-->

Header Ads

Γιατί «φρενάρουν» οι ιδιωτικοποιήσεις και οι εξαγωγές



Νίκος Αυγουλέας

Νομίζω ότι μπορεί κανείς, σχετικά ευχερώς,να εντοπίσει πλειάδα παραγόντων (νομικών ή μη), οι οποίοι δημιουργούν προσκόμματα στις διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων.

Θα αναφερθώ μόνο σε συγκεκριμένα ζητήματα που οφείλονται στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο, και ειδικότερα σε ζητήματα που αφορούν κυρίως (αλλά εν τέλει όχι μόνο) στις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης/αξιοποίησης έγγειων περιουσιακών στοιχείων, είτε πρόκειται για ακίνητα που προσφέρονται για εκμετάλλευση (συνήθως τουριστική) είτε για υποδομές που εξυπηρετούν συγκεκριμένους σκοπούς, όπως επί παραδείγματι οι λιμένες κ.τ.λ.

Οι παρατηρήσεις που θα ακολουθήσουν αφορούν αρκετές αν όχι τις περισσότερες περιπτώσεις ιδιωτικοποιήσεων. Θα αντλήσω παραδείγματα κυρίως από τις περιπτώσεις στις οποίες η δικηγορική εταιρεία μας είτε διατέλεσε σύμβουλος του ΤΑΙΠΕΔ, όπως είναι η περίπτωση της έκτασης του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, είτε διατέλεσε σύμβουλος του επενδυτή, όπως είναι η περίπτωση της COSCO αρχικά σε σχέση με την παραχώρηση της διαχείρισης και εκμετάλλευσης των προβλητών ΙΙ και ΙΙΙ και έπειτα για την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς και η περίπτωση της έκτασης στην περιοχή Αφάντουστη Ρόδο.

Το ζήτημα είναι ότι το θεσμικό πλαίσιο δεν παρέχει ασφάλεια στον επενδυτή που συμμετέχει στις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης/αξιοποίησης για το ότι αποκτά ένα περιουσιακό στοιχείο, για την αξιοποίηση του οποίου δεν θα συναντήσει (μη αναμενόμενα) προσκόμματα.

Όπως ξέρετε, η διαδικασία ιδιωτικοποίησης μέσω του ΤΑΙΠΕΔ, σε πολύ αδρές γραμμές, ξεκινά με τη μεταβίβαση ενός περιουσιακού στοιχείου στο ΤΑΙΠΕΔ, που το Ταμείο είναι υποχρεωμένο εκ του νόμου να το αξιοποιήσει κατά το βέλτιστο δυνατό τρόπο.Στο πλαίσιο αυτό καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια από το Ταμείο για την «ωρίμανση» των περιουσιακών στοιχείων, ώστε να απαλλαγούν από τα προβλήματα που διαγιγνώσκονται.

Ειδικά, δε στο κεφάλαιο Β΄ του Ν. 3986/2011 έχει προβλεφθεί ικανός αριθμός εργαλείων για την αποκαλούμενη «πολεοδομική ωρίμανση των δημόσιων ακινήτων», αλλά πέραν των χωροταξικών και πολεοδομικών ζητημάτων ρυθμίζονται και ζητήματα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που στην πράξη – όπως στην περίπτωση της Αφάντου - είχαν γεννηθεί διότι οι απαλλοτριώσεις δεν είχαν εκπληρώσει τον σκοπό τους.

Παρά την ομολογουμένως κοπιώδη προσπάθεια που καταβάλλεται από το Ταμείο και παρά τα ειδικά νομικά εργαλεία, ο επενδυτής που συμμετέχει σε μια διαδικασία ιδιωτικοποίησης, λόγω του θεσμικού πλαισίου, δεν έχει ούτε κατά τη διάρκεια της διαγωνιστικής διαδικασίας ούτε (πολύ χειρότερα) μετά την υπογραφή της σχετικής σύμβασης επαρκή βεβαιότητα, κατά περίπτωση:

(α) για το τι εν τέλει έχει αποκτήσει,
(β) για το αν το επενδυτικό σχέδιό του μπορεί να αδειοδοτηθεί υπό το ισχύον νομικό πλαίσιο και
(γ) κυρίως σε ποιο χρόνο θα υλοποιηθεί αυτό το επενδυτικό σχέδιο.

Όταν αναφέρομαι σε ζήτημα που γεννάται από το θεσμικό πλαίσιο αναφέρομαι προεχόντως στις ενέργειες κρατικών υπηρεσιών ‒ επισημαίνω ότι πρόκειται για ενέργειες εντός του πλαισίου των προδιαγραφόμενων στο νόμο των αρμοδιοτήτων τους ‒οι οποίες όμως δεν στοιχούν προς τη βούληση του Δημοσίου να προχωρήσει με την ιδιωτικοποίηση/αξιοποίηση ενός περιουσιακού στοιχείου του.

Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς στις ενέργειες των δασικών υπηρεσιών, των κτηματικών υπηρεσιών κ.ο.κ., αλλά έχω κυρίως κατά το νου τις αρχαιολογικές υπηρεσίες, τόσο τις κατά τόπους Εφορείες όσο και το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο.

Ένα κοινό των έργωντα οποία σας προανέφερα και στα οποία έχουμε διατελέσει σύμβουλοι είτε του ΤΑΙΠΕΔ είτε του επενδυτή είναι ότι και στις τρεις περιπτώσεις (Ελληνικό, Αφάντου και ΟΛΠ) λόγω των ενεργειών των αρχαιολογικών υπηρεσιών είτε τίθεται εν αμφιβόλω η υλοποίηση της επένδυσης (που είναι η μάλλον σπανιότερη περίπτωση) είτε η ανάμειξή τους προκαλεί τεράστια χρονική καθυστέρηση στην υλοποίηση των επενδύσεων.

Πέραν των καθυστερήσεων που προκάλεσε η ανάμειξη του ΚΑΣ στην αξιοποίηση του Ελληνικού και της έκτασης στην Αφάντου της Ρόδου, όπως όλοι δημοσιογραφικά ενημερωθήκαμε, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα το ΚΑΣ κήρυξε ένα σημαντικό κομμάτι του Πειραιά ως αρχαιολογικό χώρο (κατόπιν προτάσεως της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων), χωρίς να εξαιρέσει εξ όσων είμαστε σε θέση αυτή τη στιγμή να γνωρίζουμε τη χερσαία ζώνη του λιμένα. Στην ίδια συνεδρίαση ενόψει και του ανωτέρω χαρακτηρισμού δεν ενέκρινε το Αρχικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα και Μελέτη Διαχείρισης (masterplan) που είχε κατατεθεί από τον ΟΛΠ, αλλά ζήτησε ουσιώδεις μεταβολές.

Το ζήτημα, κατά την αντίληψή μου, δεν είναι αν θα πρέπει να υπάρχει προστασία των αρχαιολογικών ευρημάτων και του φυσικού περιβάλλοντος. Αυτό είναι αυτονόητο. Όσα προανέφερα δεν αποτελούν ούτε κριτική στο ότι η ευαισθησία μας στην προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος φαίνεται να οξύνεται μόνο ενόψει της υλοποίησης μιας σημαντικής επένδυση και να αμβλύνεται όταν αφορά ατομικές περιπτώσεις, οι οποίες όμως σωρευτικά οδηγούν σε πολύ μεγαλύτερη επιβάρυνση.

Οι παρατηρήσεις μου εν προκειμένω αφορούν στην ασφάλεια που επιβάλλεται να παρέχεται σε έναν επενδυτή ο οποίος συμμετέχει σε μια διαδικασία αξιοποίησης κατόπιν δημόσιας διεθνούς πρόσκλησης, για το ότι το περιουσιακό στοιχείο θα μπορέσει να αποτελέσει αντικείμενο αξιοποίησης (και δη της ενδεδειγμένης).

Το πρόβλημα κατά την αντίληψή μας είναι θεσμικό/κανονιστικό και συνίσταται στο χρόνο εμπλοκής των διαφόρων Υπηρεσιών που φαίνεται να λειτουργούν ανασχετικά στιςδιαδικασίες αξιοποίησης ακινήτων.Θα πρέπει κατ’ εμάς να ενισχυθεί περαιτέρω το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις αποκρατικοποιήσεις, ώστε να μην επιτρέπει μεταβολές στο χαρακτηρισμό μιας έκτασης μετά από ορισμένο σημείο, το οποίο χρονικά θα πρέπει να τοποθετείται οπωσδήποτε πριν από την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας.

Το σκεπτικό δεν είναι το περιουσιακό στοιχείου που δίδεται προς αξιοποίηση στον επενδυτή να μην υπόκειται σε περιβαλλοντικούς ή αρχαιολογικούς περιορισμούς – αυτό δεν συζητείται –, θα πρέπει όμως ο επενδυτής να γνωρίζει αυτούς τους περιορισμούς ήδη κατά την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας.

Επί παραδείγματι θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι μετά την μεταβίβαση μιας έκτασης στο ΤΑΙΠΕΔ ότι οι αρμόδιες δασικές και αρχαιολογικές υπηρεσίες οφείλουν εντός ορισμένου, επαρκούς, χρονικού διαστήματος να τοποθετηθούν σχετικά με το δασικό ή μη χαρακτήρα της έκτασης και των τυχόν άλλων επιβαλλόμενων περιβαλλοντικών περιορισμών και σχετικά με το αν η έκταση παρουσιάζει αρχαιολογικό ενδιαφέρον ή όχι (και τι περιορισμούς αυτό συνεπάγεται) και εν γένει για τα θέματα της αρμοδιότητάς τους και εφεξής να μην είναι δυνατή η επί τα χείρω μεταβολή του καθεστώτος αυτού υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.

Να αναγνωρίζεται δηλαδή κατ’ αρχάς προβάδισμα στην προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, εφόσον ο χαρακτηρισμός όμως έλαβε χώρα στο ορθό χρονικό σημείο. Έπειτα προβάδισμα θα πρέπει να έχει η ολοκλήρωση της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης/αξιοποίησης που και αυτή δημόσιο συμφέρον εξυπηρετεί, έστω άλλης μορφής (δημοσιονομικό).

Θα μπορούσε να αντιπροτείνει κανείς σε όσα προανέφερα ότι τα ως άνω είναι υπερβολικά, και ότι ο επενδυτής προστατεύεται είτε διότι οι αναγκαίες εγκρίσεις και άδειες αποτελούν όρο της έναρξης ισχύος της σχετικής σύμβασης είτε διότι σε κάθε περίπτωση θα προβλέπεται συμβατικά κάποιος μηχανισμός αποζημίωσης για καθυστερήσεις που ανήκουν στη σφαίρα ευθύνης του Δημοσίου.

Αυτό όμως δεν είναι επαρκές. Δεν είναι δυνατό να προσελκύσεις διεθνείς επενδυτές, οι οποίοι θα εμπλέκονται σε μια διαγωνιστική διαδικασία, δεσμεύοντας πόρους και υποβαλλόμενοι στις σχετικές δαπάνες για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να έχουν ουσιαστική εξασφάλιση για το εφικτό (και έγκαιρα εφικτό) της αξιοποίησης του ακινήτου.

Κανείς, νομίζω, δεν αντιλαμβάνεται ως θετική για τους διεθνείς επενδυτές την εξέλιξη στο Ελληνικό ή στο Αφάντου ή στον ΟΛΠ λόγω των εκ των υστέρων παρεμβάσεων του ΚΑΣ. Αρκεί κανείς να κάνει μια πρόχειρη έρευνα στο διαδίκτυο. Θα βρει σχετικές αναφορές και σε διεθνή μέσα.

Επαναλαμβάνω ότι αυτό που συζητείται δεν είναι να μειωθεί η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, αλλά να ενταθεί η παρεχόμενη στον επενδυτή ασφάλεια με τη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου ως προς το χρόνο εμπλοκής των αρμόδιων υπηρεσιών.

Το ζήτημα δηλαδή δεν είναι η ωριμότητα ή μη των περιουσιακών στοιχείων που διατίθενται προς αξιοποίηση, αλλά η ανωριμότητα του συνολικού θεσμικού πλαισίου να υποστηρίξει με τη δέουσα σοβαρότητα διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων, παρέχοντας την αναγκαία ασφάλεια στους επενδυτές.


* Ο Νίκος Αυγουλέας είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, ειδικευμένος στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, εταίρος της δικηγορικής εταιρείας «Φορτσάκης, Διακόπουλος, Μυλωνογιάννης και Συνεργάτες». Το άρθρο ήταν η βάση συζήτησης στο πλαίσιο συνεδρίου που έγινε στις 9 Απριλίου 2019 στην Αθήνα με αντικείμενο τις ιδιωτικοποιήσεις και τις εξαγορές

protothema
Edit

Δεν υπάρχουν σχόλια

Παρακαλούμε σχολιασμούς επί της ουσίας.
Τα σχόλια σας δεν περνάν από έλεγχο γιατί πιστεύουμε ότι δεν θα θίγουν κάποιον προσωπικά με βρισιές και συκοφαντίες.
Τέτοιου είδους σχόλια δεν περνάν από έλεγχο, αλλά θα διαγράφονται μετά την δημοσίευση.
Παρακαλούμε να γράφετε σε πεζά και όχι κεφαλαία
-------------------------------------------------------------------------
Ο ΔΙΚΤΥΟΥΡΓΟΣ ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα - αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω, φόρμας επικοινωνίας.
Ευχαριστούμε

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

loading...
Από το Blogger.