των φίλων και των γειτόνων του στον δήμο.
Πράγματι, αφού μπήκε σε όλα τα έξοδα που απαιτούνταν, το 2012 κατάφερε με τη σύννομη έγκριση του δημάρχου, με τον οποίο είχε έλθει προηγουμένως σε συμβιβασμό, να λάβει μια πλήρως νόμιμη οικοδομική άδεια. Οπότε έβαλε μπρος τους σχεδιασμούς του για την κατασκευή του εστιατορίου. Οι αναγνώστες της στήλης μπορούν να φανταστούν πώς αισθανόταν και με την ενέργεια επιδίωξε να διαμορφώσει τον προϋπολογισμό του έργου, σε μια περίοδο μάλιστα που η χώρα βρισκόταν σε οικονομική κρίση. Αλλά πίστευε ακράδαντα στην επιχειρηματική του ιδέα και ήταν διατεθειμένος να διακινδυνεύσει τις οικονομίες που του είχαν απομείνει. Έτσι, το ίδιο έτος έβαλε εμπρός τις εργασίες, δίδοντας -ως ήταν φυσικό- προτεραιότητα στην εκσκαφή.
Ομως, την ίδια ημέρα που έφτασαν στο οικόπεδο τα εκσκαπτικά μηχανήματα για να αρχίσει η κατασκευή του εστιατορίου, έφτασε επίσης εντολή από τον δήμο να μην προχωρήσουν οι εργασίες, γιατί η οικοδομική άδεια που είχε λάβει επρόκειτο να αναιρεθεί.
Οπότε, το μαρτύριο του Γιώργου όχι μόνο δεν τελείωσε μετά και τις δαπάνες για την οικοδομική άδεια στις οποίες υποβλήθηκε, αλλά πέρασε σε χειρότερη φάση, για την οποία θα γράψω στο επόμενο άρθρο μου…
Ο συγκεκριμένος επενδυτής, του οποίου τα μαρτύρια εξιστορώ, βρισκόταν στο τέλος του 2012 με μια καθ’ όλα νόμιμη οικοδομική άδεια στα χέρια του και με ένα εργολαβικό συμβόλαιο προκειμένου να αρχίσει την οικοδόμηση του εστιατορίου, που από 20 και πλέον χρόνια είχε προγραμματίσει και για το οποίο είχε δαπανήσει ήδη ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας του από το 1992. Αλλά ο δήμος και οι δημόσιες υπηρεσίες της περιφέρειας συνέχισαν να επιμένουν στη διακοπή των εργασιών. 
Μέχρι σήμερα δεν προχώρησαν ούτε στην αναίρεση της άδειας, ούτε στην απαλλοτρίωση του οικοπέδου και φυσικά ούτε στην καταβολή του νόμιμου τιμήματος.
Εξάλλου, δέον να επισημανθεί ότι μέχρι σήμερα ο δήμος περί του οποίου πρόκειται, ουδέποτε είχε στη διάθεσή του τα αναγκαία χρήματα για την απαλλοτρίωση του οικοπέδου. Απλώς ευελπιστούν ότι κάποτε θα έχουν τα χρήματα και κερδίζουν χρόνο, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της αυθαιρεσίας και τα παραθυράκια που η κρατική νομενκλατούρα αφήνει κατά κανόνα στους νόμους, προκειμένου τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα με τα οποία διαπλέκονται να μπορούν να επιβιώνουν σε βάρος της προόδου της χώρας και του κοινωνικού συνόλου το οποίο υποκρίνονται ότι υπηρετούν.
Σήμερα που γράφω, η κατάσταση αυτή συνεχίζεται και χειροτερεύει εις βάρος του Γιώργου. Γιατί τώρα βρίσκεται να οφείλει στο Δημόσιο περί τις 110.000 ευρώ, ποσό που του έχει καταλογιστεί ως ΕΝΦΙΑ επί του οικοπέδου.
Με άλλα λόγια, ενώ έχει δικαιωθεί από όλα τα δικαστήρια, οι κατά καιρούς δήμαρχοι και δημοτικά συμβούλια, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποστέρησαν από τον Γιώργο τη χρήση των περιουσιακών του δικαιωμάτων για περίπου τρεις δεκαετίες, και τώρα έρχεται το Δημόσιο και απαιτεί την καταβολή ενός υπέρογκου φόρου, ο οποίος δεν βρισκόταν στον προγραμματισμό του για το εστιατόριο.
Εκτός των τεράστιων θεμάτων ηθικής και συνταγματικής τάξης που τίθενται, για τα οποία θα γράψω στο επόμενο άρθρο μου, αυτό που βρίσκω καταπληκτικό και επιθυμώ να θέσω υπόψη των αναγνωστών της στήλης είναι ότι ελεγμένα η περιπέτεια του Γιώργου δεν αποτελεί εξαίρεση στη χώρα μας. Αποτελεί τον κανόνα. Γι’ αυτό η επενδυτική απραξία από τους πολλούς μικρούς γηγενείς επενδυτές που η χώρα έχει πρωταρχική ανάγκη θα συνεχιστεί.
Είμαι βέβαιος ότι θα έλθουν κάποιες μεγάλες επενδύσεις που θα έχουν εκ των προτέρων εξασφαλισμένη υψηλή απόδοση
Αλλά η ανάπτυξη δεν θα προκύψει απ’ αυτές. 
Η ανάπτυξη θα έλθει όταν πολλοί μικροί επενδυτές, όπως ο Γιώργος, πειστούν και αναλάβουν τους μεγάλους κινδύνους που πηγάζουν από το ίδιο το κράτος μας και τους λειτουργούς του.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια