Αμερικανίδα ξύπνησε μιλώντας με βρετανική προφορά

Αμερικανίδα ξύπνησε μιλώντας με βρετανική προφορά - Καρκίνος: Τα επεξεργασμένα τρόφιμα αυξάνουν τον κίνδυνο -

[alert title="Ειδοποίηση:" icon="info-circle"]
Με πάτημα στ΄αριστερά, ανοίγει η ανάρτηση
[/alert]
[vtab]
[content title="1ον - Αμερικανίδα ξύπνησε μιλώντας με βρετανική προφορά"]
Αμερικανίδα ξύπνησε μιλώντας με βρετανική προφορά

Μια 45άχρονη γυναίκα από την Αριζόνα των ΗΠΑ, η Μισέλ Μάγιερς – πρώην βασίλισσα ομορφιάς και μητέρα επτά παιδιών- ξύπνησε μια μέρα και διαπίστωσε ότι δεν μιλούσε πια με τη συνηθισμένη αμερικανική προφορά, αλλά με άψογη βρετανική προφορά. Η Μάγιερς όμως ζούσε πάντα στις ΗΠΑ.

Η γυναίκα έπεσε να κοιμηθεί ύστερα από τρομερό πονοκέφαλο και το πρωί, προς μεγάλη έκπληξή της, μιλούσε σαν Αγγλίδα. Το περιστατικό συνέβη το 2015, αλλά έγινε μόνο πρόσφατα γνωστό. Η βρετανική προφορά της παραμένει μέχρι σήμερα.

Στο παρελθόν είχε συμβεί στην ίδια γυναίκα να ξυπνήσει και να μιλάει με ιρλανδική ή με αυστραλιανή προφορά, αλλά και τις δύο προηγούμενες φορές η αλλαγή της προφοράς είχε διαρκέσει μόνο για μια εβδομάδα.

Η Μάγιερς έχει διαγνωσθεί με το λεγόμενο «σύνδρομο ξένης προφοράς», μια διαταραχή στην οποία ένας άνθρωπος ξαφνικά αποκτά ξενική προφορά. Το σύνδρομο αυτό είναι σπάνιο (έχουν αναφερθεί μόνο περί τα 60 περιστατικά τον 20ό αιώνα) και συνήθως συμβαίνει μετά από εγκεφαλικό ή τραύμα στο κεφάλι.

Δεν είναι βέβαιο ότι κάτι από αυτά συνέβη στην περίπτωση της Μάγιερς, η οποία δήλωσε: “Είμαι λυπημένη. Νιώθω σαν ένα διαφορετικό πρόσωπο. Το βρήκα πραγματικά δύσκολο και οι άνθρωποι πίστευαν ότι ήταν ένα αστείο. Συνειδητοποιώ ότι ίσως κρατήσει για πάντα”.

“Δεν θα το ξεχάσω ποτέ”, ανέφερε η Μάγιερς. «Η όρασή μου ήταν κακή. Δεν μπορούσα να δω από το δεξί μου μάτι και όλη μου η αριστερή πλευρά απλά δεν λειτουργούσε. Ο αδελφός μου με οδήγησε στα επείγοντα περιστατικά. Έχανα τη γνωστική λειτουργία μου. Προσπαθούσα να πω κάτι και προέκυπταν εντελώς διαφορετικές λέξεις. Ήταν σαν να μην μπορούσα να επεξεργαστώ τις λέξεις”.

Μετά από μια νύχτα στο ιατρικό κέντρο Mercy, στο Redding της Καλιφόρνια, η Μάγιερς ξύπνησε και διαπίστωσε ότι το μεγαλύτερο μέρος της γνωστικής λειτουργίας της είχε επιστρέψει αλλά μιλούσε με αγγλική προφορά. Σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα περιστατικά που της συνέβησαν, η φωνή της δεν επέστρεψε στο φυσιολογικό.

Η ίδια είπε: «Δεν ήμουν ποτέ στο εξωτερικό, αλλά η οικογένειά μου συνεχίζει να με πειράζει, λέγοντάς μου ότι ακούγομαι σαν να έχω μεταναστεύσει στην Αμερική από την Αγγλία. Μερικές φορές, οι άνθρωποι μπορεί να είναι εχθρικοί. Προσπαθώ να εξηγήσω ότι είμαι Αμερικανίδα και λένε, “Γιατί, επειδή πήρες πράσινη κάρτα;” Νομίζουν ότι είμαι ξένη και παντρεύτηκα έναν Αμερικανό πολίτη. Τα μικρότερα παιδιά μου άρχισαν να παίρνουν την προφορά μου”.

Και πρόσθεσε: “Για τους περισσότερους ανθρώπους αυτή η κατάσταση προκαλείται από τραυματισμό εγκεφάλου ή εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά όλες οι σαρώσεις MRI ήταν σαφείς. Το μόνο πράγμα που οι γιατροί παρατήρησαν ήταν ότι έχω μικρότερο από το κανονικό στέλεχος εγκεφάλου, αλλά αυτό μπορεί να είναι κάτι με το οποίο γεννήθηκα”.

Να σημειωθεί ότι μια άλλη γυναίκα στις ΗΠΑ, το 2010, όταν έπεσε από τις σκάλες, άρχισε να μιλά αγγλικά με ρωσική προφορά.
πηγή:healthyliving
[/content]
[content title="2ον - Καρκίνος: Τα επεξεργασμένα τρόφιμα αυξάνουν τον κίνδυνο"]
Καρκίνος: Τα επεξεργασμένα τρόφιμα αυξάνουν τον κίνδυνο

Τα μεταποιημένα σνακ, ποτά και επιδόρπια μπορεί να σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου, σύμφωνα με γαλλική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The BMJ. H μελέτη επικεντρώθηκε στα εξαιρετικά επεξεργασμένα τρόφιμα, τα οποία τείνουν να έχουν πολλά λιπαρά, ζάχαρη και αλάτι.

Ως τρόφιμα υψηλής επεξεργασίας νοούνται τα προμαγειρεμένα γεύματα, τα πάσης φύσεως αλμυρά και γλυκά σνακς, τα αναψυκτικά, τα δημητριακά που περιέχουν προστιθέμενη ζάχαρη και τα κατεργασμένα κρέατα. Τα επεξεργασμένα τρόφιμα περιέχουν συντηρητικά, πρόσθετα και χρωστικές ουσίες.

Υπολογίζεται ότι σε ορισμένες χώρες του δυτικού κόσμου, τα τρόφιμα υψηλής επεξεργασίας αναλογούν στο 50% της συνολικής ημερήσιας ποσότητας θερμίδων. Μια προηγούμενη έρευνα έχει διαπιστώσει ότι οι Αμερικανοί παίρνουν το 61% των θερμίδων τους από τα έντονα επεξεργασμένα τρόφιμα.

Σχετική συνεισφορά κάθε ομάδας τροφίμων στα πολύ επεξεργασμένα τρόφιμα.

Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, μεταξύ περίπου 104.980 Γάλλων ενηλίκων (22% άνδρες και 78% γυναίκες), κατά μέσο όρο 43 ετών, μια αύξηση κατά 10% του ποσοστού των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων στη διατροφή συσχετίστηκε με 12% υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου.

Η μελέτη αυτή είναι η πρώτη που διερεύνησε τη σχέση μεταξύ καρκίνου και πολύ επεξεργασμένων τροφίμων (βιομηχανικών σκευασμάτων που περιέχουν συνήθως πολλά συστατικά, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που δεν απαντώνται στην τυπική κουζίνα), είπε η επικεφαλής της μελέτης Mathilde Touvier, ερευνήτρια στο Sorbonne Paris Cité Κέντρο Ερευνών Επιδημιολογίας και Στατιστικής.

Η έρευνα αποκάλυψε μια στατιστική σύνδεση, πράγμα που σημαίνει ότι είναι αδύνατο σε αυτό το σημείο να πούμε ότι τα επεξεργασμένα τρόφιμα προκαλούν καρκίνο, προειδοποιεί η Touvier. Παρ ‘όλα αυτά, η συσχέτιση ήταν εντυπωσιακή.

Κατά τη διάρκεια των πέντε ετών παρακολούθησης της μελέτης, περίπου 2.200 άτομα διαγνώστηκαν με καρκίνο. Εκτός από την αύξηση του συνολικού κινδύνου για καρκίνο κατά 12%, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η διατροφή των επεξεργασμένων τροφών σχετίζεται με την αύξηση της πιθανότητας εμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά 11%. Δεν παρατηρήθηκε έντονη σύνδεση με τον καρκίνο του προστάτη και τον καρκίνο του παχέος εντέρου.

Πάντως, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι ο κίνδυνος καρκίνου ήταν μειωμένος για όσους κατανάλωναν πολλά τρόφιμα που δεν έχουν υποστεί πολλή επεξεργασία, όπως φρέσκα φρούτα και λαχανικά, όσπρια, ρύζι, ζυμαρικά, γάλα, ψάρια και αβγά.

Τα επεξεργασμένα τρόφιμα είναι συχνά υψηλά σε φλεγμονώδη συστατικά, όπως η ζάχαρη και ορισμένα λίπη – είναι γνωστό ότι η χρόνια φλεγμονή αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου. Η Touvier είπε ότι η μελέτη υποδηλώνει πως και άλλα στοιχεία μπορεί να είναι υπεύθυνα για τη σύνδεση των επεξεργασμένων τροφών με τον καρκίνο.

Πιθανές αιτίες μπορεί να είναι τα πρόσθετα τροφίμων. “Μερικά από τα οποία είναι αρκετά αμφιλεγόμενα καθώς μελέτες ζώων υποδεικνύουν πιθανές καρκινογόνες ιδιότητες”, είπε η Touvier. Περισσότεροι από 250 χημικά επιτρέπονται ως πρόσθετα τροφίμων στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Για ορισμένα από αυτά, πειραματικές μελέτες σε ζωικά ή κυτταρικά μοντέλα
έχουν προτείνει καρκινογόνες ιδιότητες που αξίζουν περαιτέρω έρευνα στους ανθρώπους, έγραψαν οι ερευνητές της μελέτης.

Για παράδειγμα, το διοξείδιο του τιτανίου (TiO2), ένα πρόσθετο τροφίμων που περιέχει σωματίδια σε νανοκλίμακα και χρησιμοποιείται ως μέσο λεύκανσης ή σε συσκευασίες που έρχονται σε επαφή με τα τρόφιμα για να παρέχει καλύτερη υφή και αντιμικροβιακή δράση ίσως προωθεί καρκινικές βλάβες στο παχύ έντερο και χρόνιες εντερικές φλεγμονές. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και ο Διεθνής Οργανισμός Έρευνας για τον Καρκίνο αξιολόγησαν το TiO2 ως “πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο”. Οι επιδράσεις ορισμένων γλυκαντικών όπως η ασπαρτάμη στον ανθρώπινο μεταβολισμό και στη σύνθεση των μικροβίων του εντέρου είναι επίσης ένα αμφιλεγόμενο θέμα. Ανησυχία υπάρχει και για τις νιτροζαμίνες των κρεάτων.

Άλλα μόρια που προκαλούν καρκίνο μπορεί να προέρχονται από υλικά που βρίσκονται στη συσκευασία των επεξεργασμένων τροφίμων. Τα τελευταία χρόνια, η δισφαινόλη Α είναι ύποπτη για πρόκληση καρκίνου.

Τέλος, ενώσεις όπως το ακρυλαμίδιο, που παράγονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παρασκευής των τροφίμων μπορεί να παίζουν ρόλο. Μια πρόσφατη μετα-ανάλυση βρήκε συσχέτιση μεταξύ της διατροφικής ακρυλαμίδης και του κινδύνου του καρκίνου των νεφρών και του ενδομητρίου σε άτομα που δεν καπνίζουν. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για την Ασφάλεια των Τροφίμων (European Food Safety Agency) έκρινε ότι τα στοιχεία από τα ζώα επαρκούν για την ταξινόμηση του ακρυλαμιδίου ω; γονιδιοτοξικό.

Να σημειωθεί ότι 14,1 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις καρκίνου διαγνώστηκαν το 2012. Σύμφωνα με το American Institute for Cancer Research, περίπου το ένα τρίτο των πιο κοινών
καρκίνων θα μπορούσαν να αποφευχθούν μεταβάλλοντας τον τρόπο ζωής και τις διατροφικές συνήθειες στις ανεπτυγμένες χώρες.

Πηγή
[/content]
[content title="3ον - Δεν υπήρξε “συνωμοσία της ζάχαρης” κατά του λίπους, λένε δύο ιστορικοί"]
Δεν υπήρξε “συνωμοσία της ζάχαρης” κατά του λίπους, λένε δύο ιστορικοί

Τα τελευταία χρόνια έχουν έρθει στο φως ορισμένα στοιχεία που δείχνουν ότι η βιομηχανία ζάχαρης χρηματοδότησε σημαντικούς ερευνητές του Χάρβαρντ στη δεκαετία του 1960 προκειμένου να ρίξουν όλες τις κατηγορίες για την επιδημία των καρδιακών προσβολών στο λίπος και να αθωώσουν τη ζάχαρη.

Δύο ιστορικοί αμφισβητούν ότι η χρηματοδότηση της ανασκόπησης αυτής έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στο ποιες απόψεις τελικά επικράτησαν. Πρόκειται για τους David Johns και Gerald Oppenheimer από το Columbia University’s Mailman School of Public Health και το City University of New York. Το άρθρο τους δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science.

Το άρθρο επικεντρώνεται στην ερμηνεία των εγγράφων που ανακαλύφθηκαν σε ιστορικά αρχεία σχετικά με τη χρηματοδότηση ερευνητών του Χάρβαρντ στη δεκαετία του 1960, προκειμένου να “εκτροχιαστεί” η διατροφική πολιτική. Οι Johns και Oppenheimer τονίζουν ότι δεν υπερασπίζονται τη βιομηχανία ζάχαρης και ότι το έργο τους δεν υποβαθμίζει άλλες προσπάθειες που εκθέτουν τις αμφίβολες εμπορικές τακτικές.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, τρεις σημαντικοί επιστήμονες διατροφής του Χάρβαρντ, ο Mark Hegsted, ο Frederick Stare και ο Robert McGandy, ολοκλήρωσαν μια ανασκόπηση που έδειχνε ότι η κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών ήταν αυτή που συνδεόταν με τα καρδιακά εμφράγματα και όχι η κατανάλωση της ζάχαρης. Η ανασκόπηση όμως είχε πληρωθεί από τη βιομηχανία ζάχαρης και πρόσφατα έγινε γνωστή η αλληλογραφία μεταξύ του Hegsted και ενός υψηλά ιστάμενου στελέχους της βιομηχανίας ζάχαρης, του John Hickson, αντιπροέδρου και διευθυντή έρευνας του Sugar Research Foundation ενός οργανισμού που εξέφραζε τα συμφέροντα της βιομηχανίας. Οι τρεις συγγραφείς του Χάρβαρντ δεν αποκάλυψαν ποτέ ότι είχαν χρηματοδοτηθεί από τη βιομηχανία ζάχαρης διότι τέτοιες οικονομικές αποκαλύψεις δεν απαιτούνταν τότε.

Οι Johns και Oppenheimer λένε ότι η ανασκόπηση βασίστηκε στο κυρίαρχο διατροφικό υπόδειγμα της εποχής, και ότι ο Hegsted δεν επηρεάστηκε στα συμπεράσματά του από τη χρηματοδότηση. Αναφέρουν μάλιστα ότι στις 6 Μαΐου 1965, σε συνεδρίαση του Nutrition Foundation στο Χάρβαρντ, ο Hegsted ξεκίνησε αναφερόμενος στις μελέτες που συνέδεαν τους υδατάνθρακες με την καρδιακή νόσο, αναγνωρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί του Yudkin – του Βρετανού επιστήμονα που υποστήριζε ότι η ζάχαρη έφταιγε κυρίως για τις καρδιακές προσβολές – “αξιζαν να εξεταστούν” αλλά ήταν δύσκολο να πιστωθούν “χωρίς ελεγχόμενα εργαστηριακά δεδομένα”.

Οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η American Heart Association και η κυβέρνηση των ΗΠΑ αγκάλιασαν την ιδέα των χαμηλών λιπαρών διότι βασιζόταν σε μεταβολικές και επιδημιολογικές έρευνες, συμπεριλαμβανομένης της μελέτης Framingham. Οι ισχυρισμοί ότι η ζάχαρη προκαλεί καρδιοπάθειες μέσω της αύξησης των τριγλυκεριδίων είχε πολύ λιγότερη υποστήριξη εκείνη την εποχή. Σήμερα είναι γνωστό ότι η ζάχαρη αλλάζει το προφίλ της χοληστερόλης -δημιουργεί μικρότερα σε μέγεθος LDL σωματίδια και άρα πιο επικίνδυνα- αλλά τότε αυτό δεν ήταν γνωστό.

Οι συγγραφείς που θεωρούν πως η χρηματοδότηση ενός επιστήμονα από τη βιομηχανία τροφίμων δεν σημαίνει ότι χάνει την ανεξάρτητη σκέψη του, έγραψαν: “Θεωρούμε ότι είναι λάθος να δαιμονοποιούμε τους επιστήμονες και την έρευνά τους όταν υπάρχουν στοιχεία για ιδιωτική χρηματοδότηση. Η ανάλυσή μας δείχνει πώς οι συνωμοσιολογικές αφηγήσεις στην επιστήμη μπορούν να στρεβλώσουν το παρελθόν στην υπηρεσία των σύγχρονων αιτιών και της ασαφούς γνήσιας αβεβαιότητας που περιβάλλει τις πτυχές της έρευνας, βλάπτοντας τις προσπάθειες για τη διαμόρφωση καλά αποδεδειγμένων πολιτικών”.

Έγραψαν επίσης ότι ο Yudkin είχε στραφεί και αυτός στη βιομηχανία για υποστήριξη. “Είμαι πάντα σύμβουλος της βιομηχανίας τροφίμων”, είχε δηλώσει ο Yudkin το 1979 σε μια συνέντευξή του, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν “εξαιρετικά παράλογο” για ένα διατροφολόγο να αρνηθεί μια συνεργασία με τη βιομηχανία τροφίμων.

Το 1964, ο Yudkin χρησιμοποίησε ερωτηματολόγια για την αξιολόγηση της πρόσληψης της ζάχαρης από 70 άνδρες εκ των οποίων κάποιοι είχαν καρδιακό πρόβλημα. Βρίσκοντας μια σημαντική διαφορά στην πρόσληψη της ζάχαρης μεταξύ αυτών των ατόμων, έγραψε στη μελέτη του που δημοσιεύθηκε στο Lancet ότι οι άνθρωποι που παίρνουν πολλή ζάχαρη – για παράδειγμα στο τσάι ή στον καφέ τους – είναι πολύ πιο πιθανό να πάθουν καρδιακή προσβολή από εκείνους λαμβάνουν λίγη ζάχαρη. Η δημοσίευση αυτή δέχτηκε 20 επιστολές
με ερωτήσεις για άλλους παράγοντες που δεν ελήφθησαν υπόψη όπως το κάπνισμα και το σωματικό βάρος.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η βιομηχανία γαλακτοκομικών προϊόντων είχε χρηματοδοτήσει μια μελέτη που ανέλαβε ο Hegsted αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν προς όφελός της. Τα αποτελέσματα έδειχναν να αναιρούν την άποψη του Yudkin και αυτός ήταν ο λόγος που η βιομηχανία της ζάχαρης προσέγγισε τον Hegsted για τη διεξαγωγή της επίμαχης ανασκόπησης η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό New England Journal of Medicine το 1967. Η ανασκόπηση αυτή έβαλε τέλος στη συζήτηση γύρω από το βλαβερό ρόλο της ζάχαρης, η οποία όμως άνοιξε ξανά τα τελευταία χρόνια.

Ο Yudkin συνέχισε τις έρευνές του για το ρόλο της ζάχαρης χρηματοδοτούμενος από τη βιομηχανία τροφίμων. Το 1966 ανέφερε ότι λάμβανε 25.000 βρετανικές λίρες ετησίως (530.000 σε τρέχουσα αξία το 2018) από “μεγάλους κατασκευαστές τροφίμων”. Ως σύμβουλος της βιομηχανίας γαλακτοκομικών προϊόντων, περιόδευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες,
προωθώντας τη θεωρία του για το ρόλο της ζάχαρης. Οι δύο συγγραφείς αναφέρουν ότι με αφορμή μια βιομηχανική συνάντηση, ο Yudkin είπε αργότερα ότι η έρευνά του για τη ζάχαρη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως “τακτική εκτροπής” που θα μπορούσε να αποδειχθεί “επωφελής απελευθερώνοντας το βούτυρο από οποιαδήποτε ενοχή”.

Είναι σήμερα γνωστό ότι δημιουργήθηκε μια σημαντική αντιπαράθεση μεταξύ των ερευνητών που υποστήριξαν ότι έφταιγε το λίπος για τις καρδιακές προσβολές και του Yudkin. “Θεωρώ τον Yudkin ως απειλή αποτροπής της καλής διατροφικής πολιτικής”, είχε γράψει ο Hegsted σε έναν συνάδελφό του το 1969. Εκείνη τη χρονιά, η βιομηχανία ζάχαρης συγκάλεσε μια ομάδα συμβούλων καρδιακών παθήσεων, συμπεριλαμβανομένου ενός επιστήμονα από το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (NIH) για να συζητηθεί μια πιθανή “αντι-Yudkin” προσπάθεια επειδή “αν και οι Βρετανοί επιστήμονες είναι επικριτικοί απέναντί του και στα αδύνατα δεδομένα του, αυτός έχει το ενδιαφέρον του Τύπου”. Η επιτροπή ανέφερε το 1970 ότι τα στοιχεία για την υπόθεση της ζάχαρης δεν είχαν ισχυρή βάση. Έτσι άρχισε το τέλος της υπόθεσης της ζάχαρης. Το 1972, ο Yudkin έγραψε το βιβλίο του Pure, White and Deadly”, αναφερόμενος φυσικά στη ζάχαρη, που αποτέλεσε το κόκκινο πανί της βιομηχανίας ζάχαρης.

Δεν ισχυριζόμαστε η βιομηχανία ζάχαρης δεν επηρέασε την ανασκόπηση του Χάρβαρντ, είπαν οι δύο συγγραφείς, ή τις διατροφικές απόψεις γενικά. Αλλά πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει κανένας καλός λόγος για να συμπεράνουμε ότι η χορηγία της ανασκόπησης ήταν αυτή που επηρέασε σημαντικά τη διατροφική επιστήμη και πολιτική.
πηγή:
[/content]
[/vtab]
Labels:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε σχολιασμούς επί της ουσίας.
Τα σχόλια σας δεν περνάν από έλεγχο γιατί πιστεύουμε ότι δεν θα θίγουν κάποιον προσωπικά με βρισιές και συκοφαντίες.
Τέτοιου είδους σχόλια δεν περνάν από έλεγχο, αλλά θα διαγράφονται μετά την δημοσίευση.
Παρακαλούμε να γράφετε σε πεζά και όχι κεφαλαία
-------------------------------------------------------------------------
Ο ΔΙΚΤΥΟΥΡΓΟΣ ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα - αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω, φόρμας επικοινωνίας.
Ευχαριστούμε

[blogger][disqus]

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget