.post-pagination { margin: 20px auto; text-align: center; width: 100%; } .button_1, .button_2, .button_3 { border: 2px solid #f4655f; font-weight: 900; padding: 6px 36px; color:#f4655f; transition:ease 0.69s !important; } .button_1:hover, .button_2:hover, .button_3:hover { background: none repeat scroll 0 0 #f4655f; color: #fff; text-decoration: none; } -->

Header Ads

Η παγκόσμια αναταραχή, ο Τραμπ και η ανάγκη διαμόρφωσης στρατηγικής από τις ΗΠΑ

Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Τις τελευταίες εβδομάδες έχουν πληθύνει οι ενδείξεις ότι το διεθνές σύστημα διέρχεται μια σοβαρή αναταραχή η οποία τους επόμενους μήνες αναμένεται να κορυφωθεί με απρόβλεπτες εξελίξεις.

Η κρίση ανάμεσα στο Κατάρ και την αραβικές χώρες υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας και κατά δεύτερο λόγο της Αιγύπτου, δεν είναι καθόλου απλή και όπως δείχνου τα πράγματα, είναι πολύ πιθανόν να οδηγηθεί σε επιδεί9νωση αντί για εκτόνωση.

Στο βάθος και στην περιφέρεια της κρίσης αυτής εμπλέκονται χώρες κλειδιά για τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής. Η σύγκρουση Σαουδικής Αραβίας, Αιγύπτου με το Ιράν βρίσκεται στο κέντρο και εμπλέκονται όλες οι υπόλοιπες χώρες του Περσικού Κόλπου. Το Ισραήλ σίγουρα θα επηρεαστεί από την εξέλιξη της κρίσης σε μια στιγμή που στο παρασκήνιο η διαδικασία ειρήνευσης με τους Παλαιστινίους βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Η Τουρκία σαφώς έχει εμπλοκή και θα επηρεαστεί από την οποιαδήποτε εξέλιξη της κρίσης.

Στη Συρία, με την εντατικοποίηση της μάχης για την κατάληψη της πρωτεύουσας του Ισλαμικού Κράτους, Ράκα, πλησιάζουμε σε ένα κομβικό σημείο με άμεση εμπλοκή για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία, και με τεράστιο ενδιαφέρον για την Τουρκία.

Στην Ευρώπη καθώς όλου περιμένουν τις γερμανικές εκλογές του φθινοπώρου και το φαινόμενο Μακρόν αρχίζει να ξεφουσκώνει, η υποβόσκουσα κρίση του μεταναστευτικού αρχίζει και πάλι να φουντώνει και να φέρνει συγκρούσεις σε μια, παρά τις επίμονες διακηρύξεις περί του αντιθέτου, παραπέουσα Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στη Μεγάλη Βρετανία μετά την τραγελαφική προεκλογική εκστρατεία της Τερέζα Μέϊ, που οδήγησαν στο τραγικό αποτέλεσμα των, χωρίς κανένα λόγο, πρόωρων εκλογών, δίνοντας από το πουθενά ρόλο στον ανεκδιήγητο Τζέρεμι Κόρμπιν, οι εξελίξεις προδιαγράφονται περιπετειώδεις με αποτέλεσμα να πάρει αρκετό χρόνο στο Λονδίνο για να διαδραματίσει το ρόλο που πρέπει και μπορεί στο διεθνές σύστημα.

Και πάνω από όλα η τελευταία δοκιμή βαλλιστικού πυραύλου από τον σχιζοφρενή ηγέτη της Βόρειας Κορέας, κάνει οποιονδήποτε σκεπτόμενο αναλυτή των διεθνών εξελίξεων να έχει χάσει τον ύπνο του και να ανησυχεί βαθύτατα για τις εξελίξεις που έρχονται.

Στο δια ταύτα όλου αυτού του σκηνικού το μεγάλο ερωτηματικό ακούει στο όνομα Ηνωμένες Πολιτείες και στο ποια είναι η στρατηγική της Ουάσιγκτον και της κυβέρνησης Τράμπ έτσι ώστε να υπάρξει ισορροπία στο διεθνές σύστημα.

Ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος, όσο με αφορά, πολύ σωστά έκανε και έχει προκαλέσει ανακάτεμα στο βάλτο και τη σήψη που προκάλεσε διεθνώς η καταστροφική οκταετής προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα. Μπορεί όλοι να ζούσαν το μύθο τους επί οκτώ χρόνια με τον χαρισματικό αλλά κενό περιεχομένου, “Yes We Can”, αλλά τώρα δρέπουν τους καρπούς της ζημιάς που έχει προκαλέσει. Και το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι αντί να γίνεται προσπάθεια να υπάρξει διόρθωση της ζημιάς όλοι οι κλακαδόροι του Μπαράκ και της στρεβλής παγκοσμιοποίησης το μόνο που κάνουν είναι να βρουν εξιλαστήρια θύματα για να φορτώσουν την ευθύνη της αποτυχίας τους.

Προς το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στο Bretton Woods οι ΗΠΑ έκαναν μια συμφωνία με τους συμμάχους. Στη μεταπολεμική εποχή η Ουάσιγκτον θα παρείχε την ασφάλεια των χωρών τους αλλά και το διεθνές εμπόριο. Δεν θα υπήρχε λόγω για διαμάχη μεταξύ τους όσο αφορά την εξασφάλιση πλουτοπαραγωγικών πηγών και αγορών. Ταυτόχρονα θα είχαν πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ η οποία ήταν η μόνο που δεν είχε πληγεί από τον πόλεμο. Σε αντάλλαγμα θα έπρεπε να στηρίξουν τις ΗΠΑ στη διαμάχη της με τη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 1992 ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει και υπήρξε η μετάβαση από την κυβέρνηση του πατέρα Τζορτζ Μπούς, που δεν κέρδισε δεύτερη τετραετία, στην κυβέρνηση του Μπίλ Κλίντον. Στην κρίσιμη οκταετία της διακυβέρνησης Κλίντον, η Ουάσιγκτον δεν ασχολήθηκε να διαμορφώσει μια στρατηγική για την μετά τον Ψυχρό Πόλεμο εποχή, με αποτέλεσμα ο κόσμος να αλλάζει δραματικά και η στρατηγική των ΗΠΑ να παραμένει στη λογική της επιδότησης της αμέσως μετά τον πόλεμο συμμαχίας σε παγκόσμια κλίμακα. Οι σύμμαχοι διεθνώς συνέχιζαν να επωφελούνται οικονομικά, αλλά δεν συνέχισαν να παρέχουν στις ΗΠΑ τη στρατηγική στήριξη που είχαν συμφωνήσει στο Bretton Woods.

Δεκαετίες μετά, το οικονομικό κόστος αυτής της παρωχημένης στρατηγικής οδήγησε τη μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών να πιστεύει ότι ο υπόλοιπος κόσμος απολαμβάνει στο τσάμπα και προοδεύει σε βάρος του Αμερικανού φορολογούμενου. Αυτό δεν έχει να κάνει με απομονωτισμό, αλλά με μια απόλυτα δικαιολογημένη αντιμετώπιση απέναντι στην ανικανότητα αμερικανικών ηγεσιών από το 1992 και μετά να διαμορφώσουν μια στρατηγική προσαρμοσμένη στη νέα διεθνή πραγματικότητα.

Η αντίληψη αυτή είχε καθοριστική επιρροή στην εκλογική αναμέτρηση του περασμένου Νοεμβρίου, στην εκλογή του Ντόναλντ Τράμπ, και στη σημερινή αναταραχή που υπάρχει από τη στάση της Ουάσιγκτον. Η ευθύνη των κυβερνήσεων Κλίντον, Μπούς, και κυρίως Ομπάμα, για την κατάσταση αυτή είναι τεράστια. Και οι τρείς Πρόεδροι εστίασαν την προσοχή τους σε θέματα ελάσσονος σημασίας με αποτέλεσμα να αποτύχουν στη σημαντική αποστολή του εκσυγχρονισμού του διεθνούς συστήματος.

Ο Πρόεδρος Τράμπ, όπως και οι προκάτοχοι του έχει αποσπασμένη, όχι με αποκλειστικά δική του ευθύνη, την προσοχή του στη μάχη με το ξεπερασμένο σύστημα το οποίο στην προσπάθεια να διατηρήσει τον έλεγχο των πραγμάτων αρνείται να παραδεχθεί την παταγώδη αποτυχία του και διεξάγει ένα καταστροφικό και επικίνδυνο ανταρτοπόλεμο αποπροσανατολισμού από την επιτακτική ανάγκη για διαμόρφωση στρατηγικής που θα θέσει τέρμα στην ξεπερασμένη από την πραγματικότητα μεταπολεμική στρατηγική.

Ο Πρόεδρος Τράμπ, επίσης, σε αντίθεση με τους προκατόχους του, δεν έχει και καμία σύνδεση και προσήλωση στο ξεπερασμένο σύστημα με αποτέλεσμα μέσω δράσεων και μη δράσεων του να προβαίνει σε πλήγματα εναντίον του συστήματος αυτού. Παρόλα αυτά, μέχρι στιγμής, δεν έχει ξεκάθαρη στρατηγική αναπλήρωσή του με κάτι νέο.

Καθαρό παράδειγμα του ξηλώματος του συστήματος από την κυβέρνηση Τράμπ είναι οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο με την κρίση γύρω από το Κατάρ. Το πρώτο ταξίδι του νέου Αμερικανού Προέδρου δεν έγινε σε παραδοσιακούς συμμάχους όπως ο Καναδάς, η Μεγάλη Βρετανία, η Ιαπωνία, αλλά στη Σαουδική Αραβία. Το αποτέλεσμα της πραγματικά εντυπωσιακής για τα δεδομένα επίσκεψης του Προέδρου Τράμπ στο Ριάντ, ήταν η Σαουδική Αραβία να πιστέψει ότι μπορεί να διαμορφώσει τις εξελίξεις στην περιοχή, όπως αυτή νομίζει. Η πρώτη κίνηση δεν ήταν να κινηθεί εναντίον του Ιράν ή του Ισλαμικού Κράτους, αλλά εναντίον του Κατάρ, ενός μικρού κράτους που οι Σαουδάραβες πιστεύουν ότι βρίσκεται επικίνδυνα κοντά στο Ιράν. Και η ενέργεια αυτή έγινε κόντρα στο γεγονός ότι νευραλγικό κέντρο της αμερικανικής CENTCOM , στρατηγικής σημασίας για τις επιχειρήσεις στη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Η κυβέρνηση του Κατάρ, και σωστά, λόγω αυτού του γεγονότος, πιστεύει ότι έχει τη στήριξη του αμερικανικού Πενταγώνου, και γιαυτό δεν λέει να κάνει πίσω στην κόντρα με τη Σαουδική Αραβία. Την ίδια στιγμή η Βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας, και σωστά, πιστεύει ότι έχει το πράσινο φως να αλλάξει τα στρατηγικά δεδομένα στον Περσικό Κόλπο. Η κυβέρνηση Τράμπ, επίσης σωστά, πιστεύει ότι η στρατηγική που κληρονόμησε χρειάζεται άμεσα αλλαγή, αλλά παρόλα αυτά δεν έχει ακόμη σχεδιάσει τη νέα στρατηγική.

Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ότι οι ένοπλες δυνάμεις και το διπλωματικό σώμα των ΗΠΑ βρίσκεται σε καθεστώς μπερδέματος και εκνευρισμού. Το πλαίσιο είναι ξεκάθαρο, αλλά το ίδιο ξεκάθαρες είναι και οι αλλαγές που προωθούνται από το Λευκό Οίκο. Και, δυστυχώς, οι δυο αυτές πλευρές κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση. Ένοπλες δυνάμεις και διπλωμάτες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εάν, για παράδειγμα, πρέπει να αντιμετωπίσουν την Κίνα, ως απειλή ή ως ανερχόμενη δύναμη με την οποία πρέπει να εμπλακούν. Και σε τέτοιες περιπτώσεις τα μη ξεκάθαρα και μπερδεμένα μηνύματα δεν είναι καθόλου καλή εξέλιξη.

Και το πρόβλημα δεν είναι η τάση του Αμερικανού Προέδρου να κάνει πολιτική μέσω twitter, αν και αυτό δεν βοηθάει. Το πρόβλημα είναι ότι μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οι ΗΠΑ δεν έχουν σαφή στόχο στην πολιτική τους, όπως πολύ σωστά περιγράφει στο καταπληκτικό βιβλίο του, “Mission Failure”, ο καθηγητής μου και ένας από τους μέντορες μου, Michael Mandelbaum.

Μέχρι οι ΗΠΑ να διαμορφώσουν μια νέα αποστολή δεν μπορούν να έχουν συγκροτημένη στρατηγική. Μέχρι να ξεκινήσει στο εσωτερικό των ΗΠΑ μια εθνική συζήτηση που απαιτείται για τον καθορισμό μιας νέας αποστολής, το χάσμα μεταξύ αναγκών και δράσεων θα μεγαλώνει, αφήνοντας παλαιούς και νέους συμμάχους σε δύσκολη θέση και πολλές φορές σε δράσεις ο ένας έναντι του άλλου.

Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που αυτό το χάσμα μεταξύ αναδυόμενων στρατηγικών συμφερόντων και ξεπερασμένων πολιτικών θα γίνει αισθητό. Μεταξύ των πιο κραυγαλέων παραδειγμάτων είναι το ΝΑΤΟ, όπου πλέον δεν αποτελεί προτεραιότητα για την Ουάσιγκτον να πληρώνει για την άμυνα των Ευρωπαίων απέναντι στη Ρωσία. Η Χερσόνησος της Κορέας όπου το καθεστώς Κίμ στη Βόρεια Κορέα είναι πολύ μεγαλύτερη απειλή για τη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία, ακόμη και την Κίνα, από ότι για τις ΗΠΑ. Η Θάλασσα της Νότιας Κίνας, η επιθετικότητα του Πεκίνου είναι πολύ μεγαλύτερη απειλή για τα συμφέροντα της Ταϊβάν και Ιαπωνίας από ότι για τα αμερικανικά. Το Κουβέϊτ οι μειωμένες ανάγκες των ΗΠΑ για εισαγωγή πετρελαίου μειώνουν το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον και αυξάνουν την όρεξη της Σαουδικής Αραβίας. Η ανάγκη της Ουάσιγκτον για τη χρήση της βάσης του Ιντσιρλίκ στην Τουρκία θα εξανεμιστεί σύντομα για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων η πολιτική κατεύθυνση που έχει πάρει η χώρα με τον Ερντογάν, η άποψη ότι το πρόβλημα με τους μετανάστες είναι ευρωπαϊκό, και ότι η Συρία είναι πρόβλημα για την Τουρκία.

Άλλα σημεία του πλανήτη δημιουργούν λιγότερα προβλήματα και ακόμα χωρίς τη δημιουργία νέας στρατηγικής θα συνεχίσουν να ελκύουν το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον. Η Μεγάλη Βρετανία, ο Καναδάς και η Αυστραλία, είναι και θα παραμείνουν οι στενότεροι σύμμαχοι των ΗΠΑ υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Το Μαρόκο και η Αλγερία, όσο και να ακούγεται παράξενο, είναι αξιόπιστοι εταίροι στον πόλεμο εναντίον των τζιχαντιστών. Ο Παναμάς λόγω της οικονομικής σημασίας και της εγγύτητας θα συνεχίσει να τραβά το ενδιαφέρον της αμερικανικής κυβέρνησης. Η Σιγκαπούρη με δεδομένο ότι βρίσκεται στο πιο στρατηγικό σημείο του πλανήτη θα είναι για πάντα στρατηγικός εταίρος.

Επιφανειακά η σύγκρουση Σαουδικής Αραβίας – Κατάρ θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικράτηση του Ιράν στον Περσικό Κόλπο. Δεν είναι έτσι όμως. Την πρώτη εβδομάδα της κρίσης η Τουρκία έστειλε στρατεύματα στην αεροπορική της βάση στο Κατάρ. Τα πράγματα είναι πάντα περίπλοκα στη Μέση Ανατολή. Η κίνηση της Άγκυρας να υποστηρίξει το Κατάρ είναι σαφές μήνυμα προς την Τεχεράνη και το Ριάντ ότι ακόμη και να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ, μια άλλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη υπάρχει να καλύψει το κενό. Σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον η Άγκυρα έχει άμεσα συμφέροντα στην περιοχή, τα οποία βρίσκονται απέναντι σε αυτά της Τεχεράνης και έχει στρατηγική θέση στην περιοχή.

Επιφανειακά η αναστάτωση που έχει προκαλέσει η απαίτηση του Προέδρου Τράμπ έναντι των συμμάχων του ΝΑΤΟ να πληρώσουν το κόστος που τους αναλογεί για τη διατήρηση της Συμμαχίας, ευνοεί τη Μόσχα διότι θα οδηγήσει σε απουσία της αμερικανικής ομπρέλας ασφάλειας στην Ευρώπη. Δεν είναι έτσι απλό. Η αποχώρηση της Αμερικής θα αναγκάσει τη Γερμανία να ενισχύσει τη στρατιωτική της παρουσία. Οι πρόσφατες δηλώσεις της Καγκελαρίου Μέρκελ δείχνουν προ αυτή την κατεύθυνση. Την ίδια στιγμή είναι λάθος να ξεχνάμε ότι όσες φορές έχει συμβεί αυτό στο παρελθόν, η κατάληξη για την Ευρώπη, αλλά και την ίδια τη Γερμανία, ήταν παραπάνω από τραγική. Αλλά δεν ήταν επίσης θετικό για τη Ρωσία.

Η χαλάρωση από τις ΗΠΑ των σχέσεων ασφάλειας στην Ανατολική Ασία, μοιάζει ιδεώδης εξέλιξη για την Κίνα. Μάλλον όχι. Αναγκάζει την Ιαπωνία, την Ταϊβάν, και την Νότια Κορέα, να ενισχύσουν τις αμυντικές τους δαπάνες και δυνατότητες, ίσως να γίνουν και πυρηνικές δυνάμεις, αλλά την ίδια στιγμή δημιουργούν πρόβλημα στην διεθνή οικονομική θέση του Πεκίνου, η οποία βασίζεται στην Ουάσιγκτον για την διατήρηση ανοικτών αγορών και ναυτιλιακών δίαυλων σε παγκόσμια κλίμακα. Χωρίς τις ΗΠΑ δεν υπάρχει κινεζικό οικονομικό θαύμα. Και ένας ναυτικός πόλεμος με την Ιαπωνία, τον οποίο η Κίνα θα χάσει, είναι από πολύ πιθανός έως βέβαιος.

Το τι θα αποφασίσει η Ουάσιγκτον και το ποια θα είναι η νέα παγκόσμια αποστολή – στρατηγική της, αυτή τη στιγμή είναι τελείως ασαφές. Το πολιτικό σκηνικό στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αυτή τη στιγμή, είναι χαοτικό και διχαστικό. Ακόμα και να ηρεμήσει η κατάσταση και να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για αυτή τη νέα αποστολή – στρατηγική η χρονική περίοδος της Προεδρίας Τράμπ δεν επαρκεί.

Παρόλα αυτά ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι και το σημερινό χάσμα ηγεσίας γίνεται όλο και πιο επικίνδυνο. Παρά τις εξαγγελίες και τις μεγαλοστομίες, κυρίως στην δήθεν Ενωμένη Ευρώπη, κανείς άλλος δεν μπορεί να παίξει το ρόλο του ηγέτη και του εξισσοροπιστή στο διεθνές σύστημα. Μόνο οι ΗΠΑ μπορούν να το κάνουν.

Πρέπει άμεσα η συζήτηση στην Ουάσιγκτον να ανοίξει και να σταματήσει η γελοιότητα από όλες τις πλευρές και κυρίως, από τους Δημοκρατικούς που δεν έχουν πολιτική και προτάσεις και από τα μέσα ενημέρωσης που δεν έχουν σοβαρότητα και ουσία.

Αλλά και από τον Πρόεδρο Τράμπ και την κυβέρνηση του ο οποίος έχει την μεγάλη ευκαιρία, αλλά κυρίως το καθήκον – ευθύνη να καθορίσει τη νέα αποστολή – στρατηγική των ΗΠΑ για ένα νέο προσαρμοσμένος στην εποχή διεθνές σύστημα. Είναι κρίμα να χάσει το ραντεβού με την ιστορία, όσο δύσκολο και να είναι το εγχείρημα και παρά το μπάχαλο που του κληροδότησε η φούσκα του Ομπάμα, έχει υποχρέωση να το προσπαθήσει και μάλιστα άμεσα.

Οι εργασίες του G20 στο Αμβούργο, η επίσκεψη στην Πολωνία και η επίσκεψη στη Γαλλία, αποτελούν βήματα που θα δείξουν εάν πραγματικά ο ίδιος και η κυβέρνησή του έχουν αντιληφθεί την κρισιμότητα της στιγμής για το μέλλον του πλανήτη.

Το παιχνίδι τελείωσε. Η ώρα της σοβαρότητας και της ευθύνης είναι εδώ και δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Είναι ώρα να αφήσει του τραγικούς Δημοκρατικούς και τα αστεία, δυστυχώς, μέσα ενημέρωσης στο περιθώριο της ιστορίας και να ασχοληθεί με τη συγγραφή της.

Παρά τα λεγόμενα περί του αντιθέτου την εξυπνάδα και την ικανότητα την έχει. Αλλά κυρίως έχει μια εξαιρετική ομάδα εθνικής ασφάλειας που μπορεί να ανοίξει τη συζήτηση, τον προβληματισμό, και να οδηγήσει σε ένα γρήγορο και αξιόπιστο αποτέλεσμα. Το διεθνές σύστημα και η σταθερότητά του χρειάζονται την Αμερική και η Αμερική χρειάζεται ένα σταθερό διεθνές σύστημα.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University
Πηγή MIgnatiou

Δεν υπάρχουν σχόλια

Παρακαλούμε σχολιασμούς επί της ουσίας.
Τα σχόλια σας δεν περνάν από έλεγχο γιατί πιστεύουμε ότι δεν θα θίγουν κάποιον προσωπικά με βρισιές και συκοφαντίες.
Τέτοιου είδους σχόλια δεν περνάν από έλεγχο, αλλά θα διαγράφονται μετά την δημοσίευση.
Παρακαλούμε να γράφετε σε πεζά και όχι κεφαλαία
-------------------------------------------------------------------------
Ο ΔΙΚΤΥΟΥΡΓΟΣ ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει για τα άρθρα - αναρτήσεις που δημοσιεύονται και απηχούν τις απόψεις των συντακτών τους. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών ή ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, επικοινωνήστε μέσω, φόρμας επικοινωνίας.
Ευχαριστούμε

Από το Blogger.