Το σημείο καμπής των Ελληνοτουρκικών σχέσεων και ο Εθνικός κίνδυνος


Αρχής γενομένης, από την ανεξήγητη (ως προσβλητική) επίσκεψη Ερντογάν στην χώρα μας, είναι εύλογο να αναρωτηθούμε για τα αποτελέσματα αυτής. Είναι δεδομένο, ότι ο σκοπός της συναντήσεως μέχρι στιγμής, δεν έχει εξευρεθεί, γεγονός που καρπώνεται ως αποτυχία της Ελληνικής κυβερνήσεως.




Γράφει ο Ελσάερ Μοχάμεντ
Tελειόφοιτος Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δια μέσω, του δυσμενούς πλαισίου των ελληνοτουρκικών σχέσεων, είναι σημαντικό να αποτυπωθούν ορισμένες ρεαλιστικές σταθμίσεις.

Τον τελευταίο καιρό, ακούμε συχνά ποικίλες φωνές από την αντίπερα όχθη (Τουρκία), οι οποίες μάλιστα ενδυναμώθηκαν με απροκάλυπτο τρόπο, έπειτα και από την επίσκεψη του Ερντογάν στην χώρα μας.

Οι κείμενες φωνές, συχνά επέχουν έναν χαρακτήρα διεκδικήσεων, οι οποίες με βεβαιότητα κυμαίνονται -πια- εκτός πλαισίου (out-of-line), καθώς θίγουν -ευθέως- ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδας. Εν προκειμένω, αφορούν τις υποτιθέμενες εδαφικές αξιώσεις που προβάλλει η Τουρκία. Ωστόσο, προβληματικό στοιχείο της άνωθεν πραγματικότητας, εξακολουθεί να παραμένει η επακολουθούσα ρητορική της Ελληνικής πλευράς.

Ευθύς αμέσως, θα επεξηγήσω τα μεμπτά σημεία που εγείρουν προβληματισμού.
Αρχής γενομένης, από την ανεξήγητη (ως προσβλητική) επίσκεψη Ερντογάν στην χώρα μας, είναι εύλογο να αναρωτηθούμε για τα αποτελέσματα αυτής. Είναι δεδομένο, ότι ο σκοπός της συναντήσεως μέχρι στιγμής, δεν έχει εξευρεθεί, γεγονός που καρπώνεται ως αποτυχία της Ελληνικής κυβερνήσεως.

Πέρα λοιπόν από τον σκοπό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να εξετάσουμε και τα αποτελέσματα που επέφερε. Και μέχρι στιγμής, τα αποτελέσματα περιορίζονται, αφενός στην ενδυνάμωση του Τουρκικού αναθεωρητισμού στην περιοχή και αφετέρου, στην επανα-συσπείρωση του εσωτερικού της Τουρκίας.

Το χρονικό των Ελληνοτουρκικών δράσεων

Προς επίρρωση, ας κάνουμε μία χρονολογική ανασκόπηση των γεγονότων:
α1) Επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα, (πρωτοφανής) ευθεία αμφισβήτηση της καταστατικής συνθήκης της Λωζάνης, καθώς και υποβάθμιση του Διεθνούς Δικαίου, με την παράλληλη επίδειξη του «Πολιτικού Δικαίου» ως μοχλό επιλύσεως, των Ελληνοτουρκικών διαφορών.

α2) Άχαρη αντίδραση της Ελληνικής πλευράς, με την εκθείαση των πάγιων Ελληνικών θέσεων, που στηρίζονται στην εφαρμογή των Διεθνών Κανόνων.

β1) Μονομερής απόφαση της Ελληνικής πλευράς, για την παύση εκδόσεων ακυρωτικών ναυτικών οδηγιών (anti-NAVTEX), ως επίδειξη καλής θελήσεως και εφαρμογής των Μέτρων Αν-οικοδόμησης Εμπιστοσύνης.

β2) Έκδοση Τουρκικής NAVTEX, για δέσμευση του Αιγαίου για το έτος 2018 και εδαφικές αξιώσεις, δια μέσω απειλής (προσφυγής στην ΔΔτΧάγης) αφήνοντας «ανοιχτό» το ενδεχόμενο, χρήσης ένοπλης βίας.

Δια των ανωτέρω χαρτογραφήσεων, αντιλαμβάνεται κανείς ότι επικρατεί μία χαώδης απόσταση μεταξύ των δύο προσεγγίσεων, σε βαθμό μάλιστα επικινδυνότητας. Ουσιαστικά, η ελληνική πλευρά εφαρμόζει μία ήπιας μορφής ανάσχεση, εν αντιθέσει με την άλλη πλευρά που εφαρμόζει σκληρή αποτροπή. Μάλιστα δε, η ελαστικότητα της Ελληνικής πλευράς, ίσταται σε βαθμό παρεξηγήσεως. Και το αναφέρω αυτό, γιατί όπως εξάγεται και από την παραπάνω ανασκόπηση, η Τουρκία λαμβάνει την βούληση της Ελληνικής πλευράς, ως αδυναμία ή ακόμη χειρότερα, ως «βούληση συνθηκολόγησης».

Αυτή ακριβώς η παρερμηνεία, που διατυπώνεται ξεκάθαρα και από τις διάφορες δηλώσεις Τούρκων βουλευτών, οδηγεί σε μία επικίνδυνη παρεξήγηση. Γιατί, είναι προφανές ότι η Τουρκία έχει αυταπάτες για το αξιόμαχο των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και εμφορούμενη από αυτήν την αυταπάτη, μπορεί να προβεί στην εκδήλωση θερμών καταστάσεων που (σίγουρα) δεν θέλει κανείς, αλλά θα επιφέρει στρατιωτικής απαντήσεως.

Ακριβώς, στο σημείο αυτό, έγκειται και το ολέθριο λάθος, της ρητορικής που αναπτύσσει η χώρα μας. Ουσιαστικά, προσπαθούμε να κατευνάσουμε τα πνεύματα, περνώντας στην αντίθετη πλευρά, το μήνυμα ότι «υποχωρούμε». Ενώ, παράλληλα «πιστεύουμε» ότι η Ευρωπαϊκή Πορεία της Τουρκίας, αποτελεί έναν ρυθμιστικό παράγοντα των διαφορών. Μία παντελώς λανθασμένη αντίληψη, η οποία έχει καταρριφθεί ποικιλοτρόπως.

Η λύση της αποτροπής
Όπως έχω επανειλημμένα διατυπώσει, μοναδική λύση για την αντιμετώπιση του Τουρκικού αναθεωρητισμού αποτελεί η εφαρμογή ολοκληρωτικής αποτροπής (στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής). Φυσικά, η αποτροπή αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από μία αξιόπιστη ικανότητα παρεμβάσεως και αντιδράσεως.

Ωστόσο, στο επιχείρημα «ότι σε μία δυσμενή οικονομική κατάσταση, όπως αυτή που διέπει την χώρα μας, οι επιλογές για μεγάλους εξοπλισμούς είναι περιορισμένες»

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι, παρά η ορθή κατανομή των οικονομικών στοιχείων, με την παράλληλη δημιουργία ενός Ταμείου Εθνικής Αμύνης, στο οποίο θα πιστώνεται το περισσευόμενο οικονομικό πλεόνασμα, το οποίο παράγει η χώρα.

Γιατί, δεν μπορώ να αντιληφθώ τον λόγο που δόθηκαν 700 εκατομμύρια ευρώ για το κοινωνικό μέρισμα, την στιγμή που αναζητούνται χρήματα για την αναβάθμιση των F-16 σε κλάση Viper.

Επίσης, θα πρέπει να διεκδικήσουμε με καταλυτικό τρόπο, επιπρόσθετες στρατιωτικές βοήθειες σε οπλισμό από τις Η.Π.Α., ως αντάλλαγμα για την χρήση της Νατοϊκής Βάσης της Σούδας.

-Αλήθεια, το άνωθεν ζήτημα, άραγε ετέθη στην πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον ή παραμείναμε στα προσχήματα καλής θελήσεως;

Άλλωστε, το συγκεκριμένο εγχείρημα εφαρμόζεται για δεκαετίες από τις αντίστοιχες Ισραηλινές και Αιγυπτιακές ηγεσίες…

Θα πρέπει, με αποφασιστικό τρόπο να κατανοήσουμε ότι η Τουρκική απειλή είναι υπαρκτή και δεν στοχεύει στο εσωτερικό της Τουρκίας. Οι διαστάσεις, που έχει λάβει το ζήτημα είναι εξαιρετικά επικίνδυνες και οι απαιτούμενοι χειρισμοί, θα πρέπει να είναι χειρουργικής ακρίβειας αλλά και με την απαιτούμενη Εθνική συναίνεση.

Τούτον λεχθέντων, η ανάγκη για την δημιουργία ενός Εθνικού Συμβουλίου Αμύνης παρουσιάζεται ως επιτακτική (με την παράλληλη κατάργηση του ΚΥ.ΣΕ.Α.). Το Συμβούλιο αυτό, θα πρέπει να καταρτίζεται από την φυσική ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και έναν εκπρόσωπο κάθε κόμματος (πέρα από τον Πρωθυπουργό και τον Υ.ΕΘ.Α.). Οι σχεδιασμοί του, θα πρέπει να έχουν τρία επίπεδα:

α) μία μακροπρόθεσμη στρατηγική, για την οποία θα συνεδριάζει μία φορά τον χρόνο,

β) μία μεσοπρόθεσμη στρατηγική, για την οποία θα λαμβάνονται αποφάσεις ανά 6 μήνες και

γ) μία βραχυπρόθεσμη στρατηγική, που θα αναπροσαρμόζεται εκτάκτως.

Τέλος, είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι οι υποθέσεις ζωτικού ενδιαφέροντος, έχουν μία εθνική διάσταση και οι αποφάσεις δεν μπορούν να λαμβάνονται από μία προσωποπαγή εξουσία.
Άλλωστε, τα αποτελέσματα των προσωποπαγών αποφάσεων, έχουν αποτύχει -ήδη- από την εποχή των Ιμίων…
Militaire
[full_width]

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε σχολιασμούς επί της ουσίας.
Τα σχόλια σας δεν περνάν από έλεγχο γιατί πιστεύουμε ότι δεν θα θίγουν κάποιον προσωπικά με βρισιές και συκοφαντίες.
Τέτοιου είδους σχόλια δεν περνάν από έλεγχο, αλλά θα διαγράφονται μετά την δημοσίευση.
Παρακαλούμε να γράφετε σε πεζά και όχι κεφαλαία
-------------------------------------------------------------------------
Ο ΔΙΚΤΥΟΥΡΓΟΣ ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα - αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω, φόρμας επικοινωνίας.
Ευχαριστούμε

[blogger][disqus]

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget